19/4/2013

ΕΝΝΟΙΕΣ ΚΑΙ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΑΓΑΘΩΝ

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

Ας ξεκινήσουμε από βασικές έννοιες και ορισμούς της ριζοσπαστικής αριστεράς, που αφορούν στα «κοινά» και τα «δημόσια» αγαθά. Μια δίκαιη κοινωνία πρέπει κατ’ αρχήν να διασφαλίζει ένα κοινό, επαρκές επίπεδο διαβίωσης σε όλους τους πολίτες, ανεξάρτητα από κοινωνική τάξη, φύλο, έθνος, ηλικία, εισόδημα. Για τον σκοπό αυτό πρέπει, από τη μια πλευρά, η πρόσβαση σε τομείς, όπως η υγεία, η παιδεία, ο πολιτισμός και η πληροφορία, η ασφάλιση και η σύνταξη να αποδίδονται εξίσου σε όλους/ες, μέσω της αναδιανομής του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου και, από την άλλη, πρέπει όλοι οι φυσικοί και οι σημαντικοί υλικοί πόροι ν’ αποτελούν δημόσια ιδιοκτησία.

Η Τοπική Αυτοδιοίκηση θεσμικά αλλά και πολιτικά διαχειρίζεται κοινά και δημόσια αγαθά. Αναλαμβάνει βασικές λειτουργίες του αποκεντρωμένου κοινωνικού κράτους στην παιδεία – λειτουργικές δαπάνες και συντήρηση σχολικών κτηρίων, βρεφονηπιακοί σταθμοί, μεταφορά μαθητών, στην υγεία – πρωτοβάθμια περίθαλψη με τα δημοτικά ιατρεία, στη στήριξη ευπαθών και ευάλωτων κοινωνικών ομάδων – «βοήθεια στο σπίτι», ΚΑΠΗ, κοινωνικά επιδόματα, απεξάρτηση, σίτιση και στέγαση απόρων συμπολιτών μας. Επίσης, υπηρεσίες του αποκεντρωμένου κοινωνικού κράτους αφορούν στον πολιτισμό και τον αθλητισμό. Η Τοπική Αυτοδιοίκηση εμπλέκεται, επίσης, στην περιβαλλοντική προστασία, τον πολεοδομικό και χωροταξικό σχεδιασμό, στη διαμόρφωση και συντήρηση των δημόσιων χώρων, στην κατασκευή έργων κοινωφελούς σκοπού, σε αναπλάσεις του οικιστικού και φυσικού περιβάλλοντος, στη διαχείριση των απορριμμάτων – θέμα εξαιρετικά ζωτικό σήμερα. Σ’ αυτή τη δεύτερη ενότητα αρμοδιοτήτων  της Τ.Α. δεν θα εστιάσουμε σήμερα.

Παρά τη σωρεία ενστάσεων που προβάλλουμε ως ριζοσπαστική αριστερά για το βίο και την πολιτεία πολλών σημερινών δημοτικών πλειοψηφιών και την κριτική που ασκούμε στον ίδιο το θεσμό, στην εποχή του Καλλικράτη και των μνημονίων, οι δήμοι παραμένουν ο μοναδικός, ίσως, δημοκρατικός θεσμός του σημερινού ελληνικού κράτους. Είναι η εγγύτητα με τους πολίτες που προσδίδει έστω περιορισμένη διαφάνεια στην ασκούμενη δημοτική πολιτική και θέτει τις δημοτικές αρχές με άμεσο τρόπο στην κριτική της κοινωνίας, η οποία παρεμβαίνει μέσω των φορέων, των κοινωνικών ομάδων, των κινημάτων αλλά και κάθε πολίτη, στο επίπεδο λήψης και ελέγχου των αποφάσεων.

ΣΗΜΕΙΟ 2.

Η ΜΝΗΜΟΝΙΑΚΗ  ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΗ  ΤΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

ΟΙ ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Η Τοπική Αυτοδιοίκηση συμμετέχει στο συνολικό δημοσιονομικό χρέος της χώρας με ποσοστό μόλις 0,9%, ένα από τα χαμηλότερα της Ευρώπης των 27. Συγκεκριμένα βρίσκεται στη δεύτερη χαμηλότερη θέση από πλευράς χρέους. Από τα 325 δισ. του δημόσιου χρέους η Τοπική Αυτοδιοίκηση συμμετέχει με 2,5 δισ., εκ των οποίων 1,7 δισ. από δάνεια και 835 εκατ. ληξιπρόθεσμα, όταν τα τελευταία χρόνια έχει μειωθεί η κρατική χρηματοδότηση στο 60% των Κεντρικών Αυτοτελών Πόρων, και για το 2013 θα δοθούν 1,7 δισ. λιγότερα κονδύλια από πέρσι.

Η οικονομική ασφυξία που υφίσταται η Τοπική Αυτοδιοίκηση συνδυάζεται με μια πρωτοφανή επίθεση σε όλα τα επίπεδα λειτουργίας της. Η εφαρμογή του Παρατηρητηρίου για τον έλεγχο των δαπανών, που ουσιαστικά καταργεί το αυτοδιοίκητο, και τα μέτρα για διαθεσιμότητες-απολύσεις των εργαζομένων στους ΟΤΑ, οδηγούν στη διάλυση και την περιθωριοποίηση του θεσμού.

Η παραπάνω πολιτική, που πλήττει ευθέως όλες τις λειτουργίες του αποκεντρωμένου κοινωνικού κράτους, μεταφέροντας τα βάρη της καπιταλιστικής κρίσης στις λαϊκές τάξεις και την εργασία, αποτελεί ταυτόχρονα σχέδιο ανάκαμψης του κεφαλαίου μέσω των ιδιωτικοποιήσεων πρώην αυτοδιοικητικών υπηρεσιών.

Μ’ άλλα λόγια επιβάλλεται η στρατηγική της Διάσκεψης Υπουργών Κοινωνικής Πολιτικής του ΟΟΣΑ, με την οποία “το κράτος ρυθμίζει το κοινωνικό περιβάλλον, αντί του κράτους που χορηγεί κοινωνικές παροχές”. Ταυτόχρονα, μέσα από “σύγχρονα” συγκαλυμμένα ιδιωτικά εργαλεία, όπως είναι οι ΜΚΟ αλλά και διαστρεβλωμένες μορφές κοινωνικής οικονομίας (συνεταιρισμοί, εταιρείες λαϊκής βάσης, κ.λπ.), επιχειρείται – στη βάση των Συνθηκών της Ε.Ε. και των αντιλήψεων που απορρέουν από τη νεοφιλελεύθερη οικονομική λογική – να εφαρμοστεί η ανταποδοτικότητα στις παρεχόμενες υπηρεσίες και η διάλυση των εργασιακών σχέσεων. Αντίθετα, μια πραγματική κοινωνική οικονομία δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα, αλλά στηρίζεται στην κοινωνική χρησιμότητα του παραγόμενου έργου και στις αρχές της αμοιβαιότητας, της αλληλοβοήθειας, της αλληλεγγύης.

Στην κυβερνητική και ευρωπαϊκή στρατηγική, που περιγράψαμε, εντάσσεται η διείσδυση γερμανικών κεφαλαίων σε βασικούς δημόσιους τομείς και αρμοδιότητες του κράτους «από τα κάτω», με ιδιωτικοποίηση δημόσιων αγαθών και απορρόφηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων των αναπτυξιακών προγραμμάτων σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο. Το Πρωτόκολλο Συνεργασίας Ελλάδας – Γερμανίας για την Τοπική Αυτοδιοίκηση προωθεί αυτή την κατεύθυνση. Η Ελληνογερμανική Συνέλευση και η παρουσία του Φούχτελ επί ένα χρόνο στη χώρα μας το αποδεικνύουν. Ήδη επιχειρείται, μέσω συμφώνων συνεργασίας για τη μεταφορά τεχνογνωσίας και παροχής συμβουλευτικής υποστήριξης, να προωθηθούν επιχειρηματικά σχέδια στην ενέργεια, στη διαχείριση των απορριμμάτων, στον τουρισμό, στον  κοινωνικό και υγειονομικό τομέα κ.λπ.

Οι ιδιωτικοποιήσεις, λοιπόν, ως ενιαία στρατηγική της τρόικας εσωτερικού και της τρόικας εξωτερικού, επελαύνουν πάνω στα ερείπια των εργασιακών δικαιωμάτων, του κοινωνικού κράτους και πάνω στην εκποίηση της δημόσιας περιουσίας και των δημόσιων αγαθών. Για να χειραγωγηθεί πολιτικά η Αυτοδιοίκηση εγκαθίστανται το Παρατηρητήριο και ο έλεγχος από το κεντρικό κράτος των αποφάσεων- μ’ άλλα λόγια η δέσμευση της πολιτικής και η μετατροπή της αυτοδιοίκησης σε κρατική διοίκηση.

ΣΗΜΕΙΟ 3.

Η ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΩΣ ΒΑΣΙΚΗ ΑΡΧΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΛΑΙΚΩΝ ΤΑΞΕΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ  ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗ ΜΝΗΜΟΝΙΑΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΩΣ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΗ ΣΥΝΘΗΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΜΙΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

Οι ίδιες οι έννοιες των κοινών και δημόσιων αγαθών και του κοινωνικού κράτους στα οποία αναφερθήκαμε εδράζονται στην αλληλεγγύη της κοινωνίας, που υποστασιοποιείται σε δημόσιους θεσμούς και κοινωνικές πρακτικές. Η αλληλεγγύη επανήλθε στο αντιμνημονιακό προσκήνιο επειδή ακριβώς είχε εκπέσει, τόσο στην κοινωνία όσο και ως κρατική πολιτική που διασφαλίζει ένα βασικό επίπεδο διαβίωσης στο σύνολο των πολιτών, αδιακρίτως κοινωνικής τάξης ή άλλης κοινωνικής διαφοράς.

Η αλληλεγγύη μεταξύ τάξεων και γενεών είναι η πολιτικοιδεολογική επιλογή που οδήγησε στον κοινωνικό μισθό, ο οποίος θεμελιώθηκε στα αναπτυγμένα ευρωπαϊκά κράτη μετά τον β’ παγκόσμιο πόλεμο, ως αποτέλεσμα του συσχετισμού δυνάμεων μετά τον μαζικό λαϊκό αντιφασιστικό αγώνα και τη νίκη απέναντι στο φασισμό.

Ο νεοφιλελευθερισμός έπληξε την κοινωνική αλληλεγγύη και εκθεμελίωσε το αλληλέγγυο κοινωνικό κράτος. Η λεγόμενη συντεχνιακή κοινωνία είναι η κοινωνία των επιμέρους επαγγελματικών ή άλλων συμφερόντων μεταξύ των οποίων δεν υπάρχει σύνθεση αλλά ανταγωνισμός και σύγκρουση. Όλη αυτή η πολυδιάσπαση αποτέλεσε την αχίλλειο κοινωνική πτέρνα από την οποία διείσδυσε η μνημονιακή κυβερνητική προπαγάνδα του διαίρει και βασίλευε, που επέβαλε τη σκληρή και γενικευμένη ταξική πολιτική στο σύνολο των λαϊκών και μεσαίων κοινωνικών τάξεων.

Η δημόσια μέριμνα για την υγεία, την παιδεία, τη σύνταξη, την ασφάλιση, όλες αυτές οι κατακτήσεις δεκαετιών, κατεδαφίστηκαν σταδιακά από το 2009 μέχρι σήμερα με 3 μνημόνια, τροϊκανή επιτήρηση και υποθήκευση της χώρας.

Η αλληλεγγύη ως κρατική πολιτική βυθίστηκε στην αποπληρωμή του χρέους, το οποίο αποδόθηκε εξίσου σε πλούσιους και φτωχούς, ενοχοποιώντας τους δεύτερους για τη δημιουργία του.  Η αυτοδιοίκηση δέχθηκε το μεγαλύτερο πλήγμα στην κοινωνική πολιτική που ασκούσε ως αποκεντρωμένο κοινωνικό κράτος. Ήδη αναφέρθηκα αναλυτικά σ’ αυτό. Ταυτόχρονα, όμως, η αυτοδιοίκηση αντιμετώπισε νέους τομείς  πρωταρχικών αναγκών επιβίωσης, όπως το ζήτημα της τροφής και της στέγης, ερχόμενη σε επαφή τόσο με τη γενικευμένη φτωχοποίηση της κοινωνίας όσο και με τις αλληλέγγυες κοινωνικές δράσεις από τα κάτω.

Η αλληλεγγύη αποτελεί στρατηγική επιλογή της ριζοσπαστικής αριστεράς για το σήμερα και το αύριο μιας νέας κοινωνίας. Αφορά σε  βασικά νοήματα και σχέσεις μιας κοινωνίας, η οποία αγωνίζεται για τα κοινά αγαθά, για ν’ ανακτήσει και να επαναθεσμίσει τον δημόσιο χώρο, αλλά και για να υπερβεί σταδιακά το κράτος και την αποξένωση των ανθρώπων από τον εαυτό τους και τους άλλους, δημιουργώντας αυτόνομες μορφές κοινωνικής  παραγωγής και κοινωνικής αυτοθέσμισης.

Η κοινωνική αλληλεγγύη αποτελεί στρατηγική όχι μόνο για την επιβίωση της κοινωνίας αλλά και για την οργάνωση της παραγωγής, της οικονομίας και της συλλογικής ζωής, καθώς και για τη συμβίωση στη βάση ενός αντικαπιταλιστικού αξιακού πρότυπου. Γι’ αυτό περιλαμβάνει θεσμούς άμεσης ανταλλαγής μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών, συνεταιριστικές μορφές που εμπίπτουν ή όχι στο νέο νόμο της κοινωνικής οικονομίας, συνεταιρισμούς παραγωγών, αδιαμεσολάβητες από το χρήμα ανταλλαγές, αυτοδιαχειριζόμενες μονάδες που εγκαταλείπουν οι εργοδότες, παραγωγικές μονάδες, καταναλωτικούς συνεταιρισμούς, κ.λπ., κ.λπ. Ανακαλεί αρχές συλλογικής κατανάλωσης, επανάχρησης, ανακύκλωσης και αποδέσμευσης της αξίας του χρόνου από το κριτήριο της παραγωγής εμπορευμάτων για το κέρδος του κεφαλαίου. Ενεργοποιεί τη λαϊκή πρωτοβουλία και την αυτοργάνωση.

Απ’ αυτή την άποψη οι αλληλέγγυες πρωτοβουλίες που αναλαμβάνονται σήμερα σε μαζική κλίμακα δεν απαντούν μόνο σε ανάγκες επιβίωσης αλλά θέτουν το όραμα μιας νέας κοινωνίας.

Αντίστοιχα αλληλέγγυο, αποκεντρωτικό, συμμετοχικό και αντιγραφιεοκρατικό είναι και το αυτοδιοικητικό μας σχέδιο. Στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, αποκεντρωμένη ώστε ν’ ακουμπά στις τοπικές κοινωνίες και δημοκρατική ώστε να ασκεί πολιτική σύμφωνη με τις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών, το κοινωνικό κράτος αποκτά στρατηγική σημασία για την επιβίωση της κοινωνίας.

Οι σημερινές κοινωνικές υπηρεσίες πρέπει να ανασυνταχθούν και ν’ αποτελέσουν βασικούς δημόσιους θεσμούς αναδιανομής του υπάρχοντος πλούτου με βασικό κριτήριο την αλληλεγγύη. Ταυτόχρονα, οι νέες ανάγκες εμπλέκουν την αυτοδιοίκηση στο θέμα της τροφής και της στέγης, δηλαδή σ’ ένα σχέδιο επιβίωσης της κοινωνίας πόλης και, πρωτίστως, των ευάλωτων και ευπαθών ομάδων, που αριθμούν σήμερα εκατομμύρια. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται ο στόχος : κατοικία,  κοινωνικές υποδομές, δημόσιοι χώροι για όλους.