Ομιλία της Ε. Πορτάλιου στο Χαλάνδρι στην εκδήλωση της δημοτικής  κίνησης «Αντίσταση με τους πολίτες του Χαλανδρίου», με θέμα την Ανάπλαση της Κεντρικής Πλατείας , 2/6/2007

Η συζήτησή μας γίνεται στον απόηχο μιας μη αναστρέψιμης οικολογικής καταστροφής – αυτής του εθνικού δρυμού της Πάρνηθας, που αποτελεί τον βασικότερο πνεύμονα του λεκανοπεδίου.

Η ανάλγητη κυβέρνηση της ΝΔ είναι ο ηθικός αυτουργός της καταστροφής, αν όχι και ο εμπρηστής του Εθνικού Δρυμού της Πάρνηθας. Στα 3,5 χρόνια της θητείας της προετοίμασε τις πυρκαγιές στο θεσμικό και ιδεολογικό έδαφος που έστρωσε το ΠΑΣΟΚ.

  • διατηρώντας τον νόμο 3208/2003
  • επιχειρώντας να αναθεωρήσει το άρθρο 24 του Συντάγματος
  • επιχειρώντας να νομιμοποιήσει τα αυθαίρετα στα δάση με την πρόσφατη τροπολογία, που έπειτα από κατακραυγή την απέσυρε
  • παραπέμποντας τους δασικούς χάρτες στις καλένδες
  • δίδοντας δικαίωμα δόμησης σε συνεταιρισμούς, καζίνο και Εκκλησία
  • αγνοώντας τη μελέτη προστασίας της Πάρνηθας του Οργανισμού Αθήνας (2003)
  • αποσυντονίζοντας, αποψιλώνοντας από ανθρώπινο δυναμικό και διαλύοντας τις αρμόδιες υπηρεσίες

Το Λεκανοπέδιο Αττικής είναι σήμερα μια πόλη βαριά τραυματισμένη οικολογικά και ανοχύρωτη στη ρύπανση, τους καύσωνες και τις πλημμύρες.

Αναφέρομαι σ’ αυτά όχι μόνο γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε και , αντίθετα, πρέπει να συντονιστούμε σ’ ένα σχέδιο αποκατάστασης – πρόληψης, αλλά και γιατί στο εξής πρέπει , πολύ περισσότερο από πριν, η όποια παρέμβαση στην πόλη να αξιολογείται με το υπέρτατο κριτήριο αν συνεισφέρει στην αναπλήρωση των 50.000 στρεμμάτων δασικού χώρου που απώλεσε το λεκανοπέδιο ή αν επιδεινώνει περισσότερο το περιβάλλον. Το πράσινο έλλειμμα της Αττικής είναι τώρα τραγικό, πολύ περισσότερο που δεν χάθηκε ένας οποιοσδήποτε πράσινος χώρος αλλά ένα ζωντανό δάσος, το οποίο κατοικείται από πουλιά και ζώα και συγκεντρώνει εξαιρετική βιοποικιλότητα – όλο τον πλούτο της φύσης που δεν έχει λεηλατηθεί από την ανθρώπινη παρέμβαση.

Επιστρέφω στο θέμα της σημερινής συζήτησης. Θα αναφερθώ  σε μερικά γενικά ζητήματα που αφορούν τις αναπλάσεις.

Η ανάπλαση στην πόλη είναι μια διφορούμενη έννοια.

Μπορεί να αναφέρεται στον απαραίτητο ανασχεδιασμό μιας περιοχής ώστε να καλυφθούν πληρέστερα καινούργιες ανάγκες, επ’ ωφελεία των κατοίκων της, ή μπορεί να αφορά μια καθαρά κερδοσκοπική διαδικασία, όπου οι συντελεστές του εδάφους , της συσσωρευμένης αλλά ανενεργού αξίας, κ.λ.π., επαναενεργοποιούνται σ’ ένα καινούργιο πλαίσιο οικοδομικής παραγωγής, από την οποία κερδίζουν οι επιχειρηματίες και εύπορες κοινωνικές ομάδες, ενώ ζημιώνονται ασθενή οικονομικά στρώματα.

Η δεύτερη εκδοχή λέγεται εξευγενισμός – εξωραϊσμός (gentrification) και επικρατεί σήμερα στο πλαίσιο της εφαρμογής των νεοφιλελεύθερων αγοραίων πολιτικών στην πόλη.

Οι αναπλάσεις προωθούνται μέσω κρατικών ρυθμίσεων – χρήσεις γης, συντελεστές , μικρές ή μεγάλες παρεμβάσεις στο δημόσιο χώρο και τα κτίρια – ώστε να δημιουργηθούν προϋποθέσεις υψηλής κερδοφορίας για τα ιδιωτικά κεφάλαια που θα επενδύσουν οικοδομικά ή εμπορικά εκεί. Ορισμένες φορές προηγείται της ανάπλασης καταστολή και εκδίωξη κατοίκων, όπως έγινε  πρόσφατα στο κέντρο της Κοπεγχάγης σε κατειλημμένα κτίρια από νέους και στην Αθήνα, στον Ελαιώνα, με την εκδίωξη των ρομά από τον δήμο, ο οποίος  ενήργησε ως εντολοδόχος του Βωβού. Η διατυμπανιζόμενη διπλή ανάπλαση Ελαιώνα – λεωφόρου Αλεξάνδρας είναι ένα παράδειγμα ακραίας κερδοσκοπικής ανάπλασης, στην οποία οι ιδιώτες επιδοτούνται με δημόσιους πόρους (αποχαρακτηρισμός πράσινων χώρων , συντελεστής δόμησης, χρήμα ). Στο Ελαιώνα θα ανεγερθεί ένα τεράστιο εμπορικό, γραφειακό , εμπορικό, αθλητικό κέντρο 240 στρεμμάτων – το γήπεδο είναι μόνο 20 στρέμματα – ενώ επιδιώκεται η εκκαθάριση των προσφυγικών της Αλεξάνδρας, την αποτροπή της κατεδάφισης των οποίων κερδίσαμε με μακρόχρονους αγώνες.

Στη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων έγιναν οι κατ’ ευφημισμόν αναπλάσεις μεγάλων ελεύθερων δημόσιων χώρων – πρόκειται για 16 Ολυμπιακούς Πόλους – με την εμφύτευση σ’ αυτούς μεγακατασκευών και αφύσικων διαμορφώσεων – τσιμεντοστρώσεων εκατοντάδων στρεμμάτων του περιβάλλοντος χώρου. Οι πόλοι αυτοί εκποιούνται σήμερα σε ιδιώτες μαζί με δικαίωμα νέας δόμησης και απαγόρευσης της ελεύθερης πρόσβασης του κοινού σ’ αυτές.

Στο πλαίσιο των νόμων της κερδοσκοπίας στη γη και τα ακίνητα ( real estate market) μεγάλα κατασκευαστικά κεφάλαια επεμβαίνουν στο χώρο, από τη μια με μεγάλα τεχνικά έργα, όπως επιβλαβείς λεωφόρους ταχείας κυκλοφορίας και, από την άλλη, κατασκευάζοντας εμπορικά κέντρα, πολυτελείς κατοικίες, ξενοδοχειακές μονάδες, γραφειακούς χώρους, αθλητικά εμπορικά συγκροτήματα κ.λ.π., σ’ ένα πλήρως ανέλεγκτο καθεστώς laisser faire, συμπιέζοντας τους ελεύθερους χώρους και κερδοσκοπώντας με τις τιμές γης και ακινήτων , σε βάρος της κοινωνικής συνοχής και των συλλογικών αναγκών της πόλης. Η πόλη αναπλάθεται μέσω της αγοράς και αλλάζει χέρια.

Στο αντίποδα αυτής της λογικής υπάρχουν πραγματικές ανάγκες διαφύλαξης φυσικών στοιχείων, δημόσιας γης, ελεύθερων χώρων και πολιτιστικού – ιστορικού κεφαλαίου και η ενεργοποίησή τους σε σχέδια ανάπλασης του κατακερματισμένου αστικού τοπίου, με την αύξηση και αναβάθμιση των ανεπαρκέστατων και απαξιωμένων σήμερα κοινωνικών υποδομών και δημόσιων χώρων συλλογικών χρήσεων.

Η Αθήνα  χρειάζεται αναπλάσεις κλίμακας για ν’ ανασάνει και όλες οι παρεμβάσεις σε τοπικό επίπεδο αποτελούν συγκοινωνούντα δοχεία, συμπληρωματικά σ’ ένα ενιαίο σχέδιο.

Στο Νομαρχιακό Συμβούλιο Αθήνας – Πειραιά   είχαμε καταθέσει, με τη συμβολή των κινημάτων πολιτών, ένα σχέδιο για ένα συνεχές δίκτυο ελεύθερων και πράσινων χώρων,  το οποίο ψηφίστηκε μεν σε ανοιχτό συμβούλιο, που έγινε στο Πολεμικό Μουσείο, αλλά δεν υλοποιήθηκε.

Για τον δήμο της Αθήνας έχουμε προτείνει 4 αναπλάσεις κλίμακας : την περιοχή γύρω από το εργοστάσιο της Columbia στη Ριζούπολη, την περιοχή από τα Κουντουριώτικα μέχρι τα Προσφυγικά με απομάκρυνση του γηπέδου του Παναθηναϊκού στην Αλεξάνδρας, την υλοποίηση του μητροπολιτικού πάρκου στο Γουδί και τη δημιουργία 1000 στρεμμάτων πράσινων χώρων , σύμφωνα με το ισχύον διάταγμα, στον Ελαιώνα .

Στην Αρχιτεκτονική Σχολή οι φοιτητές/τριες του 9ου εξαμήνου σχεδίασαν μια υποδειγματική ανάπλαση της ευρύτερης περιοχής της Columbia , που περιλαμβάνει το ρέμα του Ποδονίφτη , αδόμητες παρακείμενες εκτάσεις και δημιουργεί μια συνεχή ροή ελεύθερων χώρων μέχρι το Άλσος της Φιλαδέλφειας.

Ανάπλαση σημαίνει ανάδειξη της μνήμης της πόλης και ταυτόχρονα ανανέωση της ιστορίας της. Σε κάθε περιοχή, ακόμα και την πιο φτωχή, υπάρχουν αστικοί συντελεστές, δηλαδή χώροι με ταυτότητα και κοινωνική σημασία που μπορούν να λειτουργήσουν ως σηματωροί και αφετηριακά σημεία γύρω από τα οποία θα αναπτυχθεί το ανανεωμένο σχέδιο της πόλης.

Δυστυχώς, οι προωθούμενες σήμερα μεγάλες αναπλάσεις είναι τεράστια κερδοσκοπικά προγράμματα και οι μικρότερες αφορούν μικρομεσαίες, πάλι κερδοσκοπικές, επιδιώξεις, συνήθως επιζήμιες για την πόλη. Μια συνηθισμένη μόδα είναι π.χ. η μετατροπή των πλατειών, από το Πεδίο του Άρεως μέχρι την Κω, σε γκαράζ και η καταστροφή της υπάρχουσας φύτευσης, οι συνεχείς τσιμεντοστρώσεις χωμάτινων επιφανειών που θεωρούνται εξυγιάνσεις, το συνονθύλευμα κακόγουστων στοιχείων , τα οποία θεωρούνται καλλωπισμός των δημόσιων χώρων , κ.λ.π., κ.λ.π.

Στόχος κάθε ανάπλασης μικρής ή μεγάλης, πρέπει να είναι , όπως ήδη έχω τονίσει , η εξοικονόμηση δημόσιων χώρων και η ανάδειξή τους σε πρωταγωνιστή στη μορφή της πόλης. Σήμερα, όμως, κυριαρχούν ο ιδιωτικός και αγοραίος χώρος, που διαρκώς επεκτείνονται. Όπως η αγορά επελαύνει στον ανθρώπινο βιόκοσμο και εμπορευματοποιεί πτυχές της ανθρώπινης καθημερινότητας, οι οποίες στο παρελθόν ήταν αντικείμενο προσωπικής και κοινωνικής διαχείρισης, έτσι και ο χώρος εμπορευματοποιείται, τεμαχίζεται σε ιδιωτικά υποσύνολα, χάνει τη δημόσια και πολιτική του υπόσταση και τα κοινωνικά νοήματα που αρθρώνονται γύρω από συλλογικές πράξεις. Το δημόσιο συρρικνώνεται και αποκτά τυπικό χαρακτήρα.

Το Χαλάνδρι είναι ένα αρνητικό παράδειγμα όσον αφορά στο μέγεθος, την ποιότητα αλλά και τις συμβολικές διαστάσεις και σημασίες του δημόσιου χώρου. Απ’ αυτή την άποψη το ερώτημα ποια πλατεία ή /και ποια ανάπλαση είναι καίριο. Γιατί αν οι πλατείες σηματοδότησαν με τον πιο εμβληματικό τρόπο το δημόσιο πρόσωπο της πόλης και σήμερα εκπίπτουν μέσα στα αυτοκίνητα και τον κατακερματισμό, οι απώλειες είναι πολύπλευρες : χωρικές, κοινωνικές, πολιτικές, συμβολικές, συναισθηματικές.

Πιστεύω ότι το Χαλάνδρι, αλλά και κάθε δήμος, χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σχέδιο ανάπλασης, δηλαδή ανασύνταξης του δημόσιου χώρου, ανάδειξης και συμπλήρωσης των δημόσιων και κοινωνικών κτιρίων, διαφύλαξης των φυσικών στοιχείων, ενεργοποίησης της ιστορικής μνήμης  και  απόδοσης του διαχρονικού χαρακτήρα της πόλης.

Απ’ αυτή την άποψη μια πλατεία αποτελεί ένα σημαντικό δημόσιο κύτταρο, ανήκει σ’ ένα τμήμα πόλης και αυτό το τμήμα ανήκει με τη σειρά του στο δήμο-πόλη.  Η πλατεία πρέπει, λοιπόν, να επανασχεδιάζεται ως μέρος ενός σχεδίου πόλης.

Στην πλατεία Χαλανδρίου έρχονται και εκβάλλουν οι γύρω πεζόδρομοι – όλοι σήμερα εμπορικοί, η ρεματιά και δρόμοι με χαρακτήρα αλέας, χωρίς αυτές οι σχέσεις να υποστηρίζονται σχεδιαστικά. Η πλατεία είναι τεμαχισμένη σε υποσύνολα (κατά πλάτος και ύψος), διαλύεται από τα αυτοκίνητα στο εσωτερικό της και αποκόπτεται από την περιβάλλουσα πόλη με υπερτοπικές διελεύσεις αυτοκινήτων, οι οποίες δημιουργούν έναν ασφυκτικό δακτύλιο στην  περίμετρό της .

Η πλατεία, όμως, δεν είναι μια σταγόνα στον ωκεανό μιας διασπασμένης πόλης χωρίς δημόσιο πρόσωπο, που μπορεί να αναζωογονηθεί με μικροδιευθετήσεις της πλατείας ή άλλων σημείων. Έχω, όμως, ήδη μπει σε θέματα που οι άλλοι ομιλητές θα αναπτύξουν.    

Ελένη Πορτάλιου