ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ  ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗΣ  ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ  ΓΙΑ  ΤΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ  ΤΗΣ  ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

Με ορίζοντα  τις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2006 και στόχο να συγκεντρωθούν οι ευρύτερες δυνάμεις στα άμεσα καθημερινά μέτωπα, που αφορούν τις πόλεις και τους οικισμούς, διαμορφώθηκε στο πλαίσιο του Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς και της Πρωτοβουλίας για τη Συσπείρωση της Αριστεράς ένα κείμενο –  πολιτική βάση που αποτελεί ανοιχτή πρόσκληση προς τις πολιτικές δυνάμεις της αριστεράς και της οικολογίας, όσους /ες αποδεσμεύονται από τις κυρίαρχες πολιτικές της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ καθώς και τις κοινωνικές δυνάμεις που λειτουργούν στα κινήματα, τις τοπικές κινήσεις και κοινωνικές οργανώσεις στο χώρο της πόλης και της αυτοδιοίκησης.

Σύμφωνα με τους συντάκτες / τριες του κειμένου βρισκόμαστε στην αρχή μιας διαδικασίας,  δημοκρατικής και μαζικής ,στην οποία επιδιώκουμε να συμμετάσχει και να συναντηθεί ο μεγαλύτερος δυνατός αριθμός ανθρώπων με αυτοδιοικητικές και κινηματικές εμπειρίες αλλά και νέος κόσμος που θα ευαισθητοποιηθεί στην πορεία.

Α.      ΕΙΣΑΓΩΓΗ 

          ΠΟΛΙΤΙΚΟ  ΠΛΑΙΣΙΟ,  ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ  ΣΤΟΧΟΙ

Β.      ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ , ΚΡΙΤΙΚΗ  ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ , ΑΥΤΟΚΡΙΤΙΚΗ

Γ.  ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΤΗΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑΣ.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ    ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΓΙΑ ΑΜΕΣΕΣ  ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΚΟΙΝΩΝ ΠΛΑΙΣΙΩΝ ΑΓΩΝΩΝ  ΚΑΙ  ΕΚΛΟΓΙΚΗΣ  ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ

Α.     ΕΙΣΑΓΩΓΗ

         ΠΟΛΙΤΙΚΟ  ΠΛΑΙΣΙΟ,  ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΣΤΟΧΟΙ

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί την πολιτική βάση μιας ανοικτής πρόσκλησης.

Θέλουμε να προχωρήσουμε σε ένα ουσιαστικό διάλογο πάνω στα θέματα των πόλεων και των οικισμών και τα κοινωνικά προβλήματα που συνδέονται με την αυτοδιοίκηση, διάλογο με πανελλαδικό και τοπικό χαρακτήρα, ώστε να οδηγηθούμε στη μεγιστοποίηση της συμμετοχής και στις μεγαλύτερες δυνατές πολιτικές συνθέσεις που θα διασφαλίζουν, από τη μια μαζικές αγωνιστικές παρεμβάσεις τώρα και, από την άλλη, αξιόπιστα ψηφοδέλτια μάχης, γειωμένα στις τοπικές κοινωνίες, για τις εκλογές στην αυτοδιοίκηση, το 2006.

Απέναντι στη σκληρή νεοφιλελεύθερη πολιτική της κυβέρνησης και του συναινετικού δικομματισμού μπορούμε να αντιπαραθέσουμε τις ανάγκες των εργαζόμενων πολιτών, που υφίστανται τις αντιλαϊκές επιθέσεις και να διαμορφώσουμε ένα τρίτο ρεύμα στο χώρο των τοπικών κοινωνιών και της αυτοδιοίκησης.

Αυτό το ρεύμα θα συγκροτηθεί στη βάση της ριζικής κριτικής της σημερινής πραγματικότητας, με εναλλακτικό, ριζοσπαστικό προγραμματικό λόγο και θα αντλήσει από την παρακαταθήκη των αγωνιστικών παρεμβάσεων και των ιδεών των ανθρώπων του χώρου που περιγράφουμε.

Θέλουμε να υπερασπιστούμε τα δικαιώματα των λαϊκών τάξεων και των ευπαθών κοινωνικών ομάδων όπως συγκεκριμενοποιούνται τοπικά. Για να το κάνουμε αυτό αποτελεσματικά χρειαζόμαστε συσπείρωση δυνάμεων, καθημερινή αγωνιστική παρουσία, συνέπεια και συνέχεια. Μια τέτοια προοπτική διασφαλίζει τη φερεγγυότητα των κοινών  εκλογικών καθόδων και επιτρέπει να θέσουμε με πιθανότητες επιτυχίας ως στόχο την αποτροπή αντιδραστικών μέτρων και αποφάσεων, την ήττα του δικομματισμού στα τοπικά κοινοβούλια το 2006 και τη δυναμική παρουσία και εκλογική επιτυχία του τρίτου ρεύματος.          

Β.   ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ , ΚΡΙΤΙΚΗ  ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ , ΑΥΤΟΚΡΙΤΙΚΗ

Β1. Οι  πόλεις  και οι οικισμοί συγκροτούν πολιτικές κοινότητες που διατρέχονται   από αντιθετικές κοινωνικές επιδιώξεις αλλά διαμορφώνουν και κοινούς τόπους για μεγάλες   πλειοψηφίες των πολιτών τους.

      Ο χώρος, που αποτελεί βασικό πεδίο των οικονομικών διαδικασιών, εμπίπτει σήμερα περισσότερο από ποτέ στους νόμους του ανταγωνισμού και γίνεται με διάφορους, πέραν της παραγωγής, τρόπους αντικείμενο εκτεταμένης κερδοσκοπίας. Στο χώρο αποτυπώνονται, επίσης, σήμερα εντονότερα από χθες, τόσο οι διαχωριστικές γραμμές της ταξικής γεωγραφίας όσο και η απουσία κοινωνικών πολιτικών εξισορρόπησης των ανισοτήτων.

Β2. Παρά την κρίση τους και τα εκφυλιστικά φαινόμενα στη διαχείριση της εξουσίας, που εμφανίζονται σήμερα στους αυτοδιοικητικούς θεσμούς, όπως και στο κεντρικό κράτος, η αποκέντρωση του κράτους με αυτοδιοίκηση εξακολουθεί να έχει νόημα για την αριστερά. Η αιρετή αυτοδιοίκηση στην περιφέρεια , το νομό και τον δήμο αποτελεί προνομιακό πεδίο εκδίπλωσης κοινωνικών αιτημάτων, συγκρότησης πολιτικών που αφορούν μικρά και μεγάλα προβλήματα της καθημερινής ζωής , συμμετοχής των πολιτών και ελέγχου των αιρετών εκπροσώπων.

Άλλωστε σε διάφορες εποχές και σε διάφορες χώρες η αριστερά έχει να επιδείξει θετικά δείγματα πολιτικής γραφής ως κυβέρνηση ή αντιπολίτευση στα τοπικά κοινοβούλια.

Τα σημερινά προβλήματα της αυτοδιοίκησης , η οποία είναι αποκεντρωμένος κρατικός θεσμός με συγκεκριμένες δικαιοδοσίες και αρμοδιότητες, απορρέουν από τις γενικές νεοφιλελεύθερες πολιτικές της λιτότητας με τη μορφή άμεσης περικοπής του λαϊκού εισοδήματος και ταυτόχρονων περικοπών κοινωνικών παροχών.

Β3. Παρά τις θεσμικές αλλαγές που έχουν πραγματοποιηθεί από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα στους αυτοδιοικητικούς θεσμούς και τις οποίες πρέπει να αποτιμήσουμε – ιδιαίτερα την εφαρμογή του σχεδίου Καποδίστρια – εξακολουθεί να ισχύει ο έλεγχος της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας αυτοδιοίκησης από την εκάστοτε κυβέρνηση και την κεντρική εξουσία ενώ δεν έχει θεσμοθετηθεί η αιρετή τριτοβάθμια αυτοδιοίκηση.

      Στο πλαίσιο αυτής της εξάρτησης παραμένουν ανοιχτά τα θέματα πόρων και αρμοδιοτήτων που θα επέτρεπαν  και τη σχετική αυτονομία των τοπικών αποφάσεων από τις κεντρικές πολιτικές του εθνικού κράτους και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Κύριο πρόβλημα παραμένει και σήμερα ο συγκεντρωτισμός έναντι της ισόμετρης ανάπτυξης των περιφερειών και οι διευρυνόμενες αποκλίσεις μεταξύ περιφερειών και κοινωνιών.

Β4. Οι κυρίαρχα ασκούμενες πολιτικές στην αυτοδιοίκηση, καθώς πλειοψηφούν η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, δεν διαφέρουν  πολύ από τις πολιτικές της κεντρικής εξουσίας : αγοραίες λογικές και ιδιωτικοποίηση δημόσιων υπηρεσιών, περιβαλλοντοκτόνες πολιτικές ανάπτυξης, κυριαρχία των ιδιωτικών συμφερόντων σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος, αδιαφάνεια στη διαχείριση των πόρων και ενίοτε διαπλοκή με συγκεκριμένα συμφέροντα και ισχυρούς κοινωνικούς παράγοντες, πελατειακές σχέσεις, συγκεντρωτισμός στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, αποστασιοποίηση από τις ανάγκες των πολιτών και εχθρότητα απέναντι στις πρωτοβουλίες που αυτοί / ες αναλαμβάνουν.

      Εξάλλου οι κοινωνικές υπηρεσίες που προσφέρει η αυτοδιοίκηση (περιβάλλον, δημόσιος χώρος και κοινωνικές υποδομές, παιδεία, πρόνοια, πολιτισμός, αθλητισμός, συγκοινωνίες κ.λ.π.) και συγκροτούν αυτό που ονομάζεται «κοινωνικός μισθός» περιστέλλονται δραστικά στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης συρρίκνωσης του κοινωνικού κράτους.

      Η αυτοδιοίκηση ασχολείται ελάχιστα με τα δικαιώματα και τα προβλήματα των ασθενέστερων κοινωνικών ομάδων που υφίστανται αρνητική διακριτική μεταχείριση (άνεργοι, άστεγοι, μετανάστες, γυναίκες, ομοφυλόφιλοι /ες, χρήστες ναρκωτικών, άτομα με ειδικές ανάγκες και ιδιαίτερες δεξιότητες, κ.λ.π.). 

Β5. Στην αυτοδιοίκηση αναπαράγονται οι γραφειοκρατικές, αντιδημοκρατικές στρεβλώσεις του κεντρικού κράτους. Ο εκλογικός νόμος πριμοδοτεί τις κυρίαρχες δικομματικές δυνάμεις στα τοπικά κοινοβούλια και αποκλείει τη θεσμικά κατοχυρωμένη παρουσία μικρότερων πολιτικών δυνάμεων και πρωτοβουλιών πολιτών που θα μπορούσαν να εγγυηθούν την πολυφωνία και τον έλεγχο. Σε ελάχιστες περιπτώσεις έχει γίνει αποδεκτή η συμμετοχή σε σταθερή βάση πολιτικών και κοινωνικών ομάδων που δεν έχουν εκλεγμένους αντιπροσώπους. Εξάλλου, θεσμοί πιο προσιτοί στο λαό, όπως αυτός των συνοικιακών συμβουλίων, έχουν αφυδατωθεί.

      Στο κενό της δημοκρατικής συμμετοχής και των εξουσιαστικών τεχνικών, που καταργούν τους διαύλους επικοινωνίας ανάμεσα στο αποκεντρωμένο κράτος και την κοινωνία, αναπτύσσονται ευτυχώς κινήματα πολιτών, με μόνιμο ή περιστασιακό χαρακτήρα, που γεννιούνται από ουσιαστικές κοινωνικές ανάγκες, ενεργοποιούν λαϊκές δυνάμεις, εγκαλούν τις αιρετές διοικήσεις και προκαλούν ρήγματα στις ασκούμενες πολιτικές. Στη βάση αυτή έχουν πραγματοποιηθεί οι πιο ευτυχείς συγκλίσεις αριστερών, οικολογικών και κινηματικών δυνάμεων και η συνάντησή τους με τους πολίτες και τα προβλήματά τους.

Β6. Παρ’ όλες αυτές τις γενικού χαρακτήρα αρνητικές διαπιστώσεις έχει μεγάλη σημασία να διακρίνουμε τις αντιφάσεις που δημιουργούνται, να μην προσεγγίσουμε την πραγματικότητα ισοπεδωτικά, να αποτιμήσουμε κάθε περίπτωση συγκεκριμένα και να αναδείξουμε τα θετικά παραδείγματα, επιμέρους ή συνολικά, όπου υπάρχουν.

      Μια δική μας «απογραφή» με τη συμμετοχή όχι μόνο όσων ενεπλάκησαν στους θεσμούς αλλά και όσων έθεσαν αιτήματα και ανέλαβαν πρωτοβουλίες και αγώνες, όπως και του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού πολιτών που είναι αποδέκτες της πολιτικής της αυτοδιοίκησης, θα ήταν για όλους / ες διδακτική και αναγκαία για ένα σχέδιο ρήξης με τη σημερινή πραγματικότητα.

      Η αποτίμηση της κατάστασης στο χώρο των δήμων, των νομαρχιών και των περιφερειών, όπως και η κριτική των αυτοδιοικητικών αρχών, αποτελούν τη μια πλευρά της «απογραφής». Η άλλη πλευρά αφορά την παρουσία των εκλεγμένων εκπροσώπων του χώρου της ριζοσπαστικής αριστεράς και της οικολογίας στα τοπικά κοινοβούλια, τη στάση τους απέναντι στις κυρίαρχες πολιτικές αλλά και τον βαθμό ενεργοποίησης των αυτοδιοικητικών σχημάτων  και τον ρόλο των κοινωνικών πρωτοβουλιών όπου αναλήφθηκαν.

      Ιδιαίτερα εκεί που πραγματοποιήθηκαν συνεργασίες πέραν της αριστεράς τίθεται θέμα κριτικής της πολιτικής που πλειοψηφικά εφαρμόστηκε και των διαφοροποιήσεων που προέκυψαν εξαιτίας προβληματικών πολιτικών.

      Το μεγάλο πρόβλημα, το οποίο η «απογραφή» θα αναδείξει συγκεκριμένα, είναι ότι οι δυνάμεις που σήμερα συνδιαλέγονται δεν έχουν σταθερή παρέμβαση στα κινήματα που αφορούν το περιβάλλον και τα δικαιώματα στην πόλη, θέματα άμεσα συνδεδεμένα με την πολιτική στους θεσμούς. Επομένως δεν διαθέτουν επαρκείς κοινωνικές εγγραφές ώστε να κινητοποιούν τους πολίτες, να επηρεάζουν σημαντικά και να διαφοροποιούν τις αυτοδιοικητικές πολιτικές.

          Η αυτοκριτική και η συνείδηση των δικών μας κενών είναι προϋπόθεση για την ανάκτηση ή την οικοδόμηση της φερεγγυότητας σχημάτων και προσώπων που προβάλλονται δημόσια και υπόκεινται στην κρίση των αριστερών και ευρύτερα όλων των πολιτών.

      Στο πλαίσιο αυτό χρειάζεται να γίνει συστηματική «απογραφή» των κοινωνικών οργανώσεων και πρωτοβουλιών που συνεχώς δημιουργούνται, συνήθως αυτόβουλα από τα κάτω, σε όλη τη χώρα.

Γ. ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΤΗΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ  ΟΙΚΟΛΟΓΙΑΣ.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ     ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΓΙΑ ΑΜΕΣΕΣ  ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΚΟΙΝΩΝ ΠΛΑΙΣΙΩΝ  ΑΓΩΝΩΝ  ΚΑΙ  ΕΚΛΟΓΙΚΗΣ  ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ

       Μια αξιόπιστη πολιτική στην αυτοδιοίκηση προϋποθέτει :

Γ1. Σαφή οριοθέτηση από τις πολιτικές της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, όπως αυτές διατυπώνονται και ασκούνται κεντρικά και τοπικά, ως βασική αρχή συγκρότησης του τρίτου ρεύματος στην αυτοδιοίκηση. 

      Αποκλεισμό κεντρικών συνεργασιών με τις δυνάμεις του δικομματισμού. Εξαιρέσεις μπορεί να υπάρξουν μόνο σε περιπτώσεις μικρών δήμων, όπου διαμορφώνονται ευρύτατα υπερκομματικά ψηφοδέλτια με προοδευτικό πρόγραμμα.

      Στροφή στο λαό των περιφερειών, των νομαρχιών και των δήμων και συμβολή στην ανάδειξη και αντιμετώπιση των προβλημάτων του.

      Ενεργοποίηση της κοινωνίας και κυρίως των λαϊκών τάξεων και των ασθενέστερων κοινωνικών ομάδων ώστε να διατυπώνουν αιτήματα , να οργανώνουν αυτόνομες αντιστάσεις και να κατακτούν στόχους.

Γ2. Αντιπαράθεση με την αντίληψη της αυτοδιοίκησης – manager , με την εκχώρηση στο ιδιωτικό  κεφάλαιο δημοτικών υπηρεσιών, με τις αγοραίες πολιτικές της εμπορευματοποίησης των κοινωνικών αγαθών, του δημόσιου χώρου και του ελεύθερου χρόνου.

Γ3. Αντιπαράθεση με τον αυταρχισμό των τοπικών εξουσιών , τις πελατειακές σχέσεις, τον λαϊκισμό και την απαξίωση της λαϊκής συμμετοχής. Προώθηση της συμμετοχής, στις διαδικασίες των συνεδριάσεων και των αποφάσεων των συμβουλίων, των σχημάτων που έλαβαν μέρος στις εκλογές και δεν εξέλεξαν αντιπροσώπους και ενεργών ομάδων πολιτών όπως και των μεταναστών, τη θεσμοθετημένη συμμετοχή των οποίων επιδιώκουμε στις αυτοδιοικητικές εκλογές. Βασικός στόχος μας παραμένει η εφαρμογή της απλής αναλογικής.

      Προώθηση ουσιαστικών συμμετοχικών διαδικασιών στη χάραξη των προτεραιοτήτων της δημοτικής πολιτικής, στον έλεγχο της δημοτικής αρχής και στις δημοτικές επιτροπές. Εκχώρηση τομέων αυτόνομης δράσης σε ομάδες πολιτών και στήριξή τους από τους δήμους (στέκια νέων, κινηματογραφικές λέσχες κ.λ.π.).

      Ενίσχυση της συμμετοχής των πολιτών στη λειτουργία δημοτικών υπηρεσιών και της αυτοδιαχείρισης, όπως έγινε στην πρώτη περίοδο δημιουργίας των ΚΑΠΗ, ενός αξιόλογου θεσμού.

      Δημιουργία δικτύων αλληλεγγύης και εθελοντικής κοινωνικής προσφοράς με τη στήριξη των δημοτικών αρχών.

Γ4. Διασφάλιση της χρηστής διαχείρισης των πόρων, της διαφάνειας στα οικονομικά και της δημόσιας παρουσίασης των προϋπολογισμών – απολογισμών. Ορισμένοι δήμοι είναι χρεωμένοι όχι μόνο λόγω έλλειψης πόρων αλλά, επίσης, λόγω διασπάθισης του δημοσίου χρήματος σε άσκοπα έργα και μεσάζοντες.

      Τα φαινόμενα ιδιοτελών συμπεριφορών και ατομικών απολαβών όπως και τα φαινόμενα διαπλοκής, υπαρκτά στην αυτοδιοίκηση, υπογραμμίζουν ότι η κρίση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας δεν αφορά μόνο το κεντρικό αλλά και το αποκεντρωμένο κράτος.

      Παρ’ όλ’ αυτά τα σοβαρά προβλήματα που ανακύπτουν στη διαχείριση των οικονομικών το θέμα δεν είναι μόνο διαχειριστικό. Υπάρχουν σήμερα γενικά ζητήματα προς συζήτηση :πόρων που πρέπει να αποτελούν ποσοστό του προϋπολογισμού αποδιδόμενο στην αυτοδιοίκηση , φορολογικής πολιτικής η οποία πρέπει να γίνεται με κοινωνικά κριτήρια, δημοτικών τελών και παροχής υπηρεσιών, κοινωνικοποίησης της παραγόμενης υπεραξίας από διάφορες δημοτικές παρεμβάσεις έναντι της απόδοσής της σε λίγους ιδιώτες  κ.λ.π.

Γ5. Προώθηση κοινωνικής πολιτικής στους τομείς αρμοδιότητας της αυτοδιοίκησης και αντιπαράθεση σε κάθε μορφή αποκλεισμών. Η ένταξη των μεταναστών, η υποστήριξη ευπαθών κοινωνικών ομάδων, οι ανοιχτές θεραπευτικές κοινότητες, δεν είναι απλά ζητήματα πολιτικών επιλογών. Είναι μια πάλη απέναντι στον κοινωνικό συντηρητισμό, ο οποίος αλληλοτροφοδοτείται με νεοφιλελεύθερα επικοινωνιακά σχέδια : επιχειρήσεις «σκούπα», δημοτικές αστυνομίες, «σώματα» πολιτών για τη συνοικιακή ασφάλεια, στρατιωτικοποιημένα αστυνομικά σώματα, κάμερες σε δρόμους και σχολεία  

Γ6. Προώθηση εναλλακτικών τρόπων οργάνωσης του χώρου, του χρόνου και των υπηρεσιών. Διασφάλιση του δημόσιου χώρου , προτεραιότητα στα δημόσια μέσα μεταφοράς, στις κοινόχρηστες εξυπηρετήσεις, τη συλλογική κατανάλωση και την ανακύκλωση. Εμπέδωση στην κοινωνική συνείδηση των αναγκαίων ριζικών αλλαγών για μια βιώσιμη οικολογικά ανάπτυξη και μια αξιοβίωτη καθημερινότητα 

Γ7. Αλλαγή των σημερινών σχέσεων ανάμεσα στους εργαζόμενους και τις δημοτικές αρχές, διασφάλιση  των εργασιακών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων και της αυτονομίας τους έναντι των πελατειακού χαρακτήρα εξαρτήσεων.

Γ8. Προώθηση σε τοπικό επίπεδο πολιτικών απασχόλησης, διασφάλισης των θέσεων εργασίας και   στήριξης των ανέργων .

Γ9. Προώθηση θεσμικών αλλαγών που ολοκληρώνουν την αποκέντρωση και την απεξάρτηση από την    κεντρική εξουσία και την εκάστοτε κυβέρνηση.

Γ10. Άμεση παρέμβαση για την κατανομή του Δ’ ΚΠΣ. 

Όπως ήδη περιγράψαμε στην εισαγωγή,  μια αξιόπιστη αριστερή πολιτική στην αυτοδιοίκηση για να γίνει εφικτή προϋποθέτει συσπείρωση του ευρύτερου δυνατού φάσματος της ριζοσπαστικής αριστεράς, του ΣΥΡΙΖΑ, της Πρωτοβουλίας, των οικολογικών φορέων, των πολιτικών ομάδων που αποσπώνται από τον δικομματισμό, των κινημάτων, των κοινωνικών οργανώσεων και πρωτοβουλιών, του κόσμου που κινείται σε πολιτιστικούς , εξωραϊστικούς , αθλητικούς κ.λ.π. συλλόγους και σε φορείς που διεκδικούν το δικαίωμα στην πόλη για ευπαθείς ομάδες πολιτών.

Είναι απαραίτητη η οριζόντια διασύνδεση και επικοινωνία  όλων των αυτοδιοικητικών και κινηματικών σχημάτων του χώρου που μας ενδιαφέρει.

Πρώτα απ’ όλα, όμως, πρέπει να ενεργοποιήσουμε τον κόσμο μας και να προωθήσουμε τη συμμετοχή συγκεκριμένων ανθρώπων στην τοπική δράση. Είναι αδιανόητο να μιλάμε για αυτοδιοίκηση χωρίς κόσμο που συμμετέχει με συνέπεια σε ομάδες πολιτών ή αυτοδιοικητικές κινήσεις ζωντανές και αναγνωρίσιμες από τις τοπικές κοινωνίες.

Οι συγκεκριμένες κοινωνικές παρεμβάσεις θα πρέπει να αποτελέσουν και τον κορμό των αυτοδιοικητικών προγραμμάτων για να είναι τα προγράμματα αυτά αξιόπιστα και όχι απλά συμπληρώματα εκλογικών καθόδων.

Η παρουσία της ριζοσπαστικής αριστεράς δεν είναι σήμερα ικανοποιητική, αν αναφερόμαστε σ’ αυτή συνολικά, παρότι διαθέτει πολύ ενεργούς ανθρώπους που έχουν δώσει με συνέπεια πολύχρονους αγώνες. Δεν είμαστε σε θέση σήμερα ούτε να καθορίσουμε τον χαρακτήρα των αυτοδιοικητικών θεσμών ούτε να ανατρέψουμε συνολικές πολιτικές που απορρέουν από γενικότερες επιλογές στο επίπεδο της Ε.Ε. , της κυβέρνησης και του ΠΑΣΟΚ. Είμαστε σε θέση, όμως, να μην ανεχθούμε παραγοντισμούς, ιδιοτελείς συμπεριφορές και συμπλεύσεις με δικομματικές πολιτικές και να πριμοδοτήσουμε αγωνιστικές και συνεπείς παρεμβάσεις και παρουσίες. Σ’ αυτή τη βάση έχουμε τη δυνατότητα, από θέσεις προγραμματικής αντιπολίτευσης στο δικομματισμό, σύμφωνα με ένα  εναλλακτικό σχέδιο οργάνωσης των πόλεων και των οικισμών, των τοπικών κοινωνιών και των θεσμών, να θέτουμε ζητήματα, να ενεργοποιούμε κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις,  να δημιουργούμε ρωγμές στις πλειοψηφίες και να κερδίζουμε στόχους.

Σ’ αυτή τη βάση μπορούμε να ζητήσουμε από τους πολίτες τη στήριξη του τρίτου ρεύματος στις αυτοδιοικητικές εκλογές και να διεκδικήσουμε την ισχυρή παρουσία στα τοπικά κοινοβούλια των συνεργαζόμενων δικών μας δυνάμεων.