Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Το Ποντίκι», 6/11/2008

Στη Δημοτική Αγορά της Κυψέλης πραγματοποιείται ένα πείραμα αυτοδιαχείρισης του χώρου και του χρόνου από τους κατοίκους της γειτονιάς, μια ρήξη με τους συμβατικούς τρόπους ανθρώπινης επικοινωνίας και τις εμπορευματοποιημένες μορφές ψυχαγωγίας, μάθησης, ανταλλαγής, εργασίας και φιλοξενίας.

Αξίζει να σκύψουμε σ’ αυτό το δημιουργικό εργαστήρι που έβγαλε χιλιάδες ανθρώπους από τη μονομέρεια της οικογενειακής εστίας, τη μοναξιά του διαμερίσματος και τη βολική εξάρτηση από την τηλεόραση και την αδράνεια. Η Αγορά έγινε το συλλογικό σπίτι της Κυψέλης και ευρύτερα της Αθήνας, ένα είδος κοινωνικού πολυλειτουργικού κέντρου, που τον Δεκέμβριο συμπληρώνει ήδη 2 χρόνια ζωής.

Δημοτική Αγορά και Συνοικία : παράλληλες ιστορίες

Η Δημοτική Αγορά της Κυψέλης βρίσκεται στον άξονα της Φωκίωνος Νέγρη, στον αριθμό 42, στο Ο.Τ. 13/85 που ορίζουν οι οδοί Φωκίωνος Νέγρη, Σποράδων, Ζακύνθου και Σύρου, σύμφωνα με το εγκεκριμένο ρυμοτομικό του 1974.

Οικοδομήθηκε το 1935 με σχέδια της Τεχνικής Υπηρεσίας του Δήμου Αθήνας, επί δημαρχίας Κ. Κοτζιά, στο πλαίσιο ενός ευρύτερου σχεδίου ανοικοδόμησης συνοικιακών αγορών – στα Κάτω Πατήσια, τους Αμπελόκηπους, τα Κουντουριώτικα, τον Κολωνό, την Ακαδημία Πλάτωνος, τα Εξάρχεια, την Πλάκα, τον Κεραμικό, το Παγκράτι και του Φιλοπάππου – οι περισσότερες των οποίων, όμως, δεν υλοποιήθηκαν. Αποτελεί ζωντανή μαρτυρία ενός σχεδίου δημόσιων υποδομών, μεταξύ των οποίων και λουτρά, που συγκροτούν το δημόσιο, συλλογικό πρόσωπο της πόλης. Σχεδόν ταυτόχρονα, πραγματοποιήθηκε ο εξωραϊσμός της Φωκίωνος Νέγρη , που σχεδιάστηκε πάνω σε προϋπάρχον ρέμα και τη μετέτρεψε σε πράσινο δρόμο της Αθήνας.

Η Κυψέλη είναι πάντα μια όμορφη γειτονιά. Ταυτόχρονα με την όχληση που δημιουργούν οι υψηλές πυκνότητες  και η αταξινόμητη συσσώρευση χρήσεων, συμπυκνώνει έναν υψηλό βαθμό αστικότητας. Αποτελεί ανθολόγιο αξιόλογης νεοελληνικής αρχιτεκτονικής, με κτίρια κλασικιστικά, εκλεκτικιστικά, της προπολεμικής και μεταπολεμικής περιόδου του μοντέρνου κινήματος. Διαθέτει σημαντικά κτίρια συλλογικών χρήσεων, όπως τα θέατρά της, τον διαμήκη κοινόχρηστο πολυλειτουργικό άξονα της Φωκίωνος Νέγρη, καθώς και σημειακά, ευανάγνωστα αρχιτεκτονικά και πολεοδομικά στοιχεία, τα οποία μπορούν να λειτουργήσουν ως τοπόσημα σε μια ανάπλαση αποκατάστασης της σύγχρονης μορφής και λειτουργίας του χώρου.

Η κοινωνική σύνθεση του πληθυσμού της Κυψέλης αλλάζει. Τα πιο εύπορα κοινωνικά στρώματα μετακινούνται στα προάστια – παραμένουν κυρίως άνθρωποι μεγάλης ηλικίας – αλλά τα μικροαστικά στρώματα εξακολουθούν να κατοικούν εδώ. Στα υπόγεια και τους χαμηλούς ορόφους των πολυκατοικιών εγκαθίστανται οι νέοι συγκάτοικοι της πόλης – οι μετανάστες. Η Κυψέλη γίνεται πιο σύνθετη κοινωνικά, πιο πολυπολιτισμική.

Η Κυψέλη έχει, τελικά, ιστορικότητα, αρχιτεκτονική ποιότητα, κοινωνική μείξη και ζωή. Έχει, όμως, και πολλά προβλήματα. Στερείται επαρκών, ποιοτικών δημόσιων υποδομών, ενώ υπαρκτοί χώροι και θεσμοί απαξιώνονται και εγκαταλείπονται – θύματα της απόσυρσης της δημοτικής μέριμνας και χρηματοδότησης προς όφελος της εμπορευματοποίησης και ιδιωτικοποίησης συλλογικών αγαθών. Η Κυψέλη διαθέτει ελάχιστους ελεύθερους δημόσιους χώρους και δημόσια ή δημοτικά κτίρια.

Οι ενεργοί πολίτες της Κυψέλης διεκδικούν ν’ αλλάξουν αυτά τα δεδομένα. Υπερασπίζονται τους υπάρχοντες και διεκδικούν νέους ελεύθερους χώρους και πράσινο, κτίρια που θα στεγάζουν  δημόσιες χρήσεις και θα νοηματοδοτούν συλλογικές ταυτότητες. Η  Δημοτική Αγορά  αποτελεί σ’ αυτή τη διαδικασία αφύπνισης και ενεργού παρέμβασης των κατοίκων της Κυψέλης  ένα χώρο εμβληματικό.

 Πρωτ’ απ’ όλα, ως λειτουργούσα αγορά στο παρελθόν υπήρξε χώρος λαϊκός και ανοιχτός, που οι κάτοικοι είχαν πραγματικά οικειοποιηθεί, γι’ αυτό και παραμένει τόσο ζωντανή στη συλλογική μνήμη. Διαθέτει το ήθος ενός κτιρίου στο οποίο τα εμπορεύματα έφεραν ακόμα ενεργά το χρηστικό στοιχείο, η συναλλαγή ήταν μια πραγματική ανάγκη και οι αγοραστές γνώριζαν τους καταστηματάρχες και γνωρίζονταν μεταξύ τους. Στην αγορά στεγάζονταν καταστήματα μικρού μεγέθους (ψαράδικα, μανάβικα, κρεοπωλεία), με φρέσκα προϊόντα και οι αγοραστές είχαν καλύτερη εποπτεία τιμών και ποιότητας.

Τυπολογικά, η Δημοτική Αγορά της Κυψέλης  συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά ενός τύπου εμπορικού κτιρίου, που υλοποιήθηκε ως δημόσια παρέμβαση για τη διασφάλιση συνθηκών υγιεινής των εμπόρων  και ασφάλειας των τροφίμων, τον 19ο και στις αρχές του 20ου αιώνα, σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις. Οι Halles στο Παρίσι, που κατεδαφίστηκαν, εγείροντας μαζικές αντιδράσεις, είναι το πιο γνωστό και «μεγαλοπρεπές» υπόδειγμα του εμπορικού τύπου της αγοράς, ενώ στην Ελλάδα ο τύπος αυτός απέδωσε θαυμάσια κτίρια όπως η Κεντρική Αγορά της Αθήνας, και οι Δημοτικές Αγορές Θεσσαλονίκης, Χανίων, Άργους, Πύργου, Αιγίου, Λαμίας, Σύρου.

Η Δημοτική Αγορά της Κυψέλης συγκροτείται από ένα κεντρικό, διπλού ύψους χώρο κίνησης, πρόσβασης στα μαγαζιά και στάσης , πάνω σ’ ένα διαμήκη άξονα με δύο μεγάλες εισόδους στις στενές πλευρές και  μικρότερες εισόδους στις άλλες δύο. Η περίμετρος έχει μαγαζιά στραμένα στο εσωτερικό και ορισμένα στους περιβάλλοντες δρόμους. Πρόκειται για ένα είδος στεγάστρου, ένα διαπερατό χώρο, που αδειάζει και γεμίζει συνεχώς με κόσμο, υλοποιώντας μια σχέση αλληλουχίας ανάμεσα στο κεντρικό κλίτος και τις μικρές μονάδες με ανοιχτό μέτωπο σ’ αυτόν.

Μορφολογικά, η Δημοτική Αγορά της Κυψέλης  συνδυάζει το μοντέρνο ύφος, που αντιστοιχεί στην εποχή και το είδος του κτιρίου, με αφαιρετικά, κλασικιστικά διακοσμητικά στοιχεία, ανάμεσα στα οποία η συμμετρία στις όψεις, ο τονισμός στις οριζόντιες ζώνες με γείσο και ορθομαρμάρωση καθώς και οι παραστάδες με γύψινα κιονόκρανα. Επίσης, οι τριγωνικές απολήξεις των δοκαριών στη στέγη φαίνεται να αναφέρονται στη δίρριχτη στέγη με το τριγωνικό αέτωμα στην όψη.

Οι δύο μικρές όψεις, στις οδούς Φωκίωνος Νέγρη και Σύρου, παρουσιάζουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά, όπως συμμετρία, αναλογία στα πλήρη και τα κενά. Αντίθετα, οι δύο μεγάλες όψεις εμφανίζονται διαφοροποιημένες με ένα μεγάλο τμήμα τους να υποχωρεί δίνοντας μεγαλύτερο πλάτος στο δημόσιο χώρο. Η υποχώρηση αυτή είναι υπαίθρια στην οδό Ζακύνθου ενώ στην οδό Σποράδων παίρνει τη μορφή στοάς μπροστά από τα εξωτερικά καταστήματα. Έτσι, στην όψη αυτή εμφανίζεται ένα νέο στοιχείο, αυτό της σειράς από κυλινδρικά υποστηλώματα, που στηρίζουν τον ημιυπαίθριο χώρο της στοάς.

Κίνημα  πολιτών για τη σωτηρία  και την επαναλειτουργία

της Δημοτικής Αγοράς σε αυτοδιαχειριστική βάση

Η πρώτη αντίδραση των κατοίκων της Κυψέλης υπέρ της Αγοράς τους εκδηλώθηκε για να σταματήσει η προβλεπόμενη, σύμφωνα με απόφαση της πλειοψηφίας του Δημοτικού Συμβουλίου, κατεδάφιση του κτιρίου για την ανέγερση πολυώροφου χώρου στάθμευσης και απέδωσε,  με την ενεργό συμβολή της Αρχιτεκτονικής Σχολής ΕΜΠ, στην κήρυξή του ως διατηρητέου μνημείου (ΦΕΚ 527/8/24-3-2004) από το ΥΠΠΟ. Παρ’ ολ’ αυτά το κτίριο παρέμενε κλειστό, ένα σκοτεινό κενό πάνω στο σημαντικότερο δημόσιο χώρο της Κυψέλης : τον πεζόδρομο της Φωκίωνος Νέγρη.

Έτσι, οι προηγούμενες διαμαρτυρίες και πιέσεις προς το Δημοτικό Συμβούλιο για να διατηρηθεί η Αγορά και ν’ ανοίξει στο λαό της πόλης, μετασχηματίστηκαν σ’ ένα πραγματικό κοινωνικό κίνημα, που τροφοδότησε και τροφοδοτεί το συλλογικό φαντασιακό των κατοίκων της Κυψέλης και όλης της Αθήνας.

Με πρωτοβουλία της δημοτικής κίνησης «Ανοιχτή Πόλη» και με τη στήριξη 4.000 υπογραφών πολιτών της συνοικίας, η λαϊκή συνέλευση, που πραγματοποιήθηκε μπροστά στο κτίριο στα μέσα Δεκεμβρίου 2006, αποφάσισε ν’ ανοίξει την Αγορά. «Με σκούπα και φαράσι ενότητα και πάλη» ήταν το σύνθημα. Έκτοτε, η Δημοτική Αγορά της Κυψέλης πλημμυρίζει κόσμο και λειτουργεί καθημερινά μέχρι αργά το βράδυ ως ανοιχτός, πολιτιστικός και κοινωνικός πολυχώρος, σύμφωνα με τις αποφάσεις της συνέλευσης των κατοίκων, με τη στήριξη τοπικών φορέων και χάρις στην εθελοντική εργασία πολλών δεκάδων ανθρώπων από την περιοχή και ευρύτερα την Αθήνα. Μείξη δραστηριοτήτων και ενδιαφερόντων, σύνθεση εθνικών προελεύσεων, φύλων,  ηλικιών και πολιτιστικών προτύπων : έτσι διαμορφώνεται η μαζικότητα του εγχειρήματος.

Οι χρήσεις του χώρου της Αγοράς είναι αμέτρητες. Λειτουργεί σε μόνιμη βάση, κάθε Σάββατο, λαϊκή αγορά βιολογικών προϊόντων, γίνονται παζάρια τοπικών παραγωγών σε μέρες γιορτών και υπάρχει μόνιμο ανταλλακτήριο ρούχων. Το μπαρ σε κεντρικό σημείο του εσωτερικού χώρου είναι, επίσης, μόνιμο στέκι. Λειτουργούν δανειστική βιβλιοθήκη, καλλιτεχνικά εργαστήρια, προγράμματα εκμάθησης ελληνικής γλώσσας σε μετανάστες,  μαθήματα ξένων γλωσσών καθώς και άλλα επιμορφωτικά προγράμματα. Οργανώνονται βραδιές ποίησης, λογοτεχνίας και χορού. Γίνονται συχνά κινηματογραφικές προβολές, παραστάσεις θεάτρου, κουκλοθέατρου, καραγκιόζη. Δίνονται διαλέξεις με πολλά αντικείμενα, που αφορούν από την προληπτική ιατρική μέχρι την προστασία του περιβάλλοντος. Ο χώρος διατίθεται για κοινωνικές εκδηλώσεις, συναντήσεις κινημάτων, συλλόγων και οργανώσεων, για πάρτυ και συνευρέσεις. Παρά την όχι ικανοποιητική ακουστική του φιλοξενεί συνεχώς μουσικές παραστάσεις  με όλα τα είδη της μουσικής. Σε μόνιμη βάση στεγάζει εκθέσεις και εικαστικά δρώμενα. Στην αγορά έχουν  βρει  φιλοξενία δεκάδες νέοι καλλιτέχνες που αναζητούσαν χώρο έκφρασης πέραν των εμπορικών κυκλωμάτων. Είναι πολύ ωραίος , ταυτόχρονα σουρεαλιστικός και μαγικός,  ο κεντρικός χώρος της Αγοράς με τους παλιούς καναπέδες, κάτι σαν σαλόνι παλιού αρχοντικού που αρχίζει να θαμπώνει. Με άλλα λόγια στην Αγορά συμβαίνουν πολλά και διαφορετικά δρώμενα σ’ ένα χώρο που δεν είναι στατικός αλλά συνεχώς επαναδιαμορφώνεται, αλλάζοντας μορφή και φιλοξενεί κάθε στιγμή διαφορετικές χρήσεις ταυτόχρονα.

Τα αστικά κοινωνικά κινήματα, λέει ο Manuel Castells, είναι συλλογικές πράξεις που συνειδητά σκοπεύουν στο μετασχηματισμό των κοινωνικών συμφερόντων και αξιών, οι οποίες  εγχαράσσονται στις μορφές και τις λειτουργίες της δοσμένης ιστορικά πόλης. Με τη λαϊκή συμμετοχή, στην Αγορά της Κυψέλης διαμορφώνονται νέα πρότυπα ζωής και επικοινωνίας και προβάλλονται έμπρακτα, εναλλακτικές στις αγοραίες, αξίες.

Η συμμετοχή και η αυτοδιαχείρηση είναι το «μυστικό» της πολύμηνης ζωής του πειράματος της Δημοτικής Αγοράς. Η αυτοοργάνωση και η δημιουργική παραγωγή συλλογικού έργου δεν είναι προσόντα ή προνόμια λίγων διαφορετικών. Ο καθένας/καθεμιά διαθέτει το χάρισμα της συμμετοχής στα κοινά και την επιθυμία να διαπλάσει και να μοιραστεί συλλογικές ταυτότητες. Οι κάτοικοι της Κυψέλης αυτοδιαχειρίζονται ένα ζωτικό χώρο για να καλύψουν  ζωτικές, όπως αποδείχθηκε, ανάγκες τους.

 Ανατέμνοντας τις μορφές της σύγχρονης εμπειρίας, ο Alberto Melucci διαπιστώνει ότι αυτή είναι πλέον σε όλες σχεδόν τις μορφές της διαμεσολαβημένη. Κάθε άτομο γίνεται δυνάμει πομπός και δέκτης μιας μεσολαβημένης επικοινωνίας, πράγμα που σημαίνει μετασχηματισμό του παρεμβατικού ρόλου της εξουσίας από ρόλο περιορισμού της πληροφορίας σε ρόλο ελέγχου του τρόπου με τον οποίο παράγεται και λαμβάνεται το νόημα της ίδιας της επικοινωνίας. Η αντίθεση και η αντίσταση σ’ αυτή την πραγματικότητα παίρνουν τη μορφή των challenging codes, όπως τους ονομάζει ο Melucci (αμφισβητώ τους κώδικες και κώδικες που αμφισβητούν),  ο οποίος θεωρεί ότι τα σύγχρονα κοινωνικά κινήματα είναι μορφές δράσης ικανές να εντοπισθούν σε αυτό το επίπεδο της αμφισβήτησης· με την ύπαρξή τους προτείνουν τη δυνατότητα ενός διαφορετικού νοήματος και αναγκάζουν την κοινωνία να συζητήσει για τους σκοπούς και τις αξίες της συμβίωσης.

Το κίνημα για την λειτουργία της Δημοτικής Αγοράς της Κυψέλης, πράγματι επαναφέρει στη δημόσια συζήτηση τους σκοπούς και τις αξίες της συμβίωσης.

αν. καθηγήτρια Αρχιτεκτονικής Σχολής ΕΜΠ

Δημοτική Σύμβουλος Δήμου Αθηναίων με την Ανοιχτή Πόλη