Ο δημοκρατικός δρόμος για τον σοσιασλισμό
Ο Πουλαντζάς σήμερα
Διεθνές συνέδριο, 30 χρόνια από το θάνατό του
Παρασκευή 18, Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2009, Ινστιτούτο GOETHE Αθηνών
εισήγηση : Ελένη Πορτάλιου
Σε μνήμη
Το 1979, ο Νίκος Πουλαντζάς αυτοκτόνησε.
Αυτή η απουσία 30 χρόνων τον κρατά κοντά μας άφθαρτο, με την αύρα του Μάη και του φλογερού θεωρητικού του έργου, που δημιούργησε στα χρόνια των παγκόσμιων και ευρωπαϊκών εξεγέρσεων. Έγραφε με την αίσθηση του επείγοντος σε μια εποχή που οι ταξικοί αγώνες εγγράφονταν σε ιδέες και οι ιδέες ήταν μάχιμες. Ήταν ο σύντροφός μας στο ΚΚΕ Εσωτερικού, το οποίο βρισκόταν, όσον αφορά τις κυρίαρχες θεωρητικές και πολιτικές του θέσεις, σε πλήρη διάσταση με το έργο του Πουλαντζά. Αλλά για όσους και όσες επιμέναμε στο στόχο της ανανέωσης του κομμουνιστικού κινήματος, αποτελούσε την αναφορά μας. Αυτός ο δεσμός των νεανικών μας χρόνων, παραμένει για μένα ακατάλυτος.
1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ο τίτλος της παρέμβασής μου δεν πρέπει να εκληφθεί κυριολεκτικά. Το έργο του Πουλαντζά δεν περιλαμβάνει μια θεωρία των κοινωνικών κινημάτων και της συλλογικής δράσης. Ούτε, άλλωστε, και μια έτοιμη στρατηγική – αυτή του δημοκρατικού δρόμου. Ο Νίκος Πουλαντζάς είναι, πρωτίστως, ο θεωρητικός του Κράτους και της ταξικής πάλης. Μέσα από το συνολικό έργο του, ιδιαίτερα από το τελευταίο «Το Κράτος, η Εξουσία, ο Σοσιαλισμός», που συμπυκνώνει και αποκρυσταλλώνει προγενέστερες θέσεις ώστε να γίνουν χρηστικές στην πολιτική δράση και να συμβάλλουν στα επίδικα πολιτικά ερωτήματα του τέλους της 10ετίας του 1970, μπορούμε να προσεγγίσουμε τις έννοιες των κοινωνικών κινημάτων και του δημοκρατικού σοσιαλισμού και να κατανοήσουμε τις μεταξύ τους σχέσεις.
Τα κοινωνικά κινήματα και ο δημοκρατικός δρόμος για τον σοσιαλισμό θα παραμένουν, ωστόσο, έννοιες περιγραφικές ή/και επιδεκτικές πολλαπλών ερμηνειών, αν τις δούμε αποσπασμένες από τις θεωρητικές προσεγγίσεις του Κράτους και της ταξικής πάλης. Ο Πουλαντζάς συνθέτει το έργο του για να επαναπροσδιορίσει το καπιταλιστικό Κράτος στο πλαίσιο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (ΚΤΠ), σε σχέση με τις κοινωνικές τάξεις και την ταξική πάλη. Όπως ο ίδιος λέει «ολόκληρη η πολιτική θεωρία του αιώνα μας θέτει στην ουσία – ανοιχτά ή όχι – το ίδιο πάντα ζήτημα : ποια είναι η αμοιβαία σχέση ανάμεσα στο Κράτος, την Εξουσία και τις Κοινωνικές Τάξεις ;» 1 .
2. ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΤΑΞΙΚΗ ΠΑΛΗ
2.1 Τα μέτωπα, οι οριοθετήσεις
Ο ορισμός του Κράτους αποτελεί ένα θεωρητικό επίδικο αλλά και ένα πολιτικό διακύβευμα. Ο Πουλαντζάς αντιπαρατίθεται στην ουσιοκρατική, εργαλειακή, τοπολογική θεώρηση του Κράτους. Αν και, όταν γράφει «το Κράτος, η Εξουσία, ο Σοσιαλισμός», οι αναλύσεις του ΓΚΚ έχουν εξελιχθεί, η βασική προσέγγιση του κόμματος βασίζεται στη θεωρία του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού, δηλαδή στη συγχώνευση Κράτους και μονοπωλίων, με δύο σοβαρές επιπτώσεις : από τη μια, το Κράτος φέρεται να είναι ένα εργαλείο στα χέρια των μονοπωλίων, άρα αδιαπέραστο από την ταξική πάλη και, από την άλλη, αυτό το εργαλείο, εμφανίζοντας ουδετερότητα οργάνου, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί διαφορετικά σε μια αλλαγή της κρατικής εξουσίας , από την εργατική τάξη, για τη μετάβαση στο σοσιαλισμό.
Ανάλογη είναι η εργαλειακή αντίληψη του Κράτους που συνιστά τον κρατισμό της παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατίας. Πρόκειται, όπως λέει ο Πουλαντζάς, «για το Κράτος – Υποκείμενο, κάτοχο μιας ενδογενούς ορθολογικότητας που την ενσαρκώνουν οι πολιτικές ελίτ και μόνοι οι μηχανισμοί της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας» 2. Σε παρόμοια αντίληψη, ως προς το Κράτος και τους μετασχηματισμούς του, κινήθηκε και το ρεύμα του δεξιού ευρωκομμουνισμού, επικεντρώνοντας την προσοχή του στους υπαρκτούς θεσμούς του Κράτους και στη διατήρηση της πολυκομματικής δημοκρατίας , όχι στις ρήξεις και την είσοδο των μαζών στην πολιτική, για τη ριζική αλλαγή των συσχετισμών και των κρατικών μηχανισμών, μέσα από μορφές άμεσης δημοκρατίας. Αλλά σ’ αυτό το θέμα θα επανέλθουμε
Η σύγκρουση στο θεωρητικό επίπεδο σχετικά με το Κράτος, που παραπέμπει και στη συγκρότηση της έννοιας της τάξης, αφορά, από τη μεριά του Πουλαντζά και του Αλτουσέρ, πρωτίστως το μέτωπο στον ιστορικισμό ή την προβληματική του υποκειμένου. Από τη σκοπιά αυτή ασκεί κριτική στον Λούκατς, τον Σαρτρ, τον Μαρκούζε, τον Γκολντμάν αλλά και στις λειτουργιστικές ερμηνείες του Μαρξ, όπως αυτές του Ντάρεντορφ και του Μπουρντιέ.
Όπως γράφει, στον α΄ τόμο του έργου του «Πολιτική Εξουσία και Κοινωνικές Τάξεις»: « Η ιστορικιστική προβληματική, που συνδέεται άμεσα με την εγελιανή προβληματική, εννοεί την τάξη ως υποκείμενο της ιστορίας, σαν παράγοντα γενετικής παραγωγής των δομών ενός κοινωνικού σχηματισμού και σαν παράγοντα των μετασχηματισμών τους» 3. Από δω απορρέει η θεωρητική διαίρεση της κοινωνικής τάξης σε «τάξη καθεαυτή», δηλαδή καθορισμένη από τη θέση της στην οικονομική δομή και «τάξη για τον εαυτό της», δηλαδή η τάξη σε σχέση με την ταξική πάλη. Το ανάλογο αυτής της ταξικής προβληματικής, όσον αφορά το Κράτος, είναι η θεώρησή του ως προϊόντος ενός υποκειμένου – της κυρίαρχης τάξης, «της οποίας το Κράτος αποτελεί ένα απλό όργανο κυριαρχίας, χειραγωγήσιμο κατά τη θέλησή της. Η ενότητα αυτού του Κράτους υπάγεται έτσι σε μια υποθετική ενότητα της «θέλησης» της κυρίαρχης τάξης απέναντι στην οποία το Κράτος δεν παρουσιάζει καμιά αυτονομία» 4 .
Ο Πουλαντζάς θα αποδώσει αργότερα, στη συνέντευξή του που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “Dialectiques”, με τίτλο «Πορεία προς ένα προβληματικό Ευρωκομμουνισμό», μια ροπή δική του και του Αλτουσέρ προς τον στρουκτουραλισμό, ακριβώς γιατί το κύριο μέτωπό τους αφορούσε τον ιστορικισμό, πράγμα που είχε επιπτώσεις και στο δικό του έργο. Συγκεκριμένα, στη διάκριση που κάνει στο «Πολιτική Εξουσία και Κοινωνικές Τάξεις» ανάμεσα σε δομές και πρακτικές, θέση που δεν διατήρησε στο έργο «Οι Κοινωνικές Τάξεις στον Σύγχρονο Καπιταλισμό» . Παρά ορισμένες συγκλίσεις με τον Αλτουσέρ , όπως το μέτωπο στον ιστορικισμό, η θέση του Πουλαντζά διαφέρει ριζικά από την Αλτουσεριανή προσέγγιση του Κράτους.
2.2 Οι θέσεις για το Κράτος
Ορίζοντας έτσι, κατ’ αντιπαράθεση, το πεδίο του Κράτους και της ταξικής πάλης, ο Πουλαντζάς διαυγάζει τα βασικά σημεία του έργου του στα μείζονα αυτά ζητήματα και διατυπώνει τις θέσεις από τις οποίες θα συναγάγουμε στη συνέχεια την προσέγγιση των κοινωνικών κινημάτων και της μετάβασης σ’ ένα δημοκρατικό σοσιαλισμό. Θεμελιώνει το θεωρητικό του έργο αντλώντας από τα κλασικά κείμενα του μαρξισμού. Οι αναφορές του στους Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, Γκράμσι είναι διαρκείς. Όπως ο ίδιος δηλώνει, η εννοιολογική κατηγορία της «σχετικής αυτονομίας» με την οποία προσεγγίζει το Κράτος και την πολιτική, παραμένει στο μαρξιστικό πλαίσιο, που αποδέχεται τον καθοριστικό ρόλο της οικονομίας στην πιο σύνθετη έννοια του όρου : όχι δηλαδή τον καθορισμό από τις παραγωγικές δυνάμεις αλλά από τις σχέσεις παραγωγής και τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας.
Ο Πουλαντζάς επισημαίνει κενά και επιμέρους αντιφάσεις στο έργο των κλασικών του μαρξισμού, αλλά από αυτούς αντλεί και σ’ αυτούς στηρίζει τη θεμελίωση της βασικής του προσέγγισης του Κράτους σε σχέση με την ταξική πάλη : από το Κεφάλαιο αλλά και τα καθεαυτό πολιτικά έργα που καταπιάνονται με το Κράτος , την Πολιτική, την Εξουσία. Όμως, μας προειδοποιεί ότι «δεν βρίσκουμε στους κλασικούς του μαρξισμού μια γενική θεωρία του Κράτους, όχι επειδή αυτοί απλώς δεν μπόρεσαν ή δεν ήξεραν, για ορισμένους λόγους, ν’ αναπτύξουν ολοκληρωμένα μια τέτοια θεωρία, αλλά επειδή δεν μπορεί να υπάρξει μια γενική θεωρία του Κράτους και της Εξουσίας»5. Μπορεί, βέβαια, να υπάρξουν «θεωρητικές προτάσεις αναφορικά με το Κράτος : αυτές όμως έχουν την ίδια θέση μ’ εκείνες του Μαρξ που αφορούν την “παραγωγή γενικά”» 6 . Και τούτο συμβαίνει γιατί το Κράτος δεν είναι ένα αμετάβλητο θεωρητικό αντικείμενο, ανεξάρτητο από τους τρόπους παραγωγής, τις σχέσεις παραγωγής και την ταξική πάλη. Οι μορφές του Κράτους, τόσο όσον αφορά τα γενικά στάδια του καπιταλισμού (φιλελεύθερος καπιταλισμός, μονοπωλιακός καπιταλισμός) όσο και τις διαφορετικές φάσεις τους, συναρτώνται με τους συγκεκριμένους κοινωνικούς σχηματισμούς και τις σχέσεις παραγωγής. Η θεωρία, λοιπόν, του καπιταλιστικού Κράτους δεν μπορεί ν’ αποκοπεί από μια ιστορία της συγκρότησης και της αναπαραγωγής του και δεν μπορεί να εντοπισθεί παρά μόνο δια μέσου του συσχετισμού αυτού του Κράτους με την ιστορία των πολιτικών αγώνων στον καπιταλισμό.
Ο ρόλος του Κράτους στην οικονομία είναι για τον Πουλαντζά καθοριστικός «Το Κράτος στο μονοπωλιακό καπιταλιστικό στάδιο παρεμβαίνει αποφασιστικά στην οικονομία, με την έννοια ότι ο ρόλος του δεν περιορίζεται βασικά στην αναπαραγωγή αυτού που ο Ένγκελς ονομάζει « γενικές συνθήκες» της παραγωγής της υπεραξίας, αλλά απλώνεται στον ίδιο τον κύκλο της διευρυνόμενης αναπαραγωγής του κεφαλαίου σαν κοινωνικής σχέσης» 7. Το Κράτος δεν διατηρεί μια εξωτερικότητα ως προς τις σχέσεις παραγωγής και αναπαραγωγής τους. Η οικονομία δεν είναι μια αυτοαναπαραγώγιμη και αυτορυθμιζόμενη δομή, στην οποία το Κράτος χρησιμεύει για να ορίζει τους αρνητικούς κανόνες του παιχνιδιού.
Επομένως, το Κράτος δεν είναι μόνο το άθροισμα των ιδεολογικών και κατασταλτικών μηχανισμών του, όπως το θέλει μια θεωρητική και πολιτική άποψη με την οποία ο Πουλαντζάς συγκρούεται. Εξ’ άλλου, η ιδεολογία δεν αφορά μόνο ένα σύστημα ιδεών και παραστάσεων αλλά μια σειρά υλικές πρακτικές που χαρακτηρίζουν το σύνολο των κοινωνικών πρακτικών, συμπεριλαμβανομένων των πολιτικών και οικονομικών. Απ’ αυτή την άποψη, η ιδεολογία είναι παρούσα στις σχέσεις παραγωγής και όχι μόνο στους Ιδεολογικούς Μηχανισμούς του Κράτους (εκκλησία, σχολικός μηχανισμός, ΜΜΕ, πολιτιστικοί μηχανισμοί, από μια ορισμένη άποψη η οικογένεια, αστικά και μικροαστικά κόμματα, συνδικαλιστικός μηχανισμός ταξικής συνεργασίας) και, το αντίστροφο, οι οικονομικές λειτουργίες του Κράτους είναι επιφορτισμένες με την αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας (εικόνα του Κράτους ως εγγυητή της ανάπτυξης , κ.λπ.)
Τούτων δεδομένων, για τον Πουλαντζά «το Κράτος δεν πρέπει να εννοείται ούτε σαν υποκείμενο ούτε σαν αντικείμενο αλλά σαν υλική συμπύκνωση ενός συσχετισμού δυνάμεων» 8, πράγμα που σημαίνει ότι το Κράτος συγκεντρώνει μέσα του τις ταξικές αντιθέσεις που γεννά ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας, ότι οι ταξικές αντιθέσεις διαπερνούν το Κράτος. Αυτή η άποψη συμβαδίζει με την έννοια του αστικού Κράτους, την οποία συναντάμε στον ώριμο Μαρξ, τον Ένγκελς και τον Λένιν και σημαίνει ότι το Κράτος είναι Κράτος μιας κοινωνίας διαιρεμένης σε τάξεις, όχι ένα αδιαπέραστο φρούριο που συγκροτείται από τη βούληση της κυρίαρχης τάξης.
Η αστική τάξη δεν είναι ενιαία. Το Κράτος, παρ’ ότι εκπροσωπεί κατ’ εξοχήν τα συμφέροντα της ηγεμονικής τάξης ή μερίδας, οφείλει να διατηρεί μια σχετική αυτονομία, η οποία εγγυάται την ενότητα του συνασπισμού εξουσίας, παρά τις εσωτερικές αντιθέσεις του. Κι εδώ ο Πουλαντζάς μας θυμίζει τον Γκράμσι , ο οποίος «με την οξύτατη διαίσθησή του, είδε ότι το καπιταλιστικό Κράτος στο σύνολο των μηχανισμών του (και όχι μόνο τα αστικά πολιτικά κόμματα), αναλαμβάνει ρόλο «κόμματος» απέναντι στο συνασπισμό εξουσίας, ρόλο ανάλογο με τον ρόλο που ασκεί το κόμμα της εργατικής τάξης απέναντι στη λαϊκή συμμαχία, στον “λαό”» 9.
Μ’ άλλα λόγια, το Κράτος αποκρυσταλλώνει μέσα στη δική του ενότητα τις σχέσεις παραγωγής και τις ταξικές σχέσεις και απ’ αυτή την άποψη «το σύγχρονο πολιτικό Κράτος δεν εκφράζει στο πολιτικό επίπεδο τα «συμφέροντα» των κυρίαρχων τάξεων αλλά τη σχέση αυτών των συμφερόντων με τα αντίστοιχα των κυριαρχούμενων τάξεων – πράγμα που σημαίνει ότι αποτελεί ακριβώς την «πολιτική» έκφραση των συμφερόντων των κυρίαρχων τάξεων» 10. Αυτά τα συμφέροντα το σύγχρονο Κράτος τα παρουσιάζει ως καθολικά, αυτοαναγορευόμενο σε σφαίρα του καθολικού συμφέροντος.
Με την προσέγγιση αυτή του Κράτους, ο Πουλαντζάς διαλύει μια καθαρά εργαλειακή θεώρηση της σχέσης βάσης – εποικοδομήματος, σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι υπόκεινται σε μια βάση αδιαφανή και απροσπέλαστη (οικονομισμός) και μαθαίνουν, γνωρίζουν, συνειδητοποιούν τη βάση δια του εποικοδομήματος (βολονταρισμός). Μ’ άλλα λόγια, δεν υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα σε μια «τάξη καθεαυτή» και σε μια «τάξη για τον εαυτό της» , στην οποία εισάγεται εξωτερικά η συνείδηση από το κόμμα της πρωτοπορίας. Εξ’ άλλου οι τάξεις, εντός ή εκτός κράτους, δεν υπάρχουν απριόρι αλλά μέσω της ταξικής πάλης. Οι κοινωνικές τάξεις συμπίπτουν με τις μορφές ταξικής πρακτικής, δηλαδή με την πάλη των τάξεων και βρίσκουν τη θέση τους μόνο μέσα στην αντίθεσή τους.
Ένα άλλο σημαντικό θέμα διασαφηνίζει ο Πουλαντζάς, αντιπαρατιθέμενος με τους Φουκώ και Ντελέζ, που αποδίδουν στο μαρξισμό την ταύτιση Κράτους και Εξουσίας. Η Εξουσία, μας λέει, δεν ανάγεται στο Κράτος ούτε ταυτίζεται μ’ αυτό. Η οικονομική διαδικασία είναι ταξικός αγώνας, επομένως και σχέσεις εξουσίας. Οι σχέσεις εξουσίας, όπως και η πάλη των τάξεων, υπερφαλαγγίζουν σημαντικά το Κράτος. Όμως, το σύγχρονο Κράτος «επεμβαίνοντας όλο και περισσότερο σ’ όλες τις σφαίρες της κοινωνικής πραγματικότητας, διαλύοντας το παραδοσιακά «ιδιωτικό» κοινωνικό πλέγμα , διαχέεται στα πιο λεπτεπίλεπτα δίκτυα και τείνει να εισβάλλει στους τομείς της ταξικής εξουσίας, της κάθε ταξικής εξουσίας» 11. Σε κάθε περίπτωση, «μέσα στη σχέση εξουσία/μηχανισμοί και ιδιαίτερα πάλη των τάξεων / μηχανισμοί, η πάλη (των τάξεων) είναι εκείνη που έχει τον βασικό ρόλο» 12.
3. Ο ΑΥΤΑΡΧΙΚΟΣ ΚΡΑΤΙΣΜΟΣ
Στη βάση αυτών των θεωρητικών του αρχών περί Κράτους, Εξουσίας και ταξικής πάλης, που παρουσιάστηκαν συνοπτικά, ο Πουλαντζάς εστιάζει στη σύγχρονη μορφή Κράτους – τον Αυταρχικό Κρατισμό. Προσδιορίζει, δηλαδή, τις μεταβολές και τα χαρακτηριστικά του Κράτους στο τέλος της δεκαετίας του 1970. Η προσέγγισή του αυτή επιβεβαιώθηκε τις επόμενες τρεις δεκαετίες και πρέπει να επισημάνουμε και εξ’ αυτού τη μεγάλη θεωρητική του οξυδέρκεια.
Όπως, ήδη εξηγήσαμε, για τον Πουλαντζά το Κράτος παρεμβαίνει στην οικονομία. Ο αυταρχικός κρατισμός συνδέεται με σημαντικές μεταβολές στις σχέσεις παραγωγής και τις ταξικές σχέσεις και με την ισχυροποίηση του οικονομικού ρόλου του κράτους.
Ήδη στο τέλος της 10ετίας του ’70, πολύ περισσότερο σήμερα, έχουν επέλθει τεράστιες ανισότητες που πλήττουν ορισμένες κατηγορίες του πληθυσμού. Οι αναδιαρθρώσεις αποσταθεροποιούν εν μέρει τον συνασπισμό εξουσίας και ταυτόχρονα οξύνουν τις ταξικές αντιφάσεις. « Οι αντι-τάσεις στην πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους, που το Κράτος τις βάζει σε ενέργεια για ν’ αποτρέψει τις κρίσεις, γίνονται παράγοντας μιας κρίσης που ξεπερνά την απλή οικονομική κρίση»13 . « Ο αυταρχικός κρατισμός έγκειται, επίσης, στο στήσιμο ενός ολόκληρου προληπτικού θεσμικού συστήματος για την αντιμετώπιση των λαϊκών αγώνων»14. Έτσι, οι αντιφάσεις των κρατικών μηχανισμών οξύνονται και προσλαμβάνουν χαρακτήρα πολιτικής κρίσης. Απ’ αυτή τη διπλή σκοπιά, της οικονομικής και πολιτικής κρίσης του Κράτους, πρέπει να κατανοήσουμε τους σημερινούς θεσμικούς μετασχηματισμούς, που έλαβαν και το όνομα του εκσυγχρονισμού και συνίστανται : στην υπερβολική ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας με ταυτόχρονη παρακμή του κοινοβουλίου, στην οργανική σύγχυση των τριών εξουσιών (εκτελεστικής, νομοθετικής, δικαστικής), στη μεταφορά μεγάλου μέρους των λειτουργιών των αστικών κομμάτων στην κρατική διοίκηση, στην περιστολή δικαιωμάτων και ελευθεριών, στην ενίσχυση της κρατικής βίας και καταστολής, στην πρωτοκαθεδρία των ΜΜΕ στους Ιδεολογικούς Μηχανισμούς του Κράτους, στην αδιαφάνεια και αποδιάρθρωση κάθε κλάδου και μηχανισμού του Κράτους σε τυπικά και φανερά δίκτυα και σε στεγανούς πυρήνες, τέλος στη μαζική ανάπτυξη και τον οργανωτικό ρόλο των παράλληλων κρατικών δικτύων δημόσιας, ημιδημόσιας ή παραδημόσιας υφής.
4. Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΥ ΔΡΟΜΟΥ
Η στρατηγική του δημοκρατικού δρόμου για τον σοσιαλισμό, με προεξάρχοντα τον ρόλο των κοινωνικών κινημάτων, τοποθετείται, λοιπόν, απέναντι σε μια προσδιορισμένη ιστορικά μορφή Κράτους του μονοπωλιακού καπιταλισμού, που ο Πουλαντζάς χαρακτηρίζει ως αυταρχικό κρατισμό .
«Όλη η προβληματική του δημοκρατικού δρόμου για τον σοσιαλισμό, του επαναστατικού δρόμου για τον δημοκρατικό σοσιαλισμό, είναι στενά συνδεδεμένη με το ιδιαίτερο πεδίο ανάπτυξης του καπιταλισμού» 15.
Πρέπει, όμως, να σπεύσουμε να τονίσουμε ότι για τον Πουλαντζά, όπως ακριβώς «δεν μπορεί να υπάρξει γενική θεωρία του Κράτους που να διατυπώνει γενικούς νόμους για τις μεταβολές του αντικειμένου της στους διάφορους τρόπους παραγωγής, δεν μπορεί να υπάρξει ούτε ανάλογη θεωρία για τη μεταβολή από ένα Κράτος σε ένα άλλο, και συγκεκριμένα από το καπιταλιστικό Κράτος στο σοσιαλιστικό Κράτος» 16. Από τις θεωρητικές προσεγγίσεις του καπιταλιστικού Κράτους μπορούμε να συνάγουμε σπουδαία στοιχεία για το μεταβατικό προς τον σοσιαλισμό Κράτος, αλλά αυτά «δεν μπορούν να συνιστούν παρά θεωρητικό –στρατηγικές έννοιες πρακτικού χαρακτήρα που λειτουργούν βέβαια ως οδηγοί για τη δράση, αλλά το πολύ σαν οδοδεικτικές πινακίδες»17 .
Ας δούμε πιο συγκεκριμένα αυτές τις έννοιες, τις οποίες μόνο η συγκεκριμένη πραγματικότητα σε μια συγκεκριμένη χώρα στη σχέση της με το διεθνές πλαίσιο, μπορεί να μορφοποιήσει.
Ένα πρώτο σημείο προκύπτει από τη θεώρηση της Εξουσίας όχι ως ουσίας που μπορεί να εντοπισθεί αλλά ως σχέσης, και του Κράτους ως συμπύκνωσης ενός συσχετισμού δυνάμεων, ως πεδίου διαπερατού από την ταξική πάλη. Αυτό το Κράτος δεν μπορεί να καταληφθεί, όπως ένα κάστρο, με εισβολή από τα έξω, με έφοδο – πόλεμο κινήσεων (Λένιν) ή περικύκλωση – πόλεμο θέσεων (Γκράμσι), δηλαδή με μια μετωπική στρατηγική του τύπου διπλής εξουσίας.
Η στρατηγική του δημοκρατικού δρόμου στηρίζεται, από τη μια, στους ριζικούς μετασχηματισμούς του Κράτους – των μηχανισμών και των θεσμών του και, από την άλλη, στην άμεση δημοκρατία στη βάση με την ενεργό δράση και πρωτοβουλία των κοινωνικών κινημάτων.
Εδώ τίθενται πολλά θέματα προς αποσαφήνιση σε σχέση με το Κράτος και όχι μόνο.
Ας αρχίσουμε από το θέμα της δημοκρατίας. Δεν υπάρχει στον Μαρξ, λέει Πουλαντζάς, θετική θεωρία για τη δημοκρατία, μόνο μια θεωρία της καπιταλιστικής δημοκρατίας και της δικτατορίας του προλεταριάτου. Είναι η αντιπροσωπευτική δημοκρατία τυπική και μπορεί να καταργηθεί ; Αν και προέκυψε ως μορφή εξουσίας της αστικής τάξης, είναι ταυτόχρονα μια λαϊκή κατάκτηση που, όμως, βρίσκεται σε παρακμή στο πλαίσιο του αυταρχικού κρατισμού. Η δημοκρατία, όσον αφορά τον πλουραλισμό των κομμάτων, είναι συστατικό στοιχείο του εξασθενημένου, αλλά που δεν έχει πλήρως καταργηθεί, κράτους, στη διαδικασία μετάβασης προς τον δημοκρατικό σοσιαλισμό.
Τι λέει γι’ αυτό το μείζον θέμα η μαρξιστική παράδοση ; Ο Πουλαντζάς αντιτίθεται στις απόψεις που βλέπουν στα όσα συνέβησαν στη Σοβιετική Ρωσία, το αποτέλεσμα ενός συγκεντρωτικού λενινισμού, που εμπόδισε την ανάπτυξη της δημοκρατίας στη βάση. «Η κεντρική γραμμή του Λένιν ήταν, αρχικά, απέναντι στο σοσιαλδημοκρατικό ρεύμα, στον κοινοβουλευτισμό του και στην τρομάρα που ένιωθε για το καθεστώς των συμβουλίων, ήταν η γραμμή μιας ριζικής υποκατάστασης της λεγόμενης τυπικής δημοκρατίας με τη λεγόμενη πραγματική δημοκρατία, της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας με μόνη την άμεση δημοκρατία, τη λεγόμενη δημοκρατία των συμβουλίων» 18.
Ο Πουλαντζάς βλέπει , όμως, επίσης, ένα τραγικό λάθος, το οποίο επισήμανε για τον Λένιν και τον Τρότσκι, η Ρόζα Λούξεμπουργκ, φλογερή υπέρμαχος της άμεσης δημοκρατίας των Σοβιέτ, και το οποίο συνίσταται στο ότι «με την κατάπνιξη της πολιτικής ζωής σ’ όλη τη χώρα, η ζωή των ίδιων των Σοβιέτ δεν θα μπορούσε να ξεφύγει μια εκτεταμένη παράλυση. Δίχως γενικές εκλογές, απεριόριστη ελευθερία τύπου και συγκεντρώσεων, δίχως ελεύθερη διαπάλη των διαφόρων απόψεων, η ζωή σβήνει σε κάθε πολιτικό θεσμό και θριαμβεύει μόνη η γραφειοκρατία» 19 .
Το θέμα του πλουραλισμού των κομμάτων συνδέεται ευθέως με την έννοια του κόμματος της πρωτοπορίας, σύμφωνα με την οποία δομήθηκαν τα σοσιαλδημοκρατικά και κομμουνιστικά κόμματα, όχι μόνο στην επαναστατική τους φάση αλλά και πολύ αργότερα. Και μπορεί να μην υπάρχει θεωρητική υποστήριξη μιας άμεσης σχέσης ανάμεσα στο κόμμα της πρωτοπορίας και στο μονοκομματικό σύστημα, στην πράξη, όμως, αυτά συνδέθηκαν και οδήγησαν στη δικτατορία του προλεταριάτου ως μονοκομματικού συστήματος στη Σοβιετική Ρωσία.
Το πρόβλημα που τίθεται εδώ είναι πολύ πιο σοβαρό, καθώς πρόκειται για τη διαστροφή της ίδιας της άμεσης δημοκρατίας των Σοβιέτ. Ένα προλεταριακό Κράτος, μας λέει ο Πουλαντζάς, που ελέγχεται – καταλαμβάνεται εκ των άνω από το ενιαίο επαναστατικό κόμμα, το οποίο λειτουργεί και αυτό κατά το πρότυπο του Κράτους, δεν αποτελεί το αντι-κράτος της άμεσης δημοκρατίας αλλά την ενδυνάμωση του Κράτους – Σοβιέτ ώστε να γίνει ευκολότερος ο μαρασμός του Κράτους κάποια μέρα. Έτσι, γεννήθηκε ο σταλινικός κρατισμός.
Στη συγκεντρωτική μορφή του κόμματος έχει ασκήσει ριζική κριτική η Ρόζα Λούξεμπουργκ από τη σκοπιά της αντιπαράθεσης με τον συγκεντρωτισμό των μπλανκιστών (αντίληψη συνωμοτικής οργάνωσης), θέτοντας θέματα ιεραρχίας και συγκεντρωτικής δομής, στεγανών ανάμεσα στο κόμμα και την εργατική τάξη, πρωτοκαθεδρίας της αυθόρμητης ταξικής πάλης κ.λπ. Σε κάθε περίπτωση, αυτό το κόμμα αντιστοιχεί στην αντίληψη της εισαγωγής της συνείδησης (ιδεολογίας) της εργατικής τάξης εκ των έξω ώστε να γίνει τάξη για τον εαυτό της.
Από τη σκοπιά του δημοκρατικού δρόμου για τον σοσιαλισμό τίθενται νέα ερωτήματα όσον αφορά το κόμμα , αλλά σ’ αυτά θα επανέλθουμε.
Αν, λοιπόν, η αντίληψή της εξ’ εφόδου κατάληψης του Κράτους, δεν διασφαλίζει από τον κρατισμό, ποια απάντηση δίνει σ’ αυτό το θέμα η στρατηγική του δημοκρατικού δρόμου ;
Η προσέγγιση του Κράτους ως υλικής συμπύκνωσης ενός συσχετισμού δυνάμεων οριοθετείται ριζικά, όπως ήδη είπαμε, από τη χρησιμοποίηση του αστικού Κράτους ως εργαλείου για τους σκοπούς της μετάβασης και από την υιοθέτηση της υλικότητάς του ως μηχανισμού.
Οι κυριαρχούμενες τάξεις, μας λέει ο Πουλαντζάς, δεν υπάρχουν στο Κράτος δια μέσου μηχανισμών, αλλά με τη μορφή εστιών αντιπαράθεσης στην εξουσία των κυρίαρχων τάξεων. Επομένως, «θα ήταν σφάλμα – ολίσθημα με σοβαρές πολιτικές συνέπειες – να συμπεράνουμε ότι η παρουσία των λαϊκών τάξεων μέσα στο Κράτος σημαίνει ότι αυτές κατέχουν μέσα σ’ αυτό, ή ότι μπορούν με τον καιρό να κατακτήσουν εξουσία, δίχως ριζικό μετασχηματισμό αυτού του Κράτους» 20 . Ή, μ’ άλλα λόγια «Σε αντίθεση με τη ρεφορμιστική αντίληψη, δε νομίζω πως μπορούμε να σκεφτόμαστε ότι οι κυριαρχούμενες τάξεις έχουν τη δυνατότητα να οικειοποιηθούν σταδιακά τους κρατικούς μηχανισμούς, περικυκλώνοντας τους κλάδους ή τους μηχανισμούς του Κράτους, για να συγκροτήσουν μέσα τους δικούς τους προμαχώνες εξουσίας» 21 .
Τίθεται, λοιπόν, το θέμα των ρήξεων με τους κρατικούς μηχανισμούς και θεσμούς, θέση που οριοθετεί και τη στρατηγική του δημοκρατικού δρόμου, όπως ορίζεται από τον Πουλαντζά, τόσο από τη σοσιαλδημοκρατία όσο και από τον δεξιό ευρωκομμουνισμό. Ο δημοκρατικός δρόμος δεν είναι απλώς κοινοβουλευτικός ή εκλογικός δρόμος. Η εκλογική διαδικασία δεν είναι παρά μια φάση, σπουδαία μεν, αλλά όχι κατ’ ανάγκην το κορυφαίο σημείο των ρήξεων μέσα στο Κράτος.
Δεν πρόκειται, όμως, μόνο για τις ρήξεις με το Κράτος που αποτελούν τη μία θεμελιώδη αρχή του επαναστατικού δρόμου για τον δημοκρατικό σοσιαλισμό. Η άλλη θεμελιώδης αρχή «συνίσταται στην ταυτόχρονη στήριξη στα κοινωνικά κινήματα της βάσης, στην προώθηση φυτωρίων άμεσης δημοκρατίας, με άλλα λόγια στη στήριξη στους λαϊκούς αγώνες, που πάντα υπερβαίνουν το Κράτος. Αν περιοριστούμε στο πεδίο του Κράτους, ακόμα και υιοθετώντας τη λεγόμενη στρατηγική ρήξης, θα γλιστρήσουμε χωρίς να το καταλάβουμε στη σοσιαλδημοκρατία: εξαιτίας του ίδιου του βάρους της υλικής υπόστασης του Κράτους, η αλλαγή του εσωτερικού στο Κράτος συσχετισμού δυνάμεων δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά με τη στήριξη στους αγώνες και τα κινήματα που υπερβαίνουν το Κράτος» 22.
Τα κοινωνικά κινήματα επέχουν στη στρατηγική του δημοκρατικού δρόμου, από μια πλευρά, τη θέση των Σοβιέτ της δημοκρατικής κομμουνιστικής παράδοσης. Στον όρο κοινωνικά κινήματα ορισμένοι δεν συμπεριλαμβάνουν το εργατικό. Αυτή η διάκριση γίνεται, συνήθως, λόγω του τρόπου συγκρότησης των κινημάτων (ιεραρχική ή όχι δομή), πράγμα που, επίσης, είναι λάθος. Το εργατικό κίνημα περιλαμβάνει εξ’ ίσου τα συνδικάτα που δομούνται συνήθως ιεραρχικά, αλλά που και αυτά δεν ενοποιούνται από πλευράς θέσεων, όσο και τα εργατικά συμβούλια, τις εργοστασιακές επιτροπές, τις εργατικές συνελεύσεις .
Ο Πουλαντζάς αναφέρεται στο φοιτητικό, οικολογικό, φεμινιστικό, αυτονομιστικό κίνημα, στις επιτροπές γειτονιάς και πολιτών αλλά και στις νέες μορφές εξέγερσης μέσα στο ίδιο το εργοστάσιο. Τα κινήματα αυτά γνώρισαν ραγδαία άνοδο τη δεκαετία του 1980 ως αποτέλεσμα και της κρίσης της πολιτικής αριστεράς και πολλαπλασιάστηκαν σε περιεχόμενα και μαζικότητα. Από το τέλος της δεκαετίας του 1990 και κατά την πρώτη δεκαετία του 2000 διευρύνθηκαν ακόμη περισσότερο και πρωτοστάτησαν στη ρήξη με το νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό (αντιπολεμικό κίνημα, κινήματα υπεράσπισης δικαιωμάτων και ελευθεριών, στήριξης των μεταναστών, κινήματα των χωρίς φωνή, κατά της κλιματικής αλλαγής κ.λπ.), δημιουργώντας τόπους συνάντησης : τα εθνικά, ηπειρωτικά και παγκόσμια φόρα.
Τα κινήματα αυτά, μας λέει ο Πουλαντζάς, συνδέονται οργανικά με τις οικονομικές, πολιτικές, ιδεολογικές ταξικές αντιφάσεις και πολλά υπερβαίνουν τους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, τοποθετούμενα στην προοπτική της αυτοδιαχείρισης.
Εδώ ο Πουλαντζάς παίρνει σαφή θέση στη σχέση των ταξικών και πολυταξικών κινημάτων με την αντιπροσωπευτική δημοκρατία στο στάδιο της μετάβασης στο δημοκρατικό σοσιαλισμό, απορρίπτοντας τη θέση της ενσωμάτωσης των κινημάτων στους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς. Επιπλέον, υπενθυμίζει ότι «οι ταξικοί αγώνες και τα κοινωνικά κινήματα ξεπερνούν κατά πολύ τα όρια του κράτους… στο μέτρο που δεν είναι τα πάντα πολιτικά και που η πολιτική δεν είναι η μοναδική διάσταση ύπαρξης του κοινωνικού. Αν θέλουμε να ξεπεράσουμε την κρατιστική – θεσμοκρατική αντίληψη της 3ης Διεθνούς ,αν θέλουμε να λάβουμε προνομιακά υπ’ όψη μας τα κοινωνικά κινήματα, δεν σημαίνει ότι θέλουμε να δώσουμε στα πάντα και με κάθε τρόπο, τον υποτιθέμενο ανώτατο τίτλο τιμής του πολιτικού… οι εξουσίες και οι αγώνες δεν ανάγονται άμεσα ούτε στο Κράτος ούτε την πολιτική : δεν είναι ο Φουκώ που θα μας υπενθυμίσει τον μαρξισμό» 23.
Ένα σημαντικό πρόβλημα που τίθεται εδώ αφορά στην παρουσία του κόμματος – του αριστερού κόμματος στο κοινωνικό και πολιτικό πεδίο και κατ’ αναλογίαν στο ποιος τύπος κόμματος μπορεί ν’ αντιστοιχηθεί με την αναζητούμενη νέα μορφή παρουσίας. Κατ’ αρχήν το κόμμα δεν πρέπει να ενσωματώσει όλα τα κοινωνικά δίκτυα, τα οποία χρειάζεται να διατηρήσουν την αυτονομία τους. Ο Πουλαντζάς απορρίπτει τη θέση του εγκλεισμού των κοινωνικών κινημάτων σε μια μορφή αστερισμού που κύριος άξονάς του θα είναι το κόμμα (Ινγκράο). Καταλήγει ότι στις σχέσεις κόμματος – κινημάτων είναι αναπόφευκτη και αναγκαία μια απροσμείωτη διαλεκτική ένταση. Η άποψη αυτή δεν σημαίνει απουσία του κόμματος από τα κοινωνικά κινήματα, σύμφωνα με μια ορισμένη αντίληψη της αυτονομίας του κοινωνικού ως προς τις πολιτικές οργανώσεις, που θεωρεί ότι αυτές δεν πρέπει να ασχολούνται παρά μόνο με το Κράτος.
Αυτά τα νέα στοιχεία στη σχέση κόμματος – κινημάτων δεν μπορούν να μορφοποιηθούν αν δεν προηγηθούν σημαντικές αλλαγές των αριστερών κομμάτων τόσο στην αντιμετώπιση των νέων κινημάτων όσο και στην εσωτερική οργάνωση και στις σχέσεις τους με τα συνδικάτα και τις μαζικές οργανώσεις.
Εδώ τίθενται νέα ερωτήματα που επιβάλλουν, ενδεχομένως, μετασχηματισμούς των λαϊκών αριστερών κομμάτων. Πριν, όμως, απ’ αυτούς υπάρχουν κληρονομημένα από το παρελθόν προβλήματα που ανάγονται είτε στο σταλινικό κρατισμό είτε στην αναπαραγωγή βασικών χαρακτηριστικών των αστικών κομμάτων εξουσίας.
«Το να τοποθετηθεί το κόμμα στο πεδίο του Κράτους δεν σημαίνει καθόλου, ίσα- ίσα μάλιστα, ότι πρέπει να υιοθετήσει την υλικότητα του μηχανισμού, αντιγράφοντας το διοικητικό μοντέλο του κράτους ή ταυτιζόμενο με εκείνο. Εδώ ακριβώς ανακύπτει το θέμα της αυτονομίας της οργάνωσης της εργατικής τάξης και των λαϊκών μαζών» 24 .
Ο Πουλαντζάς έχει αναφερθεί εκτενώς στην κρίση των κομμάτων εξουσίας στη φάση του αυταρχικού κρατισμού. Χάνουν τον ιδεολογικό τους ρόλο, που μεταφέρεται στα ΜΜΕ και τον πολιτικό ρόλο διαμεσολάβησης των κοινωνικών τάξεων, που μεταφέρεται στο διοικητικό μηχανισμό του Κράτους. Η κρίση αυτή αφορά, επίσης, «σ’ ένα ορισμένο βαθμό και τα κομμουνιστικά κόμματα της Δύσης, τη στιγμή μάλιστα που, ανεξάρτητα από το αν ανήκουν ή όχι στην κυβερνητική σφαίρα, δεν παύουν να κινούνται στο πεδίο του Κράτους» 25 .
Η κρίση των αριστερών κομμάτων εκφράζεται ως κρίση στράτευσης και οφείλεται εν μέρει, όπως λέει ο Πουλαντζάς, στην παραδοσιακή τους δόμηση ως εργατικά κόμματα, πράγμα που σημαίνει ότι δεν βρίσκονται παρόντα στους αγώνες που γεννώνται από τις νέες αντιφάσεις του διαρκώς διευρυνόμενου στη σφαίρα της αναπαραγωγής καπιταλισμού, ότι δεν βρίσκονται παρόντα στους αγώνες που διεξάγονται μακριά από τους χώρους της παραγωγής. Αυτή η υστέρηση έχει την τελευταία δεκαετία αναστραφεί.
Τέλος, για τον Πουλαντζά, όσον αφορά τη στρατηγική του δημοκρατικού δρόμου, παραμένει ανοικτό το θέμα της συνάρθρωσης των δύο θεμελιωδών αρχών αυτής της στρατηγικής : των ρήξεων με το Κράτος και της στήριξης στην άμεση δημοκρατία των κινημάτων και των λαϊκών αγώνων.
5. ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Το θεωρητικό έργο του Νίκου Πουλαντζά παραμένει εξαιρετικά επίκαιρο. Το ζήτημα είναι αν οι κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που τις αφορά κατανοούν την ανάγκη μιας ριζικής επανάστασης στη θεωρία και την πράξη, που θα αφορά τόσο την ανάπτυξη των κοινωνικών κινημάτων όσο και τη συγκρότηση και την πολιτική των αριστερών κομμάτων.
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
1. Νίκου Πουλαντζά, Το Κράτος , η Εξουσία, ο Σοσιαλισμός , 1973 , μτφρ. Γ. Κρητικός , εκδ. Θεμέλιο (σελ 13-14).
2. ο.π. (σελ. 364).
3. Νίκου Πουλαντζά, Πολιτική Εξουσία και Κοινωνικές Τάξεις , τόμος α΄,1968 , μτφρ. Κ. Φιλίνης , εκδ. Θεμέλιο (σελ 79).
4. ο.π. , τόμος β΄ , μτφρ. Λ. Χατζηπροδρομίδης (σελ. 110-111).
5,6. Νίκου Πουλαντζά, Το Κράτος , η Εξουσία, ο Σοσιαλισμός , 1973 , μτφρ. Γ. Κρητικός , εκδ. Θεμέλιο (σελ 26).
7. Νίκου Πουλαντζά, Οι Κοινωνικές Τάξεις στον Σύγχρονο Καπιταλισμό, 1974, μτφρ. Ν. Μηλιόπουλος , εκδ. Θεμέλιο (σελ 122).
8. Νίκου Πουλαντζά, Για τον Γκράμσι, Μεταξύ Σαρτρ και Αλτουσέρ, Παρεμβάσεις, 1980, μτφρ. Τ. Καφετζής , εκδ. Πολύτυπο (σελ 125).
9. Νίκου Πουλαντζά, Οι Κοινωνικές Τάξεις στον Σύγχρονο Καπιταλισμό, 1974, μτφρ. Ν. Μηλιόπουλος , εκδ. Θεμέλιο (σελ 120).
10. Νίκου Πουλαντζά, Για τον Γκράμσι, Μεταξύ Σαρτρ και Αλτουσέρ, Παρεμβάσεις, 1980, μτφρ. Τ. Καφετζής , εκδ. Πολύτυπο ( σελ. 42).
11. Νίκου Πουλαντζά, Το Κράτος , η Εξουσία, ο Σοσιαλισμός , 1973 , μτφρ. Γ. Κρητικός , εκδ. Θεμέλιο (σελ 52).
12. ο.π. (σελ. 64).
13. ο.π. (σελ. 305).
14. ο.π. (σελ. 301).
15. Νίκου Πουλαντζά, Για τον Γκράμσι, Μεταξύ Σαρτρ και Αλτουσέρ, Παρεμβάσεις, 1980, μτφρ. Τ. Καφετζής , εκδ. Πολύτυπο (σελ. 20)
16, 17. Νίκου Πουλαντζά, Το Κράτος , η Εξουσία, ο Σοσιαλισμός , 1973 , μτφρ. Γ. Κρητικός , εκδ. Θεμέλιο (σελ 29).
18. ο.π. (σελ. 359).
19. ο.π. (σελ. 360).
20. ο.π. (σελ. 204,205).
21. Νίκου Πουλαντζά, Για τον Γκράμσι, Μεταξύ Σαρτρ και Αλτουσέρ, Παρεμβάσεις, 1980, μτφρ. Τ. Καφετζής , εκδ. Πολύτυπο (σελ. 132).
22. Αλτουσέρ, Μπαλιμπάρ, Πουλαντζάς, Εντελμάν, Συζήτηση για το Κράτος, 1978,1979 μτφρ. Α. Χρυσικόπουλος , Δ. Ψαρράς , εκδ. Αγώνας (σελ. 65).
23. ο.π. (σελ. 61 – 62).
24. ο.π. (σελ. 64 – 65).
25. ο.π. (σελ. 73).