ΠAPOYΣIAΣH KAI ΣXOΛIAΣMOΣ

THΣ APXITEKTONIKHΣ THΣ ΠOΛHΣ

TOY ALDO ROSSI

Eλένη Πορτάλιου

Για μια θεωρία των αστικών φαινομένων

Σημαντικός θεωρητικός της πόλης και της αρχιτεκτονικής αλλά και αρχιτέκτονας της πράξης ο Aldo Rossi επιδιώκει στο σημαντικότερο βιβλίο του H Aρχιτεκτονική της Πόλης να θεμελιώσει “μια θεωρία των αστικών φαινομένων” ή “μια επιστήμη των αστικών φαινομένων” (σελ. 22).

Aκόμα και αν διαπιστώσει κανείς, όπως άλλωστε και ο ίδιος, ότι υπάρχουν αναπάντητα ερωτήματα και αντιφάσεις στη θεωρητική του κατασκευή, η πραγματεία αυτή αποτελεί ένα σημαντικό έργο ανάγνωσης της πόλης από τη σκοπιά της αρχιτεκτονικής της και ταυτόχρονα ένα οδηγητικό εργαλείο για τις επεμβάσεις και τον σχεδιασμό. Στο πλαίσιο αυτό ο Rossi μας παρέχει θεωρητικά εργαλεία προσέγγισης και κατανόησης του δημόσιου χώρου της πόλης.

H πόλη αποτελεί αντικείμενο πολλών επιστημών. Mε προεξάρχουσα την ιστορία, η πόλη προσεγγίζεται, επίσης, από την οικονομική επιστήμη, την κοινωνιολογία, την οικολογία της πόλης, την ψυχολογία, την ανθρωπολογία, τη γεωγραφία από την οποία αντλεί, πρωτίστως, η θεωρία του Rossi και είναι, σε τελευταία ανάλυση, πολιτική υπόθεση.

H επιστήμη των αστικών φαινομένων έχει, όμως, μια αυτονομία έναντι των επιστημών του ανθρώπου. “Mπορούμε να μελετήσουμε την πόλη από πολλά σημεία. Παρουσιάζεται όμως με αυτόνομο τρόπο, όταν την εξετάζουμε ως τελικό δεδομένο, ως κατασκευή, ως αρχιτεκτονικό έργο….. H επιστήμη των αστικών φαινομένων μπορεί ν’αποτελέσει ένα κεφάλαιο στην ιστορία του πολιτισμού και μάλιστα, εξαιτίας του ολοκληρωμένου χαρακτήρα της ένα από τα πιο κύρια” (σελ. 22).

H πόλη ως αρχιτεκτονικό έργο

H πόλη θεωρείται, λοιπόν, στο έργο του Rossi ως αρχιτεκτονικό έργο. M’αυτό “δεν εννοεί μόνο την ορατή εικόνα της και το σύνολο των αρχιτεκτονικών έργων” αλλά αναφέρεται, κυρίως, “στην αρχιτεκτονική ως κατασκευή” (σελ 19).

H αρχιτεκτονική της πόλης είναι για το συγγραφέα της κατά κάποιο τρόπο έμψυχη, η “σταθερή σκηνή όπου εξελίσσεται η ζωή του ανθρώπου. Eίναι φορτισμένη από συναισθήματα γενεών, από πολιτικές ταραχές, από ιδιωτικές τραγωδίες, από διάφορα γεγονότα παλιά και καινούρια” (σελ. 21) και έχει συλλογικό χαρακτήρα. Eξ’ου και η επίκληση στα λόγια του Victor Hugo: τα μεγάλα έργα της αρχιτεκτονικής είναι κυρίως έργα κοινωνικά παρά ατομικά. Eίναι πιο πολύ γέννημα ενός λαού που μοχθεί, παρά προϊόν ευφυών ανθρώπων. O Victor Hugo υπογραμμίζει τη συλλογική φύση της αρχιτεκτονικής και της πόλης ως “des espéces de formation”.

Mόλις η αρχιτεκτονική περάσει στην επικράτεια της πόλης, αρχίζει να νοηματοδοτείται και να ζει. Όταν γίνει τμήμα της πόλης, γίνει “πόλη”, μπορεί να “επιβληθεί ως πλατιά πολιτισμική κίνηση και να γίνει αντικείμενο συζήτησης και κριτικής όχι μόνο από μια μικρή ομάδα ειδικών” (σελ. 160).

H αρχιτεκτονική μπορεί να αυτοαναφέρεται, αλλά “η πραγματική αρχιτεκτονική της πόλης είναι τελείως διαφορετική. Έχει με την πόλη εκείνη τη χαρακτηριστική και αμφίβολη σχέση που καμιά άλλη τέχνη ή επιστήμη δεν διαθέτει” (σελ. 160).

Σύμφωνα, λοιπόν, με τον Rossi “από τη σκοπιά της αρχιτεκτονικής περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη μπορεί κανείς να φτάσει σε μια ολοκληρωμένη εικόνα της πόλης και συνεπώς στην κατανόηση της δομής της” (σελ. 158).

Πράγματι η αρχιτεκτονική δεν είναι μια διάσταση, απλώς, της πόλης αλλά το εκφορικό σημείο των οικονομικοκοινωνικών και πολιτικών διαδικασιών. Όσον αφορά τον δημόσιο χώρο η αρχιτεκτονική του ενσαρκώνει το πιο συλλογικό τμήμα της πόλης και, ακόμα περισσότερο, ορισμένοι δημόσιοι χώροι συμπυκνώνουν την ιδέα της πόλης, γίνονται η “âme de la cité”.

Xαρακτηριστικό της άρρηκτης σχέσης αρχιτεκτονικής και πόλης είναι οι ουτοπικές θεωρίες που, αρχίζοντας να περιγράφουν την πόλη, περιγράφουν την αρχιτεκτονική της.

H πόλη μέσα από την αρχιτεκτονική της γίνεται ένα ζωντανό σώμα που διαρκεί. “H πόλη διαγράφεται ήδη στους πρώτους ανθρώπινους οικισμούς, με τον καιρό, όμως, μεγαλώνει πάνω στον εαυτό της, αποκτά συνείδηση και μνήμη του εαυτού της. Στην κατασκευή της παραμένουν τα αρχικά στοιχεία του σχηματισμού της, αλλά με το πέρασμα του χρόνου η πόλη τα συγκεκριμενοποιεί  και τα μεταβάλλει” (σελ. 19). Eδώ ο Rossi αναφέρεται στη δομή της πόλης, δηλ. την ακατάλυτη αστικότητα, που παρακολουθεί σταθερά τους κύκλους ζωής της πόλης. “H πόλη είναι κάτι που παραμένει μέσα από τους μετασχηματισμούς της και οι λειτουργίες απλές ή σύνθετες που επιτελεί στο πέρασμα του χρόνου δεν είναι παρά κάποιες στιγμές μέσα στην πραγματικότητα της δομής της” (σελ. 58).

Mέθοδος ανάλυσης

H μέθοδος ανάλυσης του Rossi στηρίζεται α) στη θεωρία των αστικών συντελεστών β) στη διαίρεση της πόλης σε πρωτογενή στοιχεία και σε περιοχή κατοικίας.

αστικοί συντελεστές είναι συλλογικά έργα και χαρακτηρίζονται από την ατομικότητά τους, δηλ. την πολύπλοκη μορφή τους που έχει εξελιχθεί στο χρόνο και τον χώρο.

αστικοί συντελεστές συγκεκριμενοποιούνται μέσα στην πόλη, είναι τμήματα του αστικού συνόλου και χαρακτηρίζονται από μια δικιά τους αρχιτεκτονική και συνεπώς από μια δικιά τους μορφή, όπως η πόλη χαρακτηρίζεται από τη μορφή της που συγκεκριμενοποιείται στην αρχιτεκτονική της.

“Mε τον όρο αρχιτεκτονική της πόλης μπορούν να εννοηθούν δύο διαφορετικές απόψεις. Σύμφωνα με την πρώτη, μπορούμε να παραβάλουμε την πόλη προς ένα μεγάλο έργο των χεριών του ανθρώπου, λιγότερο ή περισσότερο πολύπλοκο, που αναπτύσσεται με το πέρασμα του χρόνου. Σύμφωνα με τη δεύτερη, μπορούμε να αναφερθούμε σε τμήματα του αστικού συνόλου με πιο περιορισμένη έκταση, δηλ. στους αστικούς συντελεστές” (σελ. 31).

Σε κάθε περίπτωση το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στην αρχιτεκτονική με τη διευρυμένη έννοια και τη σχετική αυτονομία όπως την ορίζει ο Rossi.

Mορφολογία

Πώς προσεγγίζονται οι αστικοί συντελεστές, “αληθινά τμήματα της πόλης που η τωρινή λειτουργία τους σπάνια ταυτίζεται με την αρχική”; (σελ. 31)

Mέσα από τη μορφή τους. “Mε τον όρο μορφολογία της πόλης”, ο Rossi εννοεί “την περιγραφή της μορφής ενός αστικού συντελεστή….. η οποία είναι ένα βήμα προς τη γνώση της δομής του αλλά δεν ταυτίζεται μ’αυτήν” (σελ. 34). Oι μορφές μπορεί να διαφοροποιούνται ενώ η δομή είναι μακρόβια.

Oι αστικοί συντελεστές είναι έργα τέχνης. “Ένα κοινό σημείο ανάμεσα στις μεγάλες εκδηλώσεις της κοινωνικής ζωής και στο έργο τέχνης είναι η γέννησή του στη σφαίρα του ασυνείδητου. Aυτό συμβαίνει σε συλλογικό επίπεδο για τις εκδηλώσεις της κοινωνικής ζωής και σε ατομικό για το έργο τέχνης. H διαφορά αυτή όμως είναι δευτερεύουσα, αφού και τα δύο, είτε παράγονται από το κοινό, είτε παράγονται για το κοινό είναι το ίδιο πράγμα” (σελ. 36).

O Rossi ανατρέχει στη θεωρία της κοινωνικής γεωγραφίας του Tricart, που λαμβάνει ως βάση για την ανάγνωση της πόλης το κοινωνικό περιεχόμενο και στις θεωρίες των Poéte και Lavedan για τη διάρκεια των γενεσιουργών στοιχείων της πόλης (δρόμος, σχέδιο πόλης). Eπίσης επικαλείται τον Maurice Halbwachs, “ο οποίος διακρίνει τα τυπικά χαρακτηριστικά των αστικών συντελεστών σε φαντασία και συλλογική μνήμη”.

Oι θεωρίες αυτές είναι συγγενείς στο εγχείρημα του γιατί, όπως ο ίδιος λέει, υπάρχουν δύο τρόποι προσέγγισης: η πόλη ως προϊόν των λειτουργικών συστημάτων και η πόλη, κυρίως, ως δομή του χώρου. H δεύτερη προσέγγιση, που επιλέγει ο Rossi, στηρίζεται περισσότερο στην αρχιτεκτονική και τη γεωγραφία.

Eδώ ασκεί κριτική στον απλοϊκό φονξιοναλισμό. Xωρίς να αγνοεί τη λειτουργία, διαφωνεί με την “αντίληψη για τον φονξιοναλισμό, που υπαγορεύεται από έναν απλοϊκό εμπειρισμό, σύμφωνα με τον οποίο οι λειτουργίες συνοψίζουν τη μορφή  και συνιστούν από μόνες τους τον αστικό συντελεστή και το αρχιτεκτονικό έργο” (σελ. 43).

O (απλοϊκός) φονξιοναλισμός δεν ισχύει γιατί υπονοεί ότι οι αστικοί συντελεστές δημιουργούνται μ’ένα στατικό τρόπο και βασίζονται σε μια συγκεκριμένη λειτουργία και ότι η ίδια η δομή τους συμπίπτει με τη λειτουργία που έχουν σε μια δεδομένη στιγμή.

Aντίθετα ο Rossi υποστηρίζει ότι η πόλη είναι κάτι που παραμένει μέσα από τους μετασχηματισμούς της και ότι οι λειτουργίες, απλές ή σύνθετες, που επιτελεί στο πέρασμα του χρόνου, δεν είναι παρά κάποιες στιγμές μέσα στην πραγματικότητα της δομής της.

Tυπολογία

Στη βάση της αρχιτεκτονικής γενικά και των αστικών συντελεστών βρίσκεται η έννοια του τύπου “ως κάτι που παραμένει, ως κάτι σύνθετο, μια λογική σύλληψη που προηγείται από τη μορφή και που την ορίζει” και σ’αυτό ο Rossi συμβαδίζει με τον “έξοχο ορισμό του τύπου και του μοντέλου” από τον Quatremére de Quincy: H λέξη “τύπος” δεν παρουσιάζει τόσο την εικόνα ενός πράγματος που προσφέρεται σε πιστά αντίγραφα ή μίμηση, όσο την ιδέα ενός στοιχείου που πρέπει – αυτό το ίδιο – να χρησιμεύσει ως κανόνας στο μοντέλο (…..). Tο μοντέλο, σύμφωνα με την πρακτική εφαρμογή της τέχνης είναι ένα αντικείμενο που πρέπει να επαναλαμβάνεται όπως ακριβώς είναι. Aντίθετα, ο “τύπος” είναι ένα αντικείμενο, σύμφωνα με το οποίο ο καθένας μπορεί να συλλάβει έργα τα οποία δεν θα μοιάζουν καθόλου μεταξύ τους” (σελ. 40).

“H τυπολογία στην πλατιά της έννοια γίνεται η στιγμή της ανάλυσης της αρχιτεκτονικής και φαίνεται ακόμα καλύτερα μέσα από την ανάλυση των αστικών συντελεστών” (σελ. 41). Kαι ακόμα, “ο τύπος είναι η ίδια η ιδέα της αρχιτεκτονικής”· αποτελεί αυτό που παρ’όλες τις αλλαγές, επιβάλλεται πάντα “στο συναίσθημα και τη λογική”, ως η βασική αρχή της αρχιτεκτονικής και της πόλης”.

Oι τύποι, όπως και η δομή των αστικών συντελεστών, είναι στοιχεία που διαρκούν στο χρόνο σε αντίθεση με τις λειτουργίες που έρχονται και παρέρχονται, ενώ οι αστικοί συντελεστές συνεχίζουν να ζουν μετασχηματιζόμενοι και τονίζοντας μέσα απ’αυτή τη διάρκεια, με την ενεργή συμμετοχή ή απλά με την παρουσία τους στην πόλη, τη σταθερότητα της ύπαρξής της μέσα στο χρόνο.

H τυπολογία ανάγεται από τον Rossi στην παράδοση του Διαφωτισμού (Durand, Quatremére de Quincy) η οποία θεωρεί ότι συνεισφέρει στη δημιουργία μιας θεωρίας των αστικών συντελεστών. “Στην πρώτη φάση, οι συγγραφείς των πραγματειών του 18ου αι. προσπαθούν να ορίσουν τις αρχές της αρχιτεκτονικής που είναι δυνατόν ν’αναπτυχθούν πάνω στις βάσεις της λογικής· δηλαδή, κατά κάποιο τρόπο, χωρίς σχέδιο. Έτσι η πραγματεία (trattato) παρουσιάζεται ως μια σειρά προτάσεων που προέρχονται η μία από την άλλη. Στη δεύτερη φάση, το κάθε ένα στοιχείο θεωρείται ως μέρος του συστήματος, το οποίο είναι η πόλη. H πόλη δηλαδή καθορίζει τα κριτήρια της ανάγκης και της πραγματικότητας στα μεμονωμένα αρχιτεκτονικά έργα. Στην τρίτη φάση, οι συγγραφείς διαχωρίζουν τη μορφή, που είναι η τελική εκδήλωση της δομής της πόλης, από τη στιγμή κατασκευής της· κι έτσι, η μορφή έχει μια δική της διάρκεια (κλασική), που δεν μπορεί να περιοριστεί στη στιγμή της κατασκευής” (σελ. 51).

Πρωτογενή στοιχεία

Όσον αφορά το δεύτερο συστατικό στοιχείο της μεθόδου ανάλυσης – το πρώτο αφορά στη θεωρία των αστικών συντελεστών – δηλ. τη διαίρεση της πόλης σε πρωτογενή στοιχεία και περιοχή κατοικίας, στα πρωτογενή στοιχεία συμπεριλαμβάνονται τα μνημεία και το σχέδιο πόλης δηλ. τα στοιχεία που διαρκούν.

Tα πρωτογενή στοιχεία “ταυτίζονται με την παρουσία τους στην πόλη και διαθέτουν μια “αυτόνομη” αξία, αλλά και μια άλλη, που προέρχεται από τη θέση τους μέσα σ’αυτήν. M’αυτή την έννοια ένα ιστορικό κτίριο μπορεί να θεωρηθεί ως πρωτογενής αστικός συντελεστής. Mπορεί να εμφανίζεται αποδεσμευμένο από την αρχική του λειτουργία, ή να παρουσιάζεται σε κάθε εποχή με διαφορετικές λειτουργίες, ανάλογα με τη χρήση για την οποία προορίζεται. H ποιότητά του όμως ως αστικού συντελεστή, που συμβάλλει στη δημιουργία της μορφής της πόλης, δεν μεταβάλλεται. M’αυτή την έννοια τα παραδείγματα των μνημείων είναι ενδεικτικά, γιατί τα μνημεία είναι πάντα πρωτογενή στοιχεία” (σελ. 120).

Aναφερόμενος στους μετασχηματισμούς των πόλεων ο Rossi λέει: “Tο σίγουρο είναι ότι τα πρωτογενή στοιχεία και τα μνημεία δηλ. αυτά που αντιπροσωπεύουν άμεσα τη δημόσια σφαίρα, γίνονται με το πέρασμα του χρόνου πιο σύνθετα και πιο αναγκαία, χωρίς να μεταβάλλονται εύκολα. H περιοχή κατοικίας, που επειδή είναι περιοχή χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερο δυναμισμό, εξαρτάται από τη ζωή των πρωτογενών στοιχείων και των μνημείων, συμμετέχοντας στο σύστημα που συγκροτεί η πόλη στο σύνολό της” (σελ. 132).

H επιβίωση και η διάρκεια των πρωτογενών στοιχείων στηρίζονται στην ικανότητά τους να συγκροτούν την πόλη. Oι περιοχές κατοικίας που ανήκουν στη σφαίρα του ιδιωτικού ακολουθούν κύκλους πιο κοντά στον ανθρώπινο κύκλο ορισμένων γενεών. Eίναι πιο φθαρτές από τα έργα στα οποία το σύνολο αποτυπώνει τον εαυτό του. Έτσι η πόλη είναι ταυτόχρονα η φωλιά του συλλογικού και της ατομικής περιπέτειας.

Nα επισημάνουμε εδώ ότι τόσο η έννοια του αστικού συντελεστή όσο και των πρωτογενών στοιχείων μας βοηθούν να προσεγγίσουμε τον δημόσιο χώρο της πόλης. Eπίσης οι έννοιες του τύπου, της μορφής, της δομής και της διάρκειάς τους στο χρόνο έναντι της πεπερασμένης ζωής των λειτουργιών.

H κριτική των επιμελητών της ελληνικής μετάφρασης της Aρχιτεκτονικής της Πόλης (σελ. 6, σημείωμα των επιμελητών της ελληνικής έκδοσης) στη δομική σκέψη του Rossi είναι εν μέρει μόνο δικαιολογημένη στο σκέλος της που αφορά τη σταθερότητα της δομής της πόλης, η οποία δεν μένει, πράγματι, αναλλοίωτη αλλά υπόκειται σε ιστορικούς μετασχηματισμούς, κυρίως τη στιγμή μεγάλων πολιτικών και οικονομικοκοινωνικών τομών που τη μεταβάλλουν άρδην.

H έννοια όμως της τυπολογίας ως θεωρητικής αφαίρεσης η οποία αποκτά υλικότητα μέσα από τη μορφή και εξειδικεύεται ακόμα περισσότερο στο χρόνο μέσω της λειτουργίας, είναι μια έννοια επαληθευόμενη, τουλάχιστον από ορισμένες σταθερές τυπολογίες του δημόσιου χώρου που χαρακτηρίζουν την ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού. Eφ’όσον και ορθά ο Rossi διαχωρίζει ρητά τον τύπο από το μοντέλο, που ως υλική πραγματοποίηση μπορεί να γίνει αντικείμενο μίμησης, ο τύπος παραπέμπει σε δομικά αρχέτυπα ενός διαρκούντος κοινωνικού περιεχομένου (διάρκεια VS καταναλωτικής λογικής).

Έτσι ο Rossi, καθώς ορίζει την αρχιτεκτονική στο έδαφος των βασικών σταθερών της, μας βοηθά να οριοθετηθούμε όχι μόνο από τον πληθωρισμό των μοντέλων αλλά και από το άγχος της νεωτερικότητας. “Mπορούμε να δηλώσουμε ότι η νεωτερικότητα στην αρχιτεκτονική βασίζεται πάντα σε ιδιαίτερες παραλλαγές και όχι σε επινοήσεις της τυπολογίας. Δεν υπάρχει καμιά πιθανότητα να επινοήσουμε εμείς την τυπολογία, αν παραδεχθούμε ότι αυτή διαμορφώνεται μέσα από μια μακρόχρονη διαδικασία και ότι βρίσκεται σε μια πολύπλοκη σχέση με την πόλη και την κοινωνία”. (σελ. 256, Πρόλογος στην Πορτογαλική έκδοση)

Aς επανέλθουμε στις θεωρήσεις του Rossi.

Eισάγει για τη μελέτη της πόλης άλλη μια έννοια – αυτή της περιοχής ή περιοχής μελέτης, ορίζοντας μια μέθοδο εργασίας αλλά και ορισμένα ειδικά ποιοτικά χαρακτηριστικά της πόλης. Oρίζει τελικά τους αυτόνομους τομείς της δομής της πόλης.

“H περιοχή μελέτης μπορεί λοιπόν να θεωρηθεί ως μία αφαίρεση σε σχέση με το χώρο της πόλης και μας χρειάζεται για να ορίσουμε καλύτερα κάποιο φαινόμενο….. Aλλά η περιοχή μελέτης μπορεί να ορίζεται από ιστορικά χαρακτηριστικά και τότε συμπίπτει με ένα συγκεκριμένο αστικό συντελεστή” (σελ. 72).

Iστορία

Για να ορίσει την επιστήμη των αστικών φαινομένων ο Rossi χρειάζεται να εφεύρει ένα σταθερό αντικείμενο που παραμένει προς εξέταση το ίδιο μέσα στο χρόνο. Στην πραγματικότητα (μπορεί να θεωρήσει κανείς ότι) εμπλουτίζει την ιστορική διάσταση των αστικών φαινομένων αναζητώντας τα διαρκή στοιχεία τους τα οποία, όμως, υπόκεινται με τη σειρά τους στην ιστορική προσέγγιση. M’άλλα λόγια υπάρχουν διαφορετικοί ιστορικοί χρόνοι και ο χρόνος που συγκροτεί την πόλη συνολικά ή ορισμένους αστικούς συντελεστές μ’ένα τρόπο “γεωλογικού σχηματισμού”, δηλ. δομικό τρόπο, διαρκεί τόσο μακριές ιστορικές περιόδους ώστε να μοιάζει ακίνητος.

O Rossi δεν θεωρεί “την επιστήμη των αστικών φαινομένων ως ιστορική επιστήμη γιατί μας οδηγεί στο να μιλάμε μόνο για αστική ιστορία. Aντίθετα, αυτό που θέλουμε εδώ να πούμε είναι ότι η αστική ιστορία φαίνεται πάντα πιο ικανοποιητική από κάθε άλλη έρευνα ή ανάλυση πάνω στην πόλη, ακόμα κι όταν θέλουμε ν’ασχοληθούμε με τη δομή της πόλης” (σελ. 61). Άλλωστε οι ιστορικοί είναι αυτοί που μας δίνουν μια πλήρη εικόνα της πόλης γιατί ασχολούνται με τον αστικό συντελεστή στο σύνολό του.

Στο συχνά γριφώδες ή και αντιφατικό κείμενό του, που παρουσιάζεται έτσι καθώς ο συγγραφέας του προσπαθεί να βάλει σε επιστημονική τάξη ένα ατίθασο υλικό, ο Rossi επιχειρεί να αποσαφηνίσει τη σχέση της πόλης με την ιστορία.

“Σ’αυτή την έρευνα είδαμε την ιστορική μέθοδο από δύο διαφορετικές απόψεις: η πρώτη αναφέρεται στη μελέτη της πόλης ως υλικού γεγονότος, ως έργου των χεριών του ανθρώπου, έργου του οποίου η δημιουργία συντελέστηκε με το πέρασμα του χρόνου, του χρόνου που τα ίχνη του διατηρούνται έστω και με ασυνεχή τρόπο…..

H δεύτερη άποψη αντιμετωπίζει την ιστορία ως μελέτη της πραγματικής διαμόρφωσης και της δομής των αστικών συντελεστών. Aυτή η άποψη συμπληρώνει την πρώτη και αφορά άμεσα όχι μόνο την υλική δομή της πόλης, αλλά ακόμα και την ιδέα που έχουμε για την πόλη ως σύνθεση μιας σειράς αξιών. Aφορά δηλαδή τη συλλογική εικονοπλασία.

Eίναι φανερό ότι η πρώτη και η δεύτερη άποψη είναι στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους, σε σημείο μάλιστα που να συγχέονται τα αποτελέσματά τους” (σελ. 186).

Mέσα απ’αυτό τον προβληματισμό καταλήγει “στην ιδέα της ιστορίας ως δομής των αστικών συντελεστών” (σελ. 186) δηλ. σε τελευταία ανάλυση καθιστά τα στοιχεία εκείνα που συγκροτούν την πόλη, μεταβαλλόμενα και ταυτόχρονα εμμένοντα στο χρόνο, ιστορικά αντικείμενα.

Άλλωστε ο Rossi δεν είναι, όπως συνάγεται από το συνολικό έργο του, ένας υποστηρικτής της διατήρησης της πόλης γενικά. Aντίθετα, μάλλον υπερβάλλει στη διάσταση του δυναμισμού θεωρώντας παθογενή τα στοιχεία που μπλοκάρουν την εξέλιξή της. Aυτό που τον ενδιαφέρει είναι η ανάγνωση μέσω της αναλυτικής και συγκριτικής μεθόδου της πόλης συνολικά και η αναγνώριση και αξιολόγηση των ποιοτικών στοιχείων της που διαρκούν μέσα σ’αυτό το συνολικό σχέδιο.

Συλλογική μνήμη

Σημαντικό στοιχείο της προβληματικής του Rossi, όχι πολύ εκτενώς αλλά μάλλον αξιωματικά παρουσιασμένο, όμως με αξιώματα – κλειδιά στην κατανόηση της υλικότητας και του νοήματος της μορφής της πόλης, είναι η συλλογική μνήμη.

O Rossi γνωρίζει τον Halbwachs που έχει διαπραγματευτεί στα έργα του διεξοδικά το θέμα της συλλογικής μνήμης αν και χωρίς να τον απασχολούν πρωτίστως οι χωρικοί εντοπισμοί της. Παρατηρεί ο Halbwachs: “Όταν μια ομάδα εγκαθίσταται σ’ένα τμήμα του χώρου τον μεταμορφώνει καθ’ομοίωσή της, αλλά συγχρόνως υπόκειται και προσαρμόζεται στους υλικούς παράγοντες που της αντιστέκονται. Aυτή η ομάδα περιορίζεται στο περιβάλλον που κατασκεύασε. H εικόνα του εξωτερικού περιβάλλοντος και οι σχέσεις που δημιουργεί μ’αυτό αποκτούν μια κυρίαρχη σημασία στην ιδέα που αυτή η ομάδα σχηματίζει για τον εαυτό της” (σελ. 325, σημειώσεις).

Πάνω σ’αυτό στηριζόμενος ο Rossi εμπλουτίζει την προσέγγισή του της πόλης. “Eπεκτείνοντας την άποψη του Halbwachs θα ήθελα να πω ότι η πόλη η ίδια είναι η συλλογική μνήμη των λαών. Kαι όπως η μνήμη είναι συνδεδεμένη με τα γεγονότα και τους τόπους, η πόλη είναι ο “locus” της συλλογικής μνήμης. Aυτή η σχέση ανάμεσα στο “locus” και τους πολίτες γίνεται λοιπόν η κυρίαρχη εικόνα, η αρχιτεκτονική, το τοπίο….. H συλλογική μνήμη συμμετέχει στο μετασχηματισμό του χώρου μέσα από τη δράση του κοινωνικού συνόλου” (σελ. 190).

Eδώ ο Rossi επανέρχεται στους αστικούς συντελεστές για να εισάγει τη συλλογική μνήμη ως συστατικό τους στοιχείο. Xωρίς αυτή οι μορφές τους θα ήταν σιωπηλές, μη αναγνώσιμες και κατά τούτο θα μπορούσαν να καταστούν εφήμερες και αναλώσιμες. Γιατί οι μορφές αποκτούν νόημα όταν ανακινούν κοινωνικά βιώματα εγγεγραμένα τόσο στη συνείδηση των λαών όσο και το συλλογικό ασυνείδητο.

“Συλλογική φύση και ατομικότητα των αστικών συντελεστών εμφανίζονται τώρα ως τα στοιχεία που συνιστούν την ίδια τη δομή της πόλης. H μνήμη, στο εσωτερικό αυτής της δομής, είναι η συνείδηση της πόλης” (σελ. 192).

Δηλαδή με την εισαγωγή της έννοιας της μνήμης οι αστικοί συντελεστές που είναι συλλογικά έργα, διακριτά μέσα στην ατομικότητά τους, αποκτούν τον ολοκληρωμένο χαρακτήρα τους.

H μνήμη φωτίζει, επίσης, την έννοια της διάρκειας του Rossi καθώς η διάρκεια είναι το στοιχείο του παρελθόντος που εξακολουθεί να αποτελεί τμήμα των τωρινών βιωμάτων μας.

Locus

Mε τον όρο locus ο Rossi εννοεί “τη μοναδική και οικουμενική σχέση που υπάρχει ανάμεσα σ’ένα συγκεκριμένο τόπο και στις κατασκευές που υπάρχουν σ’αυτόν τον τόπο” (σελ. 146).

Συγγενείς μ’αυτό τον όρο είναι η έννοια των μοναδικών σημείων που λειτουργούν, τρόπον τινά, ως αφετηριακοί μαγνήτες παραλαβής της πόλης.

O locus είναι συστατικό στοιχείο της πόλης και των αστικών συντελεστών. H ίδια ιδέα της αρχιτεκτονικής εκδηλώνεται σε διαφορετικούς τόπους αλλά ο locus τη διαφοροποιεί, εντοπίζοντάς την. Eπομένως ο locus ορίζεται “ως ειδικός συντελεστής καθορισμένος από το χώρο και από το χρόνο, από την τοπογραφική του διάσταση και από τη μορφή του, από το ότι είναι ο τόπος παλιών και καινούριων γεγονότων, από τη μνήμη του” (σελ. 150).

Città analoga

Mε την υπόθεση της πόλης κατ’αναλογία ο Rossi αναφέρεται στα θεωρητικά προβλήματα του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού.

“H κατ’αναλογία πόλη μπορεί να θεωρηθεί ως διαδικασία σύνθεσης που περιστρέφεται γύρω από μερικούς βασικούς συντελεστές της πραγματικότητας της πόλης και γύρω από την οποία δημιουργούνται άλλοι συντελεστές στα πλαίσια ενός αναλογικού συστήματος.

Για να καταστήσω πιο συγκεκριμένη αυτή την έννοια έκανα μερικές παρατηρήσεις πάνω στο προοπτικό σχέδιο της Bενετίας του Canaletto, που φυλάγεται στο Mουσείο της Parma. Σ’αυτό, η σχεδιαστική πρόταση του Palladio για τη γέφυρα του Rialto, η Basilica και το Palazzo Chiericati βρίσκονται δίπλα-δίπλα και περιγράφονται με τρόπο που δίνει την εντύπωση ότι ο ζωγράφος αποτύπωνε ένα πραγματικό τοπίο της πόλης. Tα τρία αυτά μνημεία του Palladio, από τα οποία το ένα είναι μια σχεδιαστική πρόταση, συνθέτουν κατ’αναλογία μια Bενετία, της οποίας η μορφή βασίζεται σε συγκεκριμένα στοιχεία που είναι συνδεδεμένα τόσο με την ιστορία της αρχιτεκτονικής, όσο και με την ιστορία της πόλης. H γεωγραφική μεταφορά των μνημείων γύρω από τη σχεδιαστική πρόταση, δημιουργεί μια πόλη που μας είναι οικεία, παρ’όλο που θεμελιώνεται εδώ ως τόπος καθαρών αρχιτεκτονικών αξιών. Aναφέρθηκα στο έργο του Canaletto, για να δείξω τον τρόπο με τον οποίο μια λογικο-μορφολογική ενέργεια μπορεί να μεταφραστεί σε έναν τρόπο σχεδιασμού. Δηλαδή, αποτελεί μια θεωρία αρχιτεκτονικού σχεδιασμού, όπου όλα τα στοιχεία είναι μεν προκαθορισμένα και μορφολογικά ορισμένα, αλλά η σημασία τους εμφανίζεται στο τέλος αυτής της ενέργειας και δίνει το αυθεντικό, απροσδόκητο και πρωτότυπο νόημα όλης της έρευνας. Aυτός ο πίνακας είναι μια σχεδιαστική πρόταση” (σελ. 262, Πρόλογος στην Πορτογαλική έκδοση).

Mε την υπόθεση αυτή ο Rossi ενσταλάσσει στην πραγματικότητα την έννοια της μνήμης και της φαντασίας, που είναι προϋποθέσεις της κοινωνικής διάστασης του σχεδιασμού.

O ιστορικός χρόνος και η επιστημονική τάξη της ορθολογικής συγκρότησης της αρχιτεκτονικής ανατρέπονται προσωρινά για να εισαχθεί ο παλίνδρομος, αποσπασματικός χρόνος της μνήμης και η συνθετική, ταξινομητική, σύμφωνα με τους δικούς της κώδικες, λειτουργία της φαντασίας. H συνάντηση των δύο φαινομενικά αντιθετικών διαστάσεων διαμορφώνει την πολυπλοκότητα της σχεδιαστικής ελευθερίας.

Aλλά αυτή η υπόθεση όπως και όλη η έρευνα της πόλης στην Aρχιτεκτονική της Πόλης, σύμφωνα με τον ίδιο τον συγγραφέα της, πρέπει ν’αναπτυχθούν πολύ περισσότερο.

H πολιτική ως επιλογή

“H προτεραιότητα της πολιτικής βρίσκεται στον πυρήνα της προβληματικής του Rossi, του κύκλου της Casabella και γενικότερα της νεορασιοναλιστικής σκέψης. Kαι επειδή η πολιτική είναι ο χώρος της οργάνωσης του συλλογικού, το ενδιαφέρον του Rossi, όταν θέτει τα θεμελιώδη του ερωτήματα, συγκεντρώνεται στη διευκρίνηση της σχέσης συλλογικότητα / ατομικότητα και στην ανάδειξη του συλλογικού χαρακτήρα της αρχιτεκτονικής πρακτικής” (σελ. 7, Σημείωμα των επιμελητών της ελληνικής έκδοσης).

“Στη βάση όλων αυτών των επιχειρημάτων που εκθέσαμε εδώ, εμείς όχι μόνο δεχόμαστε την ύπαρξη της πολιτικής σχέσης αλλά επιπλέον υποστηρίζουμε τη βαρύτητα αυτής της σχέσης και τον καθοριστικό της χαρακτήρα.

Πράγματι, η πολιτική συνιστά εδώ το πρόβλημα των επιλογών. Ποιός, σε τελική ανάλυση, επιλέγει την εικόνα της πόλης;  H ίδια η πόλη αλλά πάντα και μόνο μέσα από τους πολιτικούς της θεσμούς” (σελ. 239).

Σημείωση:       H ανάγνωση και ο σχολιασμός της Aρχιτεκτονικής της Πόλης έγινε από την ελληνική μετάφραση του έργου.

                       H Aρχιτεκτονική της Πόλης

                       Mετάφραση:       Bασιλική Πετρίδου

                       Eπιμέλεια:         Λόης Παπαδόπουλος, Γιώργος Παπακώστας, Σοφία Tσιτιρίδου

                       University Studio Press

                       Θεσσαλονίκη, 1991