Μετανάστριες και πρόσφυγες στην πόλη
Εισήγηση της Ελένης Πορτάλιου, στο πλαίσιο δράσεων για την Παγκόσμια Μέρα
κατά του Ρατσισμού 21 Μαρτίου, 28/2/2014
της Ελένης Πορτάλιου
Πριν λίγες μέρες παρακολούθησα μια πολύ καλή συζήτηση στο Nosotros πάνω σε θέματα ρατσισμού και πολυπολιτισμικότητας, με τον γενικό τίτλο «Έθνος και Πολιτική: Πολυπολιτισμικότητα».
Στη συζήτηση αυτή μίλησε μια γυναίκα, μέλος της Ένωσης Αφρικανών Γυναικών η οποία ζει πάνω από 20 χρόνια στην Ελλάδα και ήταν κατηγορηματική στη διατύπωση του μείζονος, κατά την κρίση της, προβλήματος που αντιμετωπίζουν οι μετανάστες/τριες. Και αυτό είναι ο θεσμικός ρατσισμός. Δεν μ’ ενδιαφέρει είπε αν οι Έλληνες είναι ρατσιστές, αυτό που διαλύει τη ζωή μου είναι ο θεσμικός ρατσισμός : η άδεια παραμονής που δεν ανανεώνεται επειδή δεν έχω ένσημα, η στέρηση βασικών κοινωνικών δικαιωμάτων, η απαξίωσή μου από τις δημόσιες υπηρεσίες, κ.λπ., κ.λπ. Παίρνω αφορμή από την ομιλία της για να ξεκινήσω από τα αυτονόητα. Οι αλλοδαποί/ες έχουν απωλέσει ή μπορεί ν’ απωλέσουν, ανά πάσα στιγμή, την αναγνώρισή τους από το κράτος ως αλλοδαποί πολίτες που διαθέτουν βασικά δικαιώματα : αυτά της διαμονής στη χώρα μας, της μετακίνησης εντός και εκτός των συνόρων, της ιθαγένειας, της ψήφου. Κατ’ επέκταση στερούνται βασικά κοινωνικά δικαιώματα : υγεία, παιδεία, πρόνοια, κ.λπ., εξαιτίας του καθεστώτος μη ύπαρξης στο οποίο διαβιούν ή μπορεί να περιέλθουν.
Σήμερα χιλιάδες ημεδαποί ζουν σε συνθήκες φτώχειας αλλά, αν και κοινωνικά απόβλητα, δεν έχουν απωλέσει την ιδιότητα του πολίτη. Στο σημείο αυτό δημιουργείται μια βαθιά διαχωριστική γραμμή μεταξύ ημεδαπών/αλλοδαπών. Είναι χαρακτηριστική η περιγραφή της διευθύντριας του ΚΥΑΔΑ για τον ρατσισμό που αναπτύσσεται στα συσσίτια του δήμου Αθηναίων. Από τη μια οι ντόπιοι φτωχοί βλέπουν αυτή τη δομή ως το μόνο χώρο που έχουν και μπορούν ν’ ασκήσουν τα δικαιώματα του πολίτη, επομένως υποβάλλουν διαμαρτυρίες, αιτήματα κ.λπ. Ταυτόχρονα, όμως, εκφράζουν την ανωτερότητά τους, που απορρέει ακριβώς από την ιδιότητα του Έλληνα πολίτη, απέναντι στους αλλοδαπούς των συσσιτίων, από τους οποίους επιχειρούν να διαχωριστούν με διάφορους τρόπους. Θέλω να πω ότι ο κοινωνικός ρατσισμός που εκδηλώνεται στην κοινωνία των φτωχών έχει τη ρίζα του στο θεσμικό ρατσισμό του ελληνικού κράτους.
Το κράτος δεν στερεί μόνο βασικά πολιτειακά και κοινωνικά δικαιώματα. Ακριβώς για να νομιμοποιήσει αυτή την πολιτική διαχέει στο κοινωνικό σώμα τα ιδεολογικά στερεότυπα, που ξεκινούν από την υπεροχή της φυλής και καταλήγουν στην απόδοση της ανεργίας, της μειωμένης προσβασιμότητας στο κοινωνικό κράτος και της υποβάθμισης της πόλης, στη μαζική παρουσία προσφύγων και μεταναστών στη χώρα μας. Από τις παραπάνω διαπιστώσεις απορρέει η ανάγκη του κινήματος ενάντια στις θεσμικές ρατσιστικές διακρίσεις, ο περιορισμός και η εξάλειψη των οποίων αποτελεί ένα υπερκείμενο πλαίσιο προς κατάκτηση για ν’ αντιμετωπιστούν οι ρατσιστικές συμπεριφορές και τα τεράστια προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι μετανάστες/τριες και οι πρόσφυγες στην πόλη και την καθημερινή ζωή.
Θα αναφερθώ για άλλη μια φορά στη συζήτηση του Nosotros. Μεταξύ των ομιλητών ήταν ο πατέρας Μάξιμος, ο γνωστός ιερέας του Αγίου Παντελεήμονα που περιέθαλπε τους Αφγανούς πρόσφυγες και μετανάστες στην εκκλησία και διώχθηκε κακήν κακώς στην περίοδο ολοκληρωτικής κυριαρχίας της Χρυσής Αυγής στην περιοχή. Ο πατέρας Μάξιμος που εργαζόταν ως ιερέας στη Γερμανία, μετανάστης δεύτερης γενιάς, μίλησε για τα εκεί προβλήματα των μεταναστών, ιδιαίτερα των Τούρκων – ανθρώπων ενός κατώτερου θεού – και για την εμπειρία του στην Ελλάδα και στον Άγιο Παντελεήμονα. Διέγνωσε στη χώρα μας γενικευμένη βία στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, η οποία βρίσκει το ανάλογό της στις σχέσεις ντόπιων/αλλοδαπών με τον πιο έντονο τρόπο. Η στέρηση αγάπης, στοργής και βασικών προϋποθέσεων ανάπτυξης της κοινωνικής ταυτότητας και της ανθρώπινης προσωπικότητας, ιδιαίτερα σε καθεστώς οξύτατων κοινωνικών προβλημάτων, παράγει εσωτερική οργή στους νέους, που τις περισσότερες φορές εκφράζεται με μίσος προς τους ασθενέστερους και συχνά οδηγεί σε ρατσιστικές αντιλήψεις μέχρι και την ιδεολογική και οργανωτική τους ένταξη στη Χρυσή Αυγή. Επομένως, η διάλυση της οικογένειας ως θεσμού προστασίας, αμοιβαιότητας και φροντίδας, μεταξύ των μελών της, η διάλυση του δημόσιου χώρου, το άξενο εξατομικευμένο περιβάλλον της γειτονιάς και της πόλης από το οποίο απουσιάζουν δίκτυα κοινωνικής ένταξης με συλλογικούς σκοπούς και πρακτικές αλληλεγγύης, αποτελούν μαζί με υπαρκτά προβλήματα υποβάθμισης του χώρου και της καθημερινής ζωής για ντόπιους και αλλοδαπούς, το περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύσσονται κοινωνικές συγκρούσεις και ανταγωνισμοί, συχνά με ρατσιστικό περιεχόμενο.
Για να επανασυνδέσουμε το κίνημα της αλληλεγγύης μεταξύ των φτωχών, ανεξαρτήτως εθνότητας, χρώματος, καταγωγής, θρησκείας και πολιτισμικής ταυτότητας, πρέπει να δράσουμε μέσα στο περιβάλλον όπου διαμορφώνονται οι διαχωρισμοί, δηλαδή στο χώρο της πόλης και της καθημερινής ζωής.
Ένα σχετικά πρόσφατο διεθνικό ερευνητικό πρόγραμμα με τον τίτλο GeMIC (Gender, Migration, and Intercultural Interactions) κατέληξε σε μια σημαντική έκδοση με τίτλο «Φύλο, Μετανάστευση, Διαπολιτισμικότητα» που εξέδωσαν από κοινού οι εκδόσεις «νήσος» και το Eργαστήριο Σπουδών Φύλου – Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστήμιου. Κλήθηκα να παρουσιάσω αυτή την έρευνα που με βοηθά να καταθέσω σήμερα ορισμένες παρατηρήσεις για τη χωρική συνθήκη της μετανάστευσης και της ζωής των μεταναστών/τριων.
Σημείο 1 : Πριν την έκρηξη των φαινομένων ρατσιστικής βίας με πρωταγωνιστή την εγκληματική οργάνωση της Χρυσής Αυγής και πριν τα πρώτα σύννεφα της οικονομικής κρίσης δημιουργήσουν στρατιές οικονομικών θυμάτων, ο δημόσιος χώρος της πόλης αποτελούσε ένα προνομοιακό, αν και συγκρουσιακό, πεδίο συνύπαρξης και διαπραγμάτευσης των σχέσεων ντόπιων/αλλοδαπών. Η έρευνα εστιάζει στη Δημοτική Αγορά της Κυψέλης, τον εκτεταμένο πεζόδρομο της Φωκίωνος Νέγρη και την Πλατεία Κυψέλης, όπου η διαπολιτισμική λειτουργία της Αγοράς από τη Συνέλευση των Κατοίκων, διαμόρφωσε σχέσεις εγγύτητας και επικοινωνίας. Εδώ η συνύπαρξη και η δημιουργία σχέσεων εμφορείται από την επιθυμία αναγνώρισης τόσο της ισοτιμίας όσο και της διαφοράς, χωρίς να σημαίνει ότι αυτό είναι απλό και πάντοτε εφικτό. Όπως φαίνεται στο διάλογο με τη δασκάλα του σχολείου διδασκαλίας ελληνικής γλώσσας, υπάρχουν «αντιφάσεις, δυσκολίες και όρια» όπως βέβαια και «ευκαιρίες και δημιουργικές αναθεωρήσεις».
Η λειτουργία της Δημοτικής Αγοράς της Κυψέλης, ως τόπου πραγμάτωσης του ανήκειν και υποστασιοποίησης της γειτονιάς, έδωσε την ευκαιρία στους αλλοδαπούς άνδρες και γυναίκες να συνυπάρξουν, αποτελώντας μέρος της πολύχρωμης έμφυλης κοινότητας των γειτόνων. Η λειτουργία της Αγοράς συνέβαλε στην αποτροπή εμφάνισης ρατσιστικών φαινομένων στην περιοχή, όπως συνέβη στις πλατείες Αγίου Παντελεήμονα και Αττικής, που κατέλαβε εξ’ ολοκλήρου η Χρυσή Αυγή. Αντίθετα, οι πλατείες Βικτωρίας, Αγίου Νικολάου Αχαρνών, Αγ. Γεωργίου Κυψέλης, Φωκίωνος Νέγρη, Αμερικής και Καραμανλάκη, διατηρήθηκαν ως τόποι κοινής παρουσίας, ημεδαπών/αλλοδαπών, χωρίς ν’ αποκλείονται εντελώς οι συγκρούσεις, μέσα από τη δράση του αντιρατσιστικού/αντιφασιστικού κινήματος.
Η περίοδος της παρουσίας, με συνθέσεις και αντιθέσεις, των μεταναστών στο δημόσιο χώρο, λήγει οριστικά μετά το 2010, όταν ο δημόσιος χώρος γίνεται το απειλητικό και τρομακτικό πεδίο άσκησης της κρατικής εξουσίας με τις επιχειρήσεις «σκούπα», τους αλλεπάλληλους ελέγχους, την αστυνομική βία και την εγκληματική δράση της Χρυσής Αυγής.
Σήμερα, μετά τις διαδικασίες εξάρθρωσης της Χρυσής Αυγής, όπως λέει η Λορέτα από την Ένωση Αφρικανών Γυναικών, ένα σύννεφο έχει φύγει από πάνω τους, αλλά ταυτόχρονα δεν υπάρχουν πια θεσμικές, κοινωνικές, εργασιακές προϋποθέσεις για την επιβίωση των μεταναστών/τριών, που εξακολουθούν να συρρέουν στην Ελλάδα ως πύλη εισόδου στις χώρες της Ευρώπης, δραπετεύοντας από τις εμπόλεμες ζώνες με κίνδυνο της ζωής τους. Όμως, αν καταφέρουν να φτάσουν στην Αθήνα η κυκλοφορία στο δημόσιο χώρο είναι απαγορευμένη.
Σήμερα οι μετανάστες χωρίς χαρτιά βιώνουν το «καθεστώς εξαίρεσης» στα στρατόπεδα της Αμυγδαλέζας, στα κρατητήρια του Χαϊδαρίου και στα αστυνομικά τμήματα, με αόρατο μέλλον και συνθήκες αβίωτες. Οι συλλήψεις, οι εγκλεισμοί όπως και οι απελάσεις συνεχίζονται καθημερινά – τα τείχη αποκλεισμού από τον Έβρο και το Αιγαίο μεταφέρονται εντός των πόλεων και δη στην Αθήνα. Ο δημόσιος χώρος αποτελεί απαγορευμένο χώρο γιατί, ακόμα κι αν έχουν οι μετανάστες χαρτιά, οι εξακριβώσεις στοιχείων, η μεταφορά στα αστυνομικά τμήματα και η βία των κατασταλτικών μηχανισμών ενδημούν παντού και για όλους. Σήμερα ο μεγάλος αριθμός μεταναστών και προσφύγων επιδιώκει να είναι αθέατος στο δημόσιο χώρο.
Σημείο 2 : Στην έρευνα που προανέφερα γίνεται, επίσης, αναφορά στο δημόσιο χώρο ως κατ’ εξοχήν χώρο εκμετάλλευσης και εκπόρνευσης των μεταναστριών που βρίσκονται κυριολεκτικά στο έλεος των εμπόρων – διακινητών τους. Η δημόσια έκθεση των μεταναστευτικών σωμάτων, που θεωρούνται είτε ως «εγκληματικά/αρρενωπά» ή ως «θυματοποιημένα/θηλυκά» και, πάντως, προσλαμβάνονται «ως προβληματικά και επικίνδυνα» αποτελεί την απόλυτη απαξίωση της ανθρώπινης υπόστασης. Για τα θύματα της καταναγκαστικής πορνείας ο δημόσιος χώρος δεν αποτελεί ούτε χώρο διαφυγής από τον ιδιωτικό εγκλεισμό ούτε χώρο διαπραγμάτευσης της παρουσίας των αλλοδαπών και της συνύπαρξης ημεδαπών/αλλοδαπών, αλλά χώρο καταναγκασμού, διακίνησης και εκμετάλλευσης ανθρώπων.
Σημείο 3 : Η έρευνα εστιάζει, επίσης στο σχολικό χώρο. Το σχολείο εμφανίζεται ως δημόσιος χώρος, όπου η συνύπαρξη των εθνοτήτων είναι δεδομένη και υποχρεωτική. Πλην, όμως, στο σχολείο «οι πολιτισμικές αναπαραστάσεις συνιστούν κομβικό σημείο για την οικοδόμηση του ανήκειν και τη διαφοροποίηση ανάμεσα στο “εμείς” και οι “άλλοι”, βάσει των οποίων κάποιοι αλλοδαποί μαθητές επανεγγράφονται ως “προσαρμόσιμοι/προσαρμοσμένοι” και άλλοι ως “ξένα σώματα” ».
Έτσι, ενώ η χωρική συμβίωση δημιουργεί προϋποθέσεις ανοχής ή πρόσληψης της ετερότητας ως φυσικής κατάστασης, επικυριαρχούν οι πολιτισμικές και κοινωνικές προσλαμβάνουσες όσον αφορά τις εθνικές, θρησκευτικές και λοιπές ταυτότητες των παιδιών και των οικογενειών τους. Ιδιαίτερα, όταν αναδύονται δημόσια κακές πρακτικές γονέων και παιδιών, οι οποίες μπορούν άλλωστε να συμβαίνουν και στον ιδιωτικό βίο ημεδαπών, αυτές αποτελούν αντικείμενο στιγματισμού και απόρριψης. Σ’ αυτά τα συμφραζόμενα, οι γλωσσικές, κοινωνικές, εμφανισιακές και άλλες διαφορές και ανισότητες, οι οποίες εκτίθεται δημόσια, παγιώνουν διακρίσεις σε διάφορες κλίμακες με μέτρο το ανώτερο ελληνικό πρότυπο.
Σημείο 4 : Θα αναφερθώ εδώ στον ιδιωτικό χώρο, στην εμπειρία της γειτνίασης και τη μικροκλίμακα της γειτονιάς. Στην περίοδο των ρατσιστικών πογκρόμ η ασφάλεια του ιδιωτικού χώρου είχε εκλείψει. Σήμερα αυτή ανακτάται όπως και η συμβίωση στο χώρο της γειτονιάς, με λιγότερες, όμως, ανοχές και ανταλλαγές και περισσότερες δυσκολίες στην επικοινωνία αλλοδαπών/ημεδαπών. Παρ’ όλ’ αυτά εδώ βρίσκεται ένα σημαντικό πεδίο παρέμβασης και ανατροπών.
Σημείο 5 : Θα αναφερθώ στο χώρο της εργασίας των μεταναστών/τριων. Παρότι η εργασία ανήκει στην ιδιωτική σφαίρα της παραγωγής και της κατανάλωσης, η εργασιακή συνθήκη, ακόμα και στις περιπτώσεις των οικιακών βοηθών και των υπηρεσιών φροντίδας ηλικιωμένων και ασθενών, αποτελεί ένα πεδίο διαπραγμάτευσης της μεγαλύτερης δυνατής κοινωνικής ένταξης και δημόσιας παρουσίας των μεταναστών/τριων. Πολύ περισσότερο που, επειδή συνήθως είναι το βασικό κίνητρο εγκατάστασης στην Ελλάδα, η ζωή των αλλοδαπών συγκροτείται γύρω από την εργασία. Είτε δουλεύουν μεροκάματο, είτε κάνουν δουλειές του ποδαριού ή διατηρούν μικρά καταστήματα, μέσω της εργασίας οι μετανάστες/τριες κάνουν υποχρεωτικά αισθητή δημόσια την ύπαρξή τους στην πόλη και την κοινωνία πόλης. Συνήθως το ψωμί που κερδίζουν είναι φτωχό και πολύ πικρό καθώς έρχονται αντιμέτωποι/ες με πολλαπλές διακρίσεις. Όμως, η μετά το 2010 και η σημερινή συνθήκη μετατρέπει την εργασία σε άχθος αρούρης καθώς αυτή, πλην των εγγενών προβλημάτων της, εμπεριέχει πολλαπλούς εξωτερικούς κινδύνους (επισφαλής μετακίνηση, πυρπολήσεις καταστημάτων στην περίοδο δράσης της Χρυσής Αυγής, αστυνομικοί έλεγχοι, προσαγωγές στα αστυνομικά τμήματα, κ.λπ.). Η εργασία ως διαδικασία δημοσιότητας και εξόδου στο δημόσιο χώρο βρίσκεται σε καθεστώς επιτήρησης και ο δημόσιος χώρος της καθημερινής ζωής εμφανίζεται εκ προοιμίου απειλητικός.
Σημείο 6 : Πριν καταλήξω σε ορισμένα συμπεράσματα θα αναφερθώ στους χώρους των μεταναστευτικών κοινοτήτων και τους λατρευτικούς θρησκευτικούς, στα παζάρια και σε άλλους χώρους συνάντησης – πλατεία Ομονοίας, καταστήματα κ.λπ., όπου συχνάζουν οι μετανάστες/τριες. Για την ενδυνάμωση της αυτοπεποίθησης και την υπέρβαση της κατάστασης της απομόνωσης έχουν ανάγκη αυτούς τους χώρους όπως και τη συντήρηση των εθνικών δικτύων αλληλεγγύης και υποστήριξης τα οποία οι χώροι αυτοί στεγάζουν. Αν και οι θρησκευτικοί χώροι πλην αυτών της χριστιανικής θρησκείας είναι ακόμα απαγορευμένοι, η έρευνα στην οποία και προηγουμένως αναφέρθηκα, καταγράφει ότι πλην των ψυχικών, υπαρξιακών και λοιπών διαδικασιών, που οδηγούν κυρίως τις γυναίκες μετανάστριες σε θρησκευτικούς χώρους, βασικό λόγο αποτελεί η επιθυμία πρόσβασης σε ένα χώρο δημόσια ορατό, όπου επικρατούν η ανοχή, η συνύπαρξη και η τυπική ισότητα. Σίγουρα, επίσης, πρακτικές φιλανθρωπίας ή και πραγματικής αλληλεγγύης υφαίνουν στους χώρους αυτούς αντιφατικές σχέσεις, οι οποίες συναντώνται σπανιότερα σε άλλους τόπους.
Αναμφίβολα οι μετανάστες/τριες δεν βιώνουν μόνο τη φτώχεια, τη βία και τον εγκλεισμό. Είναι δρώντα υποκείμενα που ατομικά και συλλογικά αντιδρούν πολιτικά, διαμαρτύρονται, συγκρούονται με την εξουσία. Αν και η δύναμη των κοινοτήτων είχε μειωθεί, μετά την επιστροφή στις χώρες τους όταν είναι δυνατόν, όπως και λόγω εγκλεισμού ή παρανομίας, αυτές αποτελούν πάντα τους φορείς του «εμείς» και τη βάση για την ανάπτυξη του αντιρατσιστικού και αλληλέγγυου κινήματος. Αν ήθελα να συνοψίσω στο τι πρέπει να κάνουμε εμείς, πάντα μαζί με τους μετανάστες/τριες θα έλεγα:
- Ν’ αντικρούσουμε το θεσμικό ρατσισμό και να διεκδικήσουμε την αποκατάσταση των πολιτικών δικαιωμάτων των μεταναστών/τριων και ίσα εργασιακά/κοινωνικά δικαιώματα για όσους ζουν και εργάζονται στην Ελλάδα.
- Ν’ αγωνιστούμε για να κλείσουν τα στρατόπεδα και τα κρατητήρια, ενάντια στην Ελλάδα-Ευρώπη φρούριο και την βία των μηχανισμών καταστολής.
- Να εργαστούμε από κοινού στους εργασιακούς χώρους και τις γειτονιές υφαίνοντας δίκτυα αλληλοαναγνώρισης, αλληλοϋποστήριξης και αλληλεγγύης, χωρίς να ισοπεδώνουμε ή να αποδεχόμαστε άκριτα της διαφορετικές ταυτότητες.
Όλα τα παραπάνω σημαίνουν επιστροφή στην κοινωνία και τα κινήματα, που αποτελούν τους αυτοπρόσωπους φορείς των κοινωνικών αλλαγών και ανατροπών.