Φλωρεντία ανοιχτή πόλη
Η ΑΝΑΚΤΗΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΧΩΡΟΥ
Η κοινή ζωή των ανθρώπων με τη μορφή της πόλεως φαινόταν να εγγυάται ότι οι πιο ευπαθείς ανθρώπινες δραστηριότητες, η πράξη και η ομιλία, καθώς και τα λιγότερο απτά και περισσότερο εφήμερα από τα ανθρώπινα «προϊόντα», τα έργα και οι ιστορίες, που είναι αποτέλεσμά τους, θα γίνονταν άφθαρτα. Ο οργανισμός της πόλεως, με διασφαλισμένη τη φυσική της υπόσταση από τα τείχη της και με εγγυημένη την φυσιογνωμία της από τους νόμους της – μη τυχόν οι μετέπειτα γενεές μεταβάλουν την ταυτότητα της καθιστώντας την αγνώριστη – αποτελεί ένα είδος οργανωμένης μνήμης. Διαβεβαιώνει το θνητό υποκείμενο της πράξης ότι από την παροδική του ύπαρξη και το εφήμερο μεγαλείο του δεν θα λείψει ποτέ η πραγματικότητα εκείνη η οποία προέρχεται από το γεγονός ότι οράται, ακούγεται, και γενικά εμφανίζεται μπροστά σ’ ένα κοινό συνανθρώπων του, οι οποίοι έξω από την πόλιν το πολύ – πολύ θα μπορούσαν να παρακολουθήσουν μια σύντομη πράξη.
Hanna Arendt
Η ανθρώπινη κατάσταση
ΠΡΟΟΙΜΙΟ
Το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Φόρουμ δηλ. ένας χώρος στον οποίο οι συμμετέχοντες / συμμετέχουσες δια του λόγου και της πράξης, κατά την αρχαιοελληνική έννοια, δημιουργούν μια πολιτική κοινότητα και αναδύονται στη δημόσια σφαίρα, υπερβαίνοντας τη μονομέρεια του ιδιώτη, ιδρύθηκε στη Φλωρεντία 6 με 10 Νοεμβρίου 2002.
Η συνειδητή ή ασυνείδητη επιλογή της πόλης αυτής, που άφθαρτη εγκιβωτίζει τον χρόνο και τον εκπέμπει στα έργα των ανθρώπων που την κατοίκησαν επί αιώνες, ήταν μια πολλαπλά σημαίνουσα χειρονομία. Γιατί οι παρακαταθήκες του ευρωπαϊκού πολιτισμού απέναντι στον οποίο τοποθετείται στοχαστικά το Φόρουμ συνδέθηκαν, ταυτίστηκαν ή ανάβλυσαν σε τόπους με όνομα και ιστορία.
Οι πόλεις υπήρξαν τ’ αστέρια που φώτισαν τον χάρτη της Ευρώπης, οι λίθοι του βηματισμού σε χαοτικούς καιρούς, σώματα μισολιπόθυμα ή σφύζοντα που περιέβαλαν τη φθαρτότητα της ανθρώπινης ζωής και μέσα από τα έργα των ανθρώπινων χεριών και τις δημόσιες πράξεις διέσωσαν αυτά που οι πολίτες τους θέλησαν ν’ αποσπάσουν από τη φθορά του χρόνου.
Firenze citta apperta. Τελικά η Φλωρεντία παρέμεινε ανοιχτή πόλη και τα νέα τείχη μισαλλοδοξίας που επιχείρησε να υψώσει η κυβέρνηση Μπερλουσκόνι για ν’ αποκλείσει τους συνέδρους και τους διαδηλωτές έμειναν ανυπόστατα, τα παρέσυρε ο ανυπότακτος άνεμος των νέων με τα σακκίδια που τους έλεγαν αλήτες, όπως θα ξανάγραφε ο δικός μας Ελύτης.
Ο ΛΑΟΣ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ
Ειπώθηκε ότι το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Φόρουμ και οι διαδικασίες στη Φλωρεντία, ειδικότερα, είναι το εργαστήρι ενός καινούργιου κόσμου. Αλλά η ίδια η πόλη υπήρξε ένα εργαστήρι πολεοδομικό, πολιτικό και ιδεολογικό σε μεγάλες ιστορικές τομές που καθόρισαν την εξέλιξη της Ευρώπης. Την υλική συμπύκνωση αυτών των σταθμών μας παραδίδει η Φλωρεντία με τον παραστατικό τρόπο των εκτεθειμένων επάλληλων στρωμάτων, που διαβάζονται με όχημα τη συλλογική μνήμη, ως αποσπάσματα ανάλογα ονειρικών και καλλιτεχνικών εικόνων, ή με όχημα την ιστορία, δηλαδή ως κατεργασμένο υλικό, αναγνώσιμο και ερμηνεύσιμο.
Η ΑΡΧΑΙΑ ΠΟΛΗ
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Luciano Berti* η πόλη υπάρχει στην ίδια θέση με διακοπές από τον 10ο αι. π.Χ. και αποκτά το ελπιδοφόρο όνομα Φλωρεντία ως Ρωμαϊκή αποικία το 59 π.Χ.. Φλωρεντία μπορεί να σημαίνει επίσης την ευφορία της περιβάλλουσας περιοχής (arva florentia) ή και τη συνάντηση των ποταμών (fluentia).
Αυτές οι Ρωμαϊκές πόλεις που φυλάσσονται στα έγκατα της Ευρώπης από την εποχή της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ακολουθούσαν μια κοινή τυπολογία: ορθογωνικές χαράξεις πάνω σε δύο κύριους τεμνόμενους άξονες τον Cardo Maximus ή άξονα Β-Ν και τον Decumanus Maximus ή άξονα Α-Δ, οι οποίοι ορίζουν τον δημόσιο χώρο της πόλης, με καρδιά το forum, και τις 4 συνοικίες της.
Στη Φλωρεντία, ο Cardo Maximus ανταποκρίνεται στις Via Calimala και Via Roma, ενώ ο Decumanus Maximus στις Via Strozzi και Via del Corso. Στη θέση της Ρωμαϊκής πλατείας διατηρήθηκε η αγορά μέχρι το 1890 οπότε και κατεδαφίστηκε πλήρως.
Στο μέρος αυτό βρίσκεται σήμερα η θριαμβική αψίδα της Piazza della Republica, πλατείας χαρακτηριστικής των ευρωπαϊκών παρεμβάσεων που αναδιαμόρφωσαν τις Ευρωπαϊκές πόλεις του 19ου αι.
Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΟΡΑΣ
Εδώ πάνω στο αλλοτινό Φόρουμ της αρχαίας πόλης, στη διάρκεια της συγκρότησης του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Φόρουμ, εγκαταστάθηκε η ARCI (Associazione Ricreativa Culturale Italiana)*, μια ζωντανή πανιταλική οργάνωση που κατάγεται από την παράδοση των πρώτων εργατικών ενώσεων στο δεύτερο μισό του 19ου αι. Οι Ενώσεις Αλληλοβοήθειας και οι Εργατικές Ενώσεις Αλληλοβοήθειας αποτέλεσαν την εμπροσθοφυλακή της εργατικής τάξης, έγιναν τόποι αμοιβαιότητας, φιλανθρωπίας, συνάντησης, κουλτούρας και ταυτόχρονα κέντρα εκδήλωσης ταξικών αγώνων ενάντια στην εκμετάλλευση.
Ο πολιτισμός της ARCI είναι ο πολιτισμός της ειρήνης και της αλληλεγγύης γι’ αυτό εκτείνεται σε αντιπολεμικές και αντιρατσιστικές πρωτοβουλίες και στην προβολή πολιτιστικών αξιών που αντιπαραθέτουν στον εγωτισμό τη συλλογικότητα. Οι τέντες και οι πάγκοι της, οι πολύχρωμες σημαίες με τη λέξη PACE, οι σημαίες με την αγροτική εξέγερση του 1900, έχουν ιστορικό βάθος γιατί και η Φλωρεντία έχει ιστορικό βάθος, είναι εργαστήρι της Μεσαιωνικής και της Αναγεννησιακής πόλης και του πολιτισμού τους.
Η ΠΟΛΗ ΩΣ ΚΟΙΝΟΣ ΤΟΠΟΣ
Αυτός ο πολιτισμός θα γίνει προσπάθεια να κατανοηθεί αλλά με μιαν ιδιαίτερη οπτική που στηρίζεται στη βαθιά πεποίθηση ότι η πόλη είναι κοινός τόπος των κυρίαρχων και των κυριαρχούμενων τάξεων, επίδικο αντικείμενο και των δύο. Η ιστορία είναι μια αλυσίδα απωθήσεων του λαού της πόλης από τον δημόσιο χώρο, ιδιαίτερα το κέντρο, και ανακτήσεων αυτού του χώρου, πραγματικά και συμβολικά. Η ακμή και η παρακμή των πόλεων τέμνεται από παράλληλες και διαπλεκόμενες ιστορίες. Όλα όμως αρχίζουν, τελειώνουν και ξαναρχίζουν στην πόλη.
Η Φλωρεντία είναι υποδειγματική αυτών των κύκλων. Και παρ’ ότι οι αγοραίοι θεοί έχουν πολιορκήσει την ψυχή της, οι άγγελοι δεν την έχουν εγκαταλείψει. Οι άγγελοι στα μουσεία, οι άγγελοι της λάσπης, όπως είπαν τους νέους που προσέτρεξαν το 1966 απ΄ όλα τα μέρη του κόσμου για να σώσουν την ιστορική κληρονομιά της ύστερα από μια πλημμύρα του Άρνου και οι νέοι άγγελοι κατά της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, που χάρισαν με τις μουσικές τους ένα φιλί ζωής στο ταλαιπωρημένο, από την τουριστική υπερεκμετάλλευση, πρόσωπο της πόλης.
ΟΙ ΠΟΛΕΙΣ ΠΑΡΑΚΜΑΖΟΥΝ
Ανάμεσα στη Ρωμαϊκή εποχή και τον ύστερο μεσαίωνα χάνεται η γεωπολιτική ενότητα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και η ζωή των πόλεων διακόπτεται. Πόλεις κατ’ ουσίαν δεν υπάρχουν με τη μεταγενέστερη έννοια των οργανωμένων και εκτεταμένων τόπων και των πολιτικών θεσμών παρά μονάχα κάστρα στην ύπαιθρο – τα πριγκηπικά φέουδα, και μοναστικές αποικίες – τα μοναστήρια, που αποτέλεσαν ένα είδος προπλάσματος της Μεσαιωνικής πόλης καθώς διαφύλαξαν και καλλιέργησαν παρακαταθήκες από το παρελθόν των πόλεων και εφόδια για τη μελλοντική ανάπτυξή τους.
Οι αστικές κοινότητες – communitas αρχίζουν να μορφοποιούνται μετά τον 10ο αι. και η ιδιότητα του πολίτη αντικαθιστά σταδιακά τους δεσμούς του αίματος και της γης, της φεουδαλικής πίστης και υποταγής.
ΟΙ ΠΟΛΕΙΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΟΥΝΤΑΙ
Χωρίς αγορά και δρόμους δεν υπάρχουν πόλεις. Οι δρόμοι και οι ανταλλαγές επέτρεψαν με τον καιρό τον καταμερισμό εργασίας από τον οποίο προέκυψαν οι πόλεις. Η Φλωρεντία αναπτύχθηκε στον εμπορικό άξονα της Τοσκάνης – Ανκόνα, Φλωρεντία, Λιβόρνο και στον ποτάμιο δρόμο του κάτω Άρνου, που τροφοδοτούσαν την ανάπτυξη ενός εξωτερικού εμπορίου μακρινών αποστάσεων. Ο «εμπορικός καπιταλισμός» καθόρισε με τον δυναμισμό του όλα τα στάδια των αστικών δραστηριοτήτων και ειδικότερα την ανάπτυξη της βιομηχανίας και των τραπεζών.
Σ’ αυτό το γενικό περίγραμμα αναπτύσσεται η Φλωρεντία των Μεσαιωνικών και Αναγεννησιακών χρόνων. Ο δήμος της Φλωρεντίας θεσμοθετήθηκε το 1115. Οι μεσαιωνικές πόλεις αναπτύσσονται προστατευμένες σε κάθε φάση της ανάπτυξης από τα τείχη τους, που επαναοριοθετούν τις νέες οικιστικές επεκτάσεις και διαφυλάσσουν την πόλη και τη σχέση πόλης – υπαίθρου. Στη Φλωρεντία ο πρώτος δακτύλιος των τειχών χρονολογείται από τον 11ο αι., ο δεύτερος από τον 12ο και ο τρίτος από τον 13ο -την εποχή του Δάντη, ο οποίος γεννήθηκε στην καρδιά της Φλωρεντίας το 1265. Η τελευταία είναι περίοδος άνθησης της πόλης και γρήγορης πληθυσμιακής αύξησης.
Η ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ
Το 1280 η Φλωρεντία είχε 45,000 κατοίκους και στα 1340 περίπου 90,000. Στα 1250 ιδρύθηκε η νέα Φλωρεντινή δημοκρατία και το 1293 επεξεργάστηκε ένα είδος δημοκρατικού συντάγματος. Η πολιτική εξουσία ήταν στα χέρια των συντεχνιών: των 7 Arti Maggiori, που ήταν οι ισχυρότερες οικονομικά και πολιτικά και των 14 Arti Minori που διαμόρφωναν μια ισορροπία στη διακυβέρνηση. Όμως στις συντεχνίες και την εξουσία κυριαρχούσε ένας μικρός αριθμός πλουσίων οικογενειών, που συναντούσε την αντίθεση ενός πολύ μεγαλύτερου τμήματος του πληθυσμού της Φλωρεντίας, του λεγόμενου popolo minuto, που δεν διέθετε καμιά πολιτική δύναμη.*
Αυτό το πρώτο θεσμικό δημιούργημα αποτυπώνεται στο χώρο της πόλης όπου ήδη κυριαρχεί η ισχυρή και παγκόσμια ένωση της εκκλησίας.
Όπως γράφει ο Luis Mumford η ιδιότητα του μέλους σ’ αυτή την ένωση ήταν θεωρητικά εθελοντική και πρακτικά υποχρεωτική. Η αποκοπή από την κοινότητα συνιστούσε μια τέτοια τιμωρία μέχρι τον 16ο αι. που ακόμα και βασιλείς έτρεμαν μπροστά στην απειλή της εξόδου… Ένα μεγάλο μέρος των οικονομικών της κοινότητας ήταν αφιερωμένο στη στήριξη του κλήρου και των εκκλησιαστικών κτιρίων… Η εκκλησία ήταν ένας πολύπλευρος θεσμός και το κτίριο της εξυπηρετούσε πολλές λειτουργίες που αργότερα χωρίστηκαν και εξειδικεύτηκαν σε κοσμικούς θεσμούς.
Αυτές οι πρώτες μορφές κοινωνικής μέριμνας όπως νοσοκομεία, σανατόρια, βρεφοκομεία, πτωχοκομεία καθώς και χώροι φιλοξενίας ξένων, προσκυνητών και απόρων εμφανίστηκαν στην καρδιά της πόλης μέσω της εκκλησίας.
Η δημοκρατική communitas, δημιουργεί τον πρώτο μεγάλο μετά την Ρωμαϊκή εποχή οργανωμένο δημόσιο χώρο, υπαίθριο και κτιριακό για το σύνολο των κατοίκων της πόλης. Ο ανοιχτός δημόσιος χώρος της Μεσαιωνικής Φλωρεντίας, όπως και κάθε άλλης πόλης, έχει προκύψει σωρευτικά τον 12ο και 13ο αι. στα αστικά συμφραζόμενα της ανασύστασης των πόλεων κι ενώ έχει διακοπεί η αναζήτηση της τελειότητας στη μορφή της πολιτείας, που βασίζεται στις μεγάλες δημόσιες ρυθμίσεις και αντικατασταθεί από την εξοικείωση με την απουσία της τελειότητας και την ανοχή απέναντι στα άτακτα, ατελή, αντιφατικά στοιχεία, που θα χαρακτηρίσουν αναλλοίωτα τις ευρωπαϊκές πόλεις.* (Benevolo)
Σ’ αυτό το πυκνό, ακανόνιστο αστικό σκηνικό της Φλωρεντίας, σημειακά δομημένο αλλά με επιβλητικές λειτουργικά και αισθητικά κατασκευές, εμφυτεύεται στο τέλος του 13ου αι. το Bargello – στέγη του Συμβουλίου του Λαού και αργότερα έδρα του Podesta, δηλαδή του εξωτερικού δικαστή, που εξελίχθηκε σε κέντρο τρόμου, φυλάκισης και βασανιστηρίων και μπαίνουν οι βάσεις για το Palazzo Vecchio – έδρα των Επικεφαλής των Συντεχνιών και των Σημαιοφόρων της Δικαιοσύνης, που αποτέλεσαν τα μεγάλα κυβερνητικά σώματα της Φλωρεντίας.
Ήδη όμως η έννοια του συνολικού ρυθμιστικού σχεδίου έχει τεθεί με τις παρεμβάσεις του Arnolfo da Cambio ο οποίος στο τέλος του 13ου αι. ξανασχεδιάζει ταυτόχρονα το κέντρο και την περιφέρεια της Φλωρεντίας. Η πόλη αποκτά το εκκλησιαστικό της κέντρο με τον καθεδρικό ναό της Santa Maria del Fiore και το πολιτικό κέντρο με το Palazzo Vecchio μπροστά στην Piazza della Signioria.
Το πολιτικό κέντρο είναι κλειστό στο λαό της πόλης εκτός από τις περιόδους των πολιτικών αναταραχών και εξεγέρσεων. Αντίθετα, ο ανοιχτός δημόσιος χώρος και οι εκκλησίες είναι τόποι για το λαϊκό πλήθος ή το εκκλησίασμα, που αν και δεν αντιπροσωπεύεται στους πολιτικούς θεσμούς κατοικεί στην πόλη και διαβάζει καθημερινά το ανοιχτό βιβλίο της χριστιανικής θρησκείας, αποτυπωμένο στα υπέρλαμπρα έργα μεγάλων καλλιτεχνών, που γεννήθηκαν ή συνέρρευσαν στη Φλωρεντία.
Σημαντική γοτθική εκκλησία είναι η μεγαλοπρεπής Santa Croce που κτίστηκε το 1294 και φιλοξένησε αργότερα τους τάφους του Michelangelo, του Γαλιλαίου και του Μακιαβέλι, μνημείο προς τιμή του Δάντη και έργα σημαντικών καλλιτεχνών όπως των Giotto και Donatello. Η πρόσοψη της ξαναφτειάχτηκε τον 19ο αιώνα.
Επίσης, η μονή των Δομνικανών με την εκκλησία του San Marco ιδρύθηκε τον 13ο αιώνα, επεκτάθηκε τον 14ο και περιλαμβάνει θρησκευτικούς πίνακες του Giotto.
Το κλειδί, πάντως, για την ορατή πόλη, μας λεει ο Luis Mumford, βρίσκεται στην κινούμενη παρέλαση ή την πομπή και πάνω απ’ όλα στη θρησκευτική πομπή που τριγυρνά στους δρόμους και τις πλατείες πριν φτάσει στην εκκλησία ή στον καθεδρικό ναό για την ίδια τη μεγάλη τελετή. Εδώ δεν υπάρχει στατική αρχιτεκτονική.
Ο Albrecht Durer, (1471-1928), ο σημαντικότερος Μεσαιωνικός καλλιτέχνης εκτός Ιταλίας, περιγράφει τη Μεγάλη Πομπή της εκκλησίας της Παναγίας στην Antwerp, που παρακολούθησε. Ένα συντεταγμένο πολύχρωμο πλήθος με ειδικές ενδυμασίες, διακριτικά σύμβολα και μουσικά όργανα, κατά τις τάξεις όλων ανεξαίρετα των συντεχνιών, των εμπόρων και των καταστηματαρχών, των πυροβολητών, των ιππέων, των ευγενών, του κλήρου και των θρησκευτικών ταγμάτων, επί δύο ώρες περιφερόταν στην πόλη περιφέροντας την εικόνα της Παρθένου Μαρίας, στολισμένης με τον πιο ακριβό τρόπο προς τιμήν του Κυρίου Θεού.
Αυτές οι παραστάσεις, με ισχυρά παγανιστικά και καρναβαλικά στοιχεία, που ήταν επίσης εμφανίσεις των αρχόντων στο δημόσιο χώρο, γιορτές για τον λαό, γάμοι και κηδείες, αλλά και εκτελέσεις καταδικασμένων, όπως ο Σαβοναρόλα, που κάηκε στην πυρά το 1498 στην Piazza della Signioria, είναι αναπόσπαστο στοιχείο της πρόσληψης του δημόσιου χώρου της πόλης από τους κατοίκους της. Και συνιστούν παράδοση που με απειρία παραλλαγών επανεμφανίζεται συνεχώς, έχοντας αφήσει το αποτύπωμα της και στις πολιτικές εκδηλώσεις.
Παράδειγμα η μεγαλειώδης διαδήλωση του ενός εκατομμυρίου ενάντια στον πόλεμο που έκλεισε την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Φόρουμ στη Φλωρεντία: κάθε διαδηλωτής μια σημαία ή ένα μπαλόνι, τεράστιες οριζόντιες πολύχρωμες ή παλαιστινιακές σημαίες, πανό εφευρετικά, πλατφόρμες με μουσικούς, παράθυρα στολισμένα με λευκά σεντόνια – σημαίες, ενδυμασίες με ελάχιστα υλικά και άπειρη φαντασία, σφυρίχτρες, ξυλοπόδαροι, πρόσωπα μεταμφιεσμένα και πολλά άλλα εφφέ ξετυλίγονταν όπως τα πολύπτυχα της υψηλής Ζωγραφικής, της Γλυπτικής και της Αρχιτεκτονικής που, πάντως, δεν ήταν τέχνες ξένες στον κόσμο της μεσαιωνικής πόλης.
Στη μεσαιωνική Φλωρεντία πλην των δημοσίων κτιρίων, Bargello και Palazzo della Signioria (Vecchio), η εικόνα της καθημερινής πόλης ως συλλογικής ύπαρξης χτυπά στα μικρομάγαζα και τις υπαίθριες αγορές, στα εργαστήρια και τις σκαλωσιές των αρχιτεκτονικών έργων, που η κατασκευή τους διαρκεί επί δεκαετίες και τα οποία προσδίδουν σταθερά στην πόλη τη μορφή εργοταξίου.
Ταυτόχρονα μέσα στον αστικό ιστό κτίζονται τα πρώτα Palazza, ιδιωτικές κατοικίες και χώροι εργασίας και αποθηκών των μεγάλων εμπόρων. Σε αντίθεση με τους φεουδάρχες και τους ευγενείς, που ζουν μακριά από την πόλη, οι πλούσιοι αστοί την χρειάζονται και ζουν σ’ αυτή, δημιουργώντας μικρά κάστρα με ισόγεια κλειστά, ώστε να προστατεύονται στις εξεγέρσεις.
ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΕΣΑΙΩΝΑ ΣΤΗΝ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ
Αλλά αυτή η αστική οντότητα της Φλωρεντίας που περιγράφουμε έχει ήδη ξεφύγει από τον κοινοτικό χαρακτήρα της. Είναι έτοιμη να παραλάβει τις οικονομικές και πολιτικές λειτουργίες και την καλλιτεχνική κοσμογονία της Αναγέννησης. Η Αναγέννηση άνθισε στην Φλωρεντία.
Οι 14ος, 15ος, 16ος αιώνες είναι η περίοδος της μεγάλης ακμής της πόλης και καθώς οι μετέπειτα αλλαγές στη μορφή της υπήρξαν ηπιότερες σε σχέση με αυτές των άλλων ευρωπαϊκών πόλεων, η Φλωρεντία διασώζει τη μετάβαση από τον Μεσαίωνα στην Αναγέννηση, την Αναγέννηση, και τον Μανιερισμό μ’ ένα τρόπο μοναδικό και ανεπανάληπτο.
Αν χρησιμοποιήσει κανείς με ακρίβεια τον όρο, λεει ο Mumford, δεν υπάρχει Αναγεννησιακή πόλη αλλά τμήματα αναγεννησιακού ρυθμού, ανοίγματα και αποσαφηνίσεις που διαμορφώνουν με όμορφο τρόπο την κατασκευή της μεσαιωνικής πόλης… Το ίδιο το θέμα παρέμεινε μεσαιωνικό αλλά προστέθηκαν νέα όργανα στην ορχήστρα και τόσο το τέμπο όσο και το τονικό χρώμα της πόλης άλλαξαν.
Η αλήθεια είναι ότι όλες οι ιδεώδεις πόλεις που συνέλαβαν οι αρχιτεκτονικές και πολεοδομικές θεωρίες από τον 14ο αι., αναζητώντας στη γεωμετρία την τάξη, την αρμονία και την τελειότητα της μορφής και αποτυπώνοντας στο χώρο μια νέα πολιτειακή αντίληψη, με αναφορά στον αρχαίο κόσμο, δεν είχαν δυνατότητες να εφαρμοστούν εκτεταμένα, πόσο μάλλον ολοκληρωτικά, στις μεσαιωνικές πόλεις. Γιατί οι πόλεις δεν είναι ιδεογράμματα χωρικά ή πολιτικά, αλλά αντιφατικά και συγκρουσιακά πεδία που ανάλογα προσχωρούν ή αντιστέκονται στις αλλαγές. Είναι άλλωστε διαχρονικές κατασκευές, ο χρόνος εναποθέτει στα προϋπάρχοντα στρώματα χώρου τα νέα, όπως το παρελθόν βρίσκεται πάντα μέσα στο παρόν και το μέλλον.
Σύμφωνα με την κωδικοποίηση του Giulio Argan, ο μετασχηματισμός των μεσαιωνικών πόλεων περνούσε μέσα από τις πολεοδομικές αλλαγές με τη διάνοιξη νέων δρόμων και πλατειών, με την προσθήκη νέων τομέων στην πόλη και τη δημιουργία νέων γενετικών στοιχείων δια μέσου της κατασκευής μνημειακών κτιρίων που επρόκειτο να επιδράσουν στην περαιτέρω ανάπτυξη των κατασκευών στις γειτονικές περιοχές.
Ο 14ος αιώνας ήταν μεταβατικός για τον χώρο της πόλης και την πολιτική της συγκρότηση που αποκρυσταλλώθηκαν τον 15ο και τον 16ο αιώνα. Ο Giotto ανοίγει τον δρόμο στον Brunelleschi, ο Brunelleschi στον Alberti και αυτός στον Michelangelo, για να μιλήσουμε σχηματοποιώντας την εξέλιξη της πόλης στα πρόσωπα τεσσάρων από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες όλων των εποχών.
Το καμπαναριό του καθεδρικού ναού της Santa Maria del Fiore, τον οποίο σχεδίασε τον προηγούμενο 13ο αιώνα ο Arnolfo da Cambio, έργο του Giotto (1334-1359), είναι ήδη στραμένο στο μέλλον. Αποσυνδεδεμένο από το κύριο σώμα της εκκλησίας και αντικείμενο γλυπτικής επεξεργασίας γίνεται ένα οπτικό – εικαστικό σύμβολο της πόλης σε μετάβαση.
Το κτίριο που, πράγματι, αντιπροσωπεύει την ανερχόμενη Φλωρεντία των εμπόρων, των βιομηχάνων, των τραπεζιτών, των τεχνιτών και επαγγελματιών του 14ο αιώνα ήταν το Orsanmichelle, αρχικά αγορά, στο μέσον του επιχειρηματικού κέντρου και της ευρύτερης αγοράς, που απλωνόταν Β.Δ. της Piazza della Signioria. Το κτίριο κτίστηκε το 1330 με το ισόγειο ανοιχτό στο δρόμο μέσω στοών που έκλεισαν το 1380. Πέρασε στα χέρια των συντεχνιών και κάθε μια είχε ένα σκήνωμα στο εξωτερικό του κτιρίου που στέγαζε το άγαλμα του προστάτη αγίου της. Τα αγάλματα τοποθετήθηκαν τον 15ο αιώνα και σχεδιάστηκαν από μεγάλους καλλιτέχνες όπως ο Ghiberti και ο Donatello.
Στο τέλος του 14ου αιώνα δημιουργείται και η Loggia dei Lanchi – Περιστύλιο των Λογχών, που θα κοσμηθεί αργότερα με σημαντικά γλυπτά.
Από τον 14ο αιώνα (1345) χρονολογείται και η Ponte Vecchio, γέφυρα κατοικημένη και εμβληματική, η πιο παλιά της πόλης. Πάνω της συνεχίζουν να υπάρχουν εργαστήρια, μερικά από τα παλιότερα σωζόμενα στη Φλωρεντία, αλλά οι σφαγείς, οι βυρσοδέψες και οι σιδεράδες εκδιώχθηκαν το 1593. Από τότε η Ponte Vecchio είναι η γέφυρα των κοσμηματοπωλών. Πλανόδιοι ηθοποιοί, ζωγράφοι, έμποροι, τουρίστες και κάτοικοι συγκενρώνονται σήμερα στη γέφυρα που παραμένει γεμάτη ζωή.
Στο πολιτικό πεδίο η νέα εποχή σηματοδοτείται από την εξέγερση και την εκδίωξη του Δούκα των Αθηνών που κατέλαβε την πόλη και, οχυρώνοντας το Palazzo Vecchio, κατάφερε να την κυβερνήσει σχεδόν επί ένα χρόνο και από την εξέγερση των Ciompi το 1378, των ανειδίκευτων χειρώνακτων εργατών που πληρώνονταν με το μεροκάματο και δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα. Οι εξεγέρσεις του popolo minuto δεν ήταν σπάνιες αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση οι Ciompi κατέλαβαν το Palazzo della Signioria (Vecchio) και κρέμασαν νικητήριες καμπάνες στις αγχόνες για τους φτωχούς που βρήκαν μέσα, κατακτώντας το πολιτικό κέντρο της πόλης. Η εξουσία πέρασε στο λαό, έγιναν σημαντικές αλλαγές, σύντομα όμως επανήλθε η ολιγαρχία.
ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ: 15ος ΑΙΩΝΑΣ
Ο 15ος αιώνας στη Φλωρεντία χαρακτηρίζεται από ραγδαία ανάπτυξη και ένταξη στο αστικό περιβάλλον των αναγεννησιακών έργων που θα ολοκληρωθούν τον 16ο αιώνα.
Ο Fernand Braudel γράφει ότι όπως η ανάπτυξη των πόλεων οδήγησε στη συντήρηση και αύξηση του προλεταριάτου μέσα από αλλεπάλληλα μεταναστευτικά κύματα και στην είσοδο ειδικευμένων τεχνιτών και πολυμήχανων εμπόρων, κυρίως Εβραίων που δεν ήταν εξαθλιωμένοι βουνίσιοι αλλά διώκονταν λόγω της θρησκείας, έτσι και η καλλιτεχνική έκρηξη δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς τους περιφερόμενους αρχιτέκτονες, γλύπτες και ζωγράφους στους οποίους οι πόλεις ασκούσαν μια ακατανίκητη έλξη.
Στη Φλωρεντία η Αναγέννηση ήταν απόρροια της συρροής σ΄ αυτή των καλλιτεχνών απ’ όλη την Τοσκάνη, στη Ρώμη πάλι ήταν απόρροια της συρροής στην αιώνια Πόλη των Φλωρεντίνων και Ουμβρίων καλλιτεχνών. Χωρίς αυτόν τον πάντα έτοιμο για μετακίνηση κόσμο που πήγαινε από χωριό σε χωριό και από πόλη σε πόλη, στον ένα τόπο συνεχίζοντας μια μισοτελειωμένη τοιχογραφία, στον άλλο ζωγραφίζοντας ένα πίνακα ή κάποιο δίπτυχο, σε κάποιο τρίτο προσθέτοντας σε μια εκκλησία τον θόλο που είχε αφήσει ατελείωτο ο προηγούμενος κατασκευαστής της, η Ιταλική Αναγέννηση δεν θα ήταν αυτό που υπήρξε. (Braudel)
Η Φλωρεντία εμφανίζεται, λοιπόν, ανοιχτή πόλη – citta apperta, που τροφοδοτείται και εκπέμπει, συν τοις άλλοις, καλλιτεχνικά. Τον 15ο αιώνα, δεν είναι πια, όπως ήδη σημειώθηκε, η κλειστή μεσαιωνική κοινότητα αλλά μια πόλη που δεσπόζει στην περιβάλλουσα ύπαιθρο και κυριαρχεί στην ευρύτερη επικράτεια από μικρότερες πόλεις. Τα τείχη της είναι ανοιχτά και κλείνουν μόνο για να διασφαλίσουν την εξουσιαστική σχέση προς την περιφερειά της.
Ο 15ος αιώνας είναι πληθωρικός όπως και ο 16ος. Ο μετακινούμενος κόσμος των καλλιτεχνών σμιλεύει την πόλη που βλέπουμε σήμερα, που κατοικούν οι πολίτες της και επισκέπτονται εκατομμύρια άνθρωποι, την πόλη που το όνομα και η αύρα της έχουν περάσει στην επικράτεια των συλλογικών μύθων. Εδώ υπάρχει μια αναλογία με το σήμερα: οι νέοι όλων των ηλικιών που αντιστέκονται στη νεοφιλελεύθερη, παγκοσμιοποίηση ταξιδεύουν στην Ευρώπη και εγκαθίστανται προσωρινά στις διάφορες πόλεις της για να σμιλεύσουν στη συνείδηση των λαών της την εικόνα ενός άλλου εφικτού κόσμου.
Όταν το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Φόρουμ επέλεξε τη Φλωρεντία για να εγγράψει την ιδρυτική του πράξη δεν είχε, ίσως, σκοπό ν’ ανακινήσει την ιστορία παρ’ ότι η πρόσβαση των συνέδρων σ’ όλα τα μουσεία ήταν ελεύθερη με την επίδειξη της κάρτας τους και παρ’ ότι οι νέοι Δαβίδ πλημμύρισαν το ανοιχτό μουσείο των δημόσιων χώρων και την πινακοθήκη Uffizi.
Όμως, τελικά, τα κινήματα είναι παλιρροιακά κύματα: ανακατεύουν την ιστορία και τη μνήμη και ξαφνικά έρχονται στην επιφάνεια μαζί με την εξέγερση των Ciompi και τα πρόσφατα πολιτικά ονόματα του Πιέτρο Ίνγκράο και της Ροσάνα Ροσάντα, τ’ αρχιτεκτονικά μνημεία, τα χρώματα του Giotto και οι γλυπτικές μορφές του Ghiberti, Donatello, Michelangelo και τόσων άλλων του Piero de la Francesca, του Boticce, του Leonardo, του Fra Angelico.
Και φαίνεται ότι ο προσφορότερος τρόπος προσέγγισης του πολιτισμού των τεχνών είναι η ένταξη τους στο συνολικό πολιτισμό της πόλης και η γνωριμία μαζί τους σε στιγμές που έχει ενεργοποιηθεί η ανθρώπινη κατάσταση – η vita activa της Hanna Arendt.
Θα σταθούμε στη Φλωρεντία της Αναγέννησης.
Η νέα κοινωνική δομή που συνίσταται σ’ ένα συνθετότερο καταμερισμό εργασίας και μια μεγαλύτερη κοινωνική διαστρωμάτωση κάνει παρωχημένη την πολιτική δομή της communitas και ατενίζει στον μακρινό ορίζοντα τη μελλοντική γέννηση του έθνους – κράτους.
Αυτό που προσέδιδε συνοχή στην αστική κοινότητα δεν ήταν πια το κοινό συμφέρον στην οικονομική ευημερία αλλά η σκέψη της κοινής κληρονομιάς και μια κοινή ιστορική λειτουργία. Για τους Ιταλούς του 15ου αιώνα κάθε πόλη είχε αφ’ εαυτής κάτι απ’ αυτή την υπερβατική, απόλυτη, ιδεολογικό – ιστορική, πολιτική πραγματικότητα της αυτοκρατορίας, ήταν κάτι περισσότερο από μια πόλη, ήταν ένα κράτος εν τη γένεσει. (Argan)
Στην Αναγέννηση η αρμονία του χώρου συνάδει με την πολιτική αρμονία της «Πεφωτισμένης Δεσποτείας» ή της Δημοκρατίας του Λαού, θεσμών που δοκιμάστηκαν και οι δύο στη Φλωρεντία, ο πρώτος για πολύ μεγάλο και ο δεύτερος για πολύ μικρό διάστημα.
Η οικογένεια των Μεδίκων διατήρησε τον έλεγχο της Φλωρεντίας σχεδόν συνεχώς από το 1434 έως το 1743. Στην πρώτη περίοδο της διακυβέρνησης οι Μέδικοι διέθεταν λαϊκή υποστήριξη και πάντως, στην Ιταλική κοινωνία του 15ου αιώνα η εξουσία ήταν συγκεντρωμένη στη Signoria και βασιζόταν σε μια ευρεία βάση μεγάλων οικογενειών, θρησκευτικών ταγμάτων και πολιτιστικών σωμάτων.
Στο τέλος του 15ου αιώνα ο Πέτρος των Μεδίκων εγκατέλειψε την πόλη και η Φλωρεντία ανακηρύχθηκε Δημοκρατία του Λαού ακολουθώντας την επανάσταση των άοπλων προφητών που εμπνεύστηκαν από τον Girolamo Savonarola.
Η αίθουσα των 500 (Salone dei Cinquecento) σχεδιάστηκε μεταξύ 1495 και 1498 από τον αρχιτέκτονα Vasari για να στεγάσει το Μεγάλο Συμβούλιο (Consiglio Grante), ένα σώμα που δημιουργήθηκε από τους θεσμούς της Δημοκρατίας, έδωσε μεγαλύτερη αντιπροσωπευτικότητα και όρισε ηλικία εκλογής κάτω των 29 ετών.
Η περιορισμένη εφαρμογή των αναγεννησιακών σχεδίων στις ευρωπαϊκές πόλεις και ο μικρός αριθμός των διασωζόμενων εφαρμογών καθόλου δεν μειώνουν τη σημασία της Αναγέννησης ως πολιτικής και εικαστικής τομής στην ιστορία της Ευρώπης.
Οι αρχιτεκτονικές αρχές στην εποχή του ουμανισμού θα καθορίσουν σταθερά μέχρι τον 19ο αι. τον σχεδιασμό του αστικού χώρου και των κτιρίων. Η σύλληψη της πόλης ως ενότητας και η ιδεώδης πόλη ως καλλιτεχνική ανακάλυψη εδράζονται στις πνευματικές δυνάμεις και τις πολιτειακές δυνατότητες που απελευθέρωσε η μετατόπιση του κέντρου βάρους του κόσμου από τον Θεό στον άνθρωπο και η πεποίθηση ότι ο Θεός δεν είναι τόσο η αρχή όσο το τέλος της ανθρώπινης δύναμης και γνώσης. Η πίστη στο λόγο και την ιστορία και στη δυνατότητα αποκατάστασης μιας επίγειας αρμονίας οδηγούν σ’ ένα νέο τρόπο θεώρησης, όρασης και σχεδιαστικού ελέγχου του χώρου της πόλης και των κτιρίων της. Στην Αναγέννηση έγινε δυνατόν να σκεφτούμε την πόλη σαν μια ενιαία μορφή, που αποτελεί θέληση ενός πρίγκιπα και δημιουργία ενός αρχιτέκτονα. (Argan)
Ο ενοποιημένος γεωμετρικός χώρος στηρίζεται στις αναλογικές αρμονικές σχέσεις των μερών και η γεωμετρική δομή του είναι η προοπτική που καθορίζει τον σχεδιασμό του. Η αρχιτεκτονική του κτιρίου υποτάσσεται στην αρχιτεκτονική της πόλης και υπακούει στους γενικούς κανόνες. Τα μνημεία, έργα με ισχυρό αξιακό φορτίο για την κοινότητα, έχουν ένα κυριαρχικό ρόλο στην Αναγεννησιακή προσέγγιση της πόλης. Η σχέση ανάμεσα στο σχέδιο πόλης και το σχέδιο της σκηνής, που έγινε πολύ σημαντική στην περίοδο του μπαρόκ, έχει ήδη ενεργοποιηθεί. Η ιδέα της πόλης ως σκηνής για τις ανθρώπινες δράσεις συσχετίστηκε με τη νέα κοινωνική δομή. Τα κινήματα στην πολιτική είναι ιστορικά κινήματα και η πόλη, κατά συνέπεια ήταν το ιστορικό κέντρο των ιστορικών δράσεων. (Argan)
Η τυπικά εναρκτήρια πράξη της αρχιτεκτονικής της Αναγέννησης γράφεται στον καθεδρικό ναό της πόλης, τη Santa Maria del Fiore, από τον Brunelleschi, ο οποίος, έχοντας μελετήσει από κοντά τις κατασκευαστικές αρχές των Ρωμαϊκών ερειπίων, επινοεί ένα νέο σύστημα κάλυψης του τρούλλου του.
Ο ίδιος ήθελε τη μορφή του τρούλλου πλήρη, μεγαλειώδη και επιβλητική και όπως λεει ο Giulio Argan, ήθελε, επίσης, να προσδώσει στο μεγάλο όγκο του ένα εφφέ ελαφρότητας που θα μπορούσε να τον ελευθερώσει, όπως ένα μεγάλο μπαλόνι στον ανοιχτό ουρανό πάνω από την πόλη… Μια προοπτική κουπόλα δεν ήταν απλά ένα αντικείμενο τοποθετημένο στο χώρο ήταν μια μορφή που αναπαρίστανε όλο τον χώρο και συνεπώς είχε μια θεωρητικά ατελείωτη ικανότητα. Γι’ αυτό τον λόγο ο τρούλλος είναι η ιδεώδης κάλυψη για όλη την πόλη και συνδέει τη Φλωρεντία με τον ορίζοντα των λόφων που την περιβάλλουν πάνω στους οποίους φαίνεται ν’ αναπαύεται ο φυσικός τρούλλος τ’ ουρανού.
Το άλλο έργο του Brunelleschi που σηματοδοτεί την Αναγέννηση είναι το Ospedale degli Innocenti – Βρεφοκομείο Εγκαταλελειμμένων Παιδιών, στην Piazza della Santissima Annunziata. Το κτίριο ορίζει τη μια όψη της πλατείας, ενώ την κάθετη σ’ αυτήν ορίζει η εκκλησία Santissima Annunziata που σχεδίασαν ο Michelozzo και ο Alberti (;).
Ο Brunelleschi ξανασχεδίασε και έκτισε, επίσης, τον San Lorenzo – την ενοριακή εκκλησία της οικογένειας των Μεδίκων και σχεδίασε το Παλαιό Σκευοφυλάκιο που ζωγράφισε ο Donatello, ο οποίος εργάστηκε και για τους μπρούτζινους άμβωνες του κεντρικού κλίτους. Ο τεράστιος τρούλλος του Buontalenti μιμείται τον τρούλλο του καθεδρικού ναού του Brunelleschi.
Άλλα έργα του Brunelleschi είναι το παρεκκλήσιο των Pazzi στη Santa Croce, το ανάκτορο των Guelfes (;) και η Ροτόντα των Αγγέλων (;).
Ο Alberti υπήρξε ο μεγάλος θεωρητικός της Αναγέννησης στην αρχιτεκτονική, τη γλυπτική και τη ζωγραφική, αρχιτέκτονας αλλά και διανοούμενος, που φοίτησε στα Πανεπιστήμια της Πάντοβας και της Μπολώνιας, εργάστηκε στη Ρώμη στην Παπική Αυλή, μελέτησε τα αρχαία ερείπια και το έργο του Βιτρούβιου και από το 1434 εγκαταστάθηκε στη Φλωρεντία. Συνέθεσε το μεγαλύτερο θεωρητικό έργο πάνω στην αρχιτεκτονική της Αναγέννησης, το De re aedificatoria, που αποτελείται από δέκα βιβλία.
Ο Alberti καταγράφει όλα τα διφορούμενα στοιχεία της νέας κουλτούρας σε σχέση με το πρόβλημα των πόλεων. Η αρχιτεκτονική είναι μια σύνθετη πράξη, που περιλαμβάνει το σχέδιο και την κατασκευή και αφορά εν δυνάμει όλη την κλίμακα των παρεμβάσεων… Θεωρεί την πόλη ως πλαίσιο συνένωσης των παρεμβάσεων που θα σχεδιαστούν, αμετακίνητη στο χρόνο και εξουσιαζόμενη από τους παράγοντες εδάφους και κλίματος. Η μορφή της δεν μπορεί να είναι κανονική, όπως απαιτείται για τα κτίρια, αλλά θα διαφοροποιείται με τη διαφοροποίηση των χώρων. Περιγράφοντας ένα προς ένα τα μέρη της πόλης – δρόμους, πλατείες και λοιπά – ταλαντεύεται ανάμεσα στη συμμετρία, την τάξη και την αταξία, με την προσοχή στραμένη στις δυνατές χειροπιαστές εφαρμογές. (Benevolo)
Το πιο γνωστό αρχιτεκτονικό έργο που πραγματοποίησε ο Alberti στη Φλωρεντία, ένα είδος αναγεννησιακού μανιφέστου, είναι η όψη της μεγάλης γοτθικής εκκλησίας της Santa Maria Novella που κτίστηκε από Δομικανούς μοναχούς τον 13ο αιώνα και 14ο. Εδώ εφάρμοσε τους νόμους της γεωμετρίας και των αρμονικών αναλογιών, συνθέτοντας την όψη με χαράξεις βασισμένες στο τετράγωνο. Άλλα έργα του είναι το Palazzo Rucellai και η μικρή εκκλησία για την ίδια οικογένεια.
Η Αναγέννηση μεταμορφώνει, λοιπόν, την εικόνα της Φλωρεντίας: νέες πλατείες, νέοι δρόμοι, νέα αναγεννησιακά παλάτια και αγάλματα που κοσμούν τον ανοιχτό δημόσιο χώρο. Αλλά και προσθήκες, μετατροπές και εικαστικές συμπληρώσεις σε υπάρχοντα κτίρια. Ο χρονικογράφος Benedeflo Dei που έγραψε το δεύτερο μέσο του 15ου αιώνα αναφέρει ότι 30 νέα παλάτια κτίστηκαν στη Φλωρεντία ανάμεσα στο 1450 και 1478, 21 loggias, 138 κήποι και πάνω από 50 πλατείες, ενώ στην εξοχή έγιναν περίπου 800 (;) βίλλες.
Σημαντικά palazza, είναι το Palazzo Medici από τον Michelozzo, το Palazzo Rucellai, που ήδη αναφέρθηκε, από τον Alberti, το Palazzo Pazzi – Quaratesi από τον Brunelleschi και άλλους το Palazzo Gond από τον Giuliano da Sangallo, το Palazzo Pitti, το Palazzo Strozzi.
Το άγαλμα της Ιουδήθ που σκοτώνει τον τύραννο Ολοφέρνη στήνεται μπροστά στο Palazzo Vecchio για να συμβολίζει το τέλος της εξουσίας των Μεδίκων – αντικαταστάθηκε αργότερα – όπως και το εραλδικό λιοντάρι, και τα δύο έργα του Donatello. Η παρουσία της γλυπτικής στο δημόσιο χώρο της πόλης, που γινόταν αισθητή μέσω των καθεδρικών ναών τον Μεσαίωνα, γίνεται έντονη και καθοριστική στη Φλωρεντία του 15ου και 16ου αιώνα. Η πόλη είναι μια ανοιχτή γλυπτοθήκη, καθημερινά στην κοινή θέα των κατοίκων της. Στα μέσα του 15ου αιώνα η γλυπτική παράδοση που δημιούργησε ο Giottto με το κωδωνοστάσιο του καθεδρικού ναού, βρίσκει τη συνέχεια του στο Βαπτιστήριο του San Giovanni με τις νέες θύρες από τον Ghiberti, τις οποίες ο Michelangelo αποκαλούσε Πύλες του Παραδείσου.
ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ, ΜΑΝΙΕΡΙΣΜΟΣ: 16ΟΣ ΑΙΩΝΑΣ
Ο Michelangelo Buonarroti γεννήθηκε το 1475 και πέθανε το 1564. Δέσποσε στη Ρώμη και τη Φλωρεντία και έχει θεωρηθεί ο μεγαλύτερος καλλιτέχνης του κόσμου στη ζωγραφική, τη γλυπτική και την αρχιτεκτονική, ταυτόχρονα ποιητής και προσηλωμένος στη θρησκευτική πίστη, ένας πολυμήχανος, πολυσύνθετος διανοούμενος, ένας καθολικός άνθρωπος, homo universalis της Αναγέννησης.
Στα προπλάσματα και σχέδια της όψης της εκκλησίας του San Lorenzo που δεν πραγματοποιήθηκε και στο Παρεκκλήσιο των Μεδίκων και τη Βιβλιοθήκη Laurenziana ο Michelangelo αναπτύσσει την ιδέα του κτιρίου ως επέκταση της γλυπτικής, που είναι θεμελιώδης στην αρχιτεκτονική του.
Επίσης, τα γλυπτά του στον ανοιχτό χώρο της Φλωρεντίας και σήμερα στα μουσεία της εκφράζουν, με το υλικό της τέχνης τις πολυκύμαντες εκφάνσεις της ανθρώπινης ψυχής, του ανθρώπου που ερευνά τον κόσμο, στοχάζεται και έχει συνείδηση της τραγικής διάστασης της ανθρώπινης ύπαρξης.
Σ’ ένα κόσμο που αρχίζει να χάνει την ενότητά του οι καλλιτέχνες της Αναγέννησης και κατ’ εξοχήν ο Michelangelo αναζητούν, * την καθολικότητα, θα μπορούσαμε να πούμε, ενός πολίτη του κόσμου και γι’ αυτό γίνονται μ’ ένα παράδοξο τρόπο επίκαιροι στα συμφραζόμενα του σημερινού κινήματος των κινημάτων και της ίδρυσης του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Φόρουμ στη Φλωρεντία.
Ο 16ος αιώνας εναποθέτει στην πόλη ένα κλασικό κτίριο εμβληματικό – τα διοικητικά κτίρια Uffizi, σχεδιασμένο από τον αρχιτέκτονα Vasari, μνημείο πολεοδομικής αντίληψης κτιρίου που πραγματοποιεί με ριζοσπαστικό τρόπο το πέρασμα από την Piazza della Signoria στον ποταμό Άρνο.
Ήδη από τον 16ο αιώνα εντάσσονται στο κτίριο λειτουργίες μουσείου και η πινακοθήκη του μένει ανοιχτή στο κοινό σε αντίθεση με άλλα μουσεία που δεν άνοιξαν μέχρι τον ύστερο 18ο αιώνα. Σήμερα ένα εκατομμύριο άνθρωποι επισκέπτονται κάθε χρόνο το Uffizi, ανάμεσα τους οι σύνεδροι του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Φόρουμ.
Πολλά εκκλησιαστικά και κοσμικά κτίρια της Φλωρεντίας είναι αφ’ εαυτών μουσεία από τη στιγμή της πρώτης κατασκευής και των διαδοχικών συμπληρώσεων που δέχθηκαν. Αλλά και ο υπαίθριος και δημόσιος χώρος της πόλης συνεχίζει σταθερά και διευρύνει την παράδοση του ανοιχτού μουσείου της Αναγέννησης που άνθισε στη Φλωρεντία.
Στον 16ο αιώνα κτίστηκαν επίσης τα δύο κάστρα η Fortezza da Basso, κυρίως έργο του Sangallo αλλά και του Michelangelo και το Forte Belvedere. Η ανέγερση τους αποσκοπούσε περισσότερο στην προστασία των Μεδίκων από την εσωτερική επανάσταση παρά από την εξωτερική απειλή.
Το Φόρουμ αντέστρεψε αυτή την ιστορική εγγραφή. Όλες οι συναντήσεις έγιναν στη Fortezza da Basso, ανοιχτή στο διαρκές πηγαινέλα των συνέδρων και των κατοίκων της Φλωρεντίας και ενταγμένη οργανικά στο σώμα της πόλης.
Το ιστορικό κέντρο συνδέθηκε μέσα από τη διαρκή ροή του πλήθους με τη Fortezza που αποτελεί ένα σημείο τομής – επαφής ανάμεσα στην κλασική και τη σύγχρονη πόλη.
ΜΕΤΑ ΤΟΝ 16Ο ΑΙΩΝΑ
Παρ’ ότι η μορφή της ιστορικής πόλης αποκρυσταλλώθηκε τον 16ο αιώνα η Φλωρεντία συνέχισε να ζει: δοξάστηκε χάρις στις επιστημονικές ανακαλύψεις του Γαλιλαίου και της Ακαδημίας της, έγινε γνωστή τον 19ο αιώνα για την ανοχή και τη φιλοξενία της και αποτέλεσε το κέντρο ενός φωτισμένου και προοδευτικού πόλου γύρω από τη βιβλιοθήκη, που ιδρύθηκε το 1819. Οι Foscolo, Manzoni, Chateaubriand, Byron, Shelley, Dumas και άλλοι την επισκέπτονταν για να γνωρίσουν την παράδοση της.
Από το 1865 ως το 1871 υπήρξε πρωτεύουσα του νέου βασιλείου της Ιταλίας. Τότε έγιναν στην πόλη οι μετασχηματισμοί που μετέτρεψαν τις ευρωπαϊκές ιστορικές πόλεις σε μεγάλα ή μητροπολιτικά κέντρα του 19ου και 20ου αιώνα. Γκρεμίστηκαν τα τείχη, δημιουργήθηκαν περιμετρικοί δρόμοι και διευρύνθηκαν οι δρόμοι στο κέντρο και γύρω από τον Άρνο.
Με όλες αυτές τις αλλαγές η Φλωρεντία δεν έχασε την κλίμακα της. Στην ακμή της ιστορικής της διαδρομής είχε περίπου 110,000 κατοίκους, ως πρωτεύουσα του Ιταλικού κράτους 145,000 και σήμερα 500,000.
Στην πόλη δεν έπαψε όλους αυτούς τους αιώνες να χτυπά η λαϊκή καρδιά της. Θα τη συναντήσουμε στο εργατικό κίνημα του 19ου αιώνα, που ανέδειξε και θύμισε η ARCI, για την οποία ήδη αναφερθήκαμε, στη διάρκεια του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Φόρουμ. Θα τη συναντήσουμε στο κέντρο της πόλης στην Piazza San Giovanni, στο πρόσωπο του καρδινάλιου Elia Dalla Costa που αμπάρωσε σε ένδειξη διαμαρτυρίας το επισκοπικό παλάτι όταν πέρασαν ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι από τη Φλωρεντία, ενώ το άνοιξε για να καταφύγουν οι εργάτες του εργοστασίου Gallileo σε μια επίθεση της αστυνομίας το 1959. Θα τη συναντήσουμε στους αντιφασιστικούς αγώνες και αργότερα στη διάρκεια της Αντίστασης στον παρτιζάνικο πόλεμο, τότε που ο λαός της Φλωρεντίας πλήρωσε βαρύ φόρο αίματος.
Η αντιπολεμική πορεία του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Φόρουμ ξεκίνησε από την οδό Spartaco Lavagnini, τη λεωφόρο έξω από τη Fortezza da Basso. Ο Lavagnini ήταν συνδικαλιστής εργάτης που δολοφονήθηκε το 1921 από τα «μαύρα πουκάμισα». Στην κεφαλή της πορείας του Νοεμβρίου βρίσκονταν οι εργάτες της FIAT που η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση έχει καταδικάσει στην ανεργία και την περιθωριοποίηση. Η μνήμη της πόλης είναι η μνήμη του λαού της και των λαών που αναβιώνουν, με τη σημερινή του παρουσία, την ιστορία της.
Η Φλωρεντία έχει μεγάλη παράδοση και ζωντανές εμπειρίες κοινοτισμού από τον Μεσαίωνα μέχρι σήμερα. Την πρώτη περίοδο μετά το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο εξελέγη δήμαρχος ο αντιπρόσωπος της εργατικής τάξης Mario Fabiani (;). Ο διάδοχος του Giorgio la Pira συνδέθηκε πολύ περισσότερο με τις παραδόσεις των «άοπλων προφητών» και στη διάρκεια του ψυχρού πολέμου χειρίστηκε τα μεγάλα προβλήματα της ειρήνης, της πολυπολιτισμικότητας και της αλληλεγγύης προς τους αδύναμους συνεχίζοντας τις ιστορικές εμπειρίες της πόλης.
Η ιστορία των Αγγέλων της Λάσπης, που το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Φόρουμ υπενθύμισε, είναι μια εμπειρία αυτοοργάνωσης και αλληλεγγύης που οι Φιορεντίνοι δεν θα ξεχάσουν ποτέ. Όταν χτυπήθηκε από πλημμύρες το Ολτράνο, το 1966 νέοι και νέες απ΄ όλο τον κόσμο έλαβαν μέρος στην προσπάθεια σωτηρίας της ανεκτίμητης κληρονομιάς των βιβλίων στην Κεντρική Εθνική Βιβλιοθήκη και των έργων τέχνης. Δυναμικές επιτροπές αναπτύχθηκαν γύρω από τα Σπίτια του Λαού και τις ενορίες, σε αντίθεση με την απουσία του κράτους. Οι επιτροπές έδωσαν πρωτ’ απ’ όλα βοήθεια στα θύματα της πλημμύρας, καταλαμβάνοντας ακατοίκητα σπίτια για να στεγάσουν τους άστεγους και συγκέντρωσαν στοιχεία για τις καταστροφές. Ένα εκτεταμένο δίκτυο γειτονιάς, εμφανίστηκε, που επεκτάθηκε αργότερα, στο τέλος της 10ετίας του ’60 και αρχές της δεκαετίας ’70, μέσω της ανάπτυξης σχολείων και μετασχολικών ομάδων με ισχυρές επιδράσεις από την κοινωνική επανάσταση του 1968.
Το San Frediano σήμερα έχει ισχυρή παρουσία φιλοξενίας. Υπάρχουν πολλά κέντρα που προσφέρουν καταφύγιο ή ενεργούν κοινωνικά τόσο σε εκκλησιαστικά όσο και δημοτικά κτίρια. Η ιδιαίτερη φύση της κοινωνικής και αστικής δομής έχει κάνει αυτή την περιοχή της πόλης πιο προσβάσιμη για τα φτωχά και με μεγαλύτερες ανάγκες μέλη του πληθυσμού.
Η σημερινή Φλωρεντία έχει πολλές όψεις. Όπως λέει η ARCI μια τοπογραφία νέων πρωτάκουστων ονομάτων έχει εμπλουτίσει τους παραδοσιακούς οδηγούς της. Ομάδες πολλαπλά αποκλεισμένων οργανώνουν τις εύθραυστες βάσεις της ύπαρξης τους σε εγκαταλελειμμένα εργοστάσια, σε αχρησιμοποίητα δημόσια κτίρια, στις απαξιώμενες όχθες των ποταμών και τους αυτοκινητοδρόμους.
Οι αποκλεισμένοι, οι πιο μοναχικοί και στερημένοι την ιδιότητα του πολίτη της Φλωρεντίας νέοι μετανάστες, βρίσκουν καταφύγιο στην ίδια την πόλη ζώντας και πεθαίνοντας στα στέγαστρα των σταθμών, στις γέφυρες και τις στοές των Αναγεννησιακών κτιρίων.
Η πόλη υφίσταται τους οικονομικούς και κοινωνικούς μετασχηματισμούς της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και η ζωή δεν είναι εγγυημένη για όλους, όπως άλλωστε δεν ήταν σχεδόν ποτέ.
Όμως η Φλωρεντία υπήρξε πάντα ανοιχτή στον κόσμο, κέντρο διασταύρωσης πολιτισμών, πεδίο ανταλλαγής ιδεών και πολιτικών συγκρούσεων, ένα ξεχωριστό σημείο του Ευρωπαϊκού χάρτη: ένας τόπος συνάντησης. Τους τόπους συνάντησης ονομάζουν οι Ζαπατίστας aguascalientes. Το Aguascaliente είναι ένα χωριό στο βορρά του Μεξικού που συναντήθηκαν ο Ζαπάτα και ο Πάντσο Βίγια, στις αρχές του 20ου αιώνα, για να ξεκινήσουν την προέλαση τους στην πόλη του Μεξικού. Με αυτό το όνομα αποκάλεσαν οι Ζαπατίστας τις πέντε εγκαταστάσεις στη ζούγκλα Λακαντόνα στις οποίες έγιναν οι διηπειρωτικές συναντήσεις.
Τόποι συνάντησης λοιπόν ή aguascalientes στην Ευρώπη και τον κόσμο και τόποι μνήμης. Το Φόρουμ είναι ένας τόπος συνάντησης του κινήματος των κινημάτων, που αποκτά διαδοχικά ονόματα πόλεων γιατί οι πόλεις είναι οι τόποι συνάντησης – εδώ και αιώνες. Η Φλωρεντία είναι η κόρη της Γένοβας είπε ο Ανιολέτο. Σ’ αυτές τις μητέρες και τις κόρες του πολιτισμού γίνονται τα βήματα για ένα άλλο εφικτό κόσμο.