ΜΙΑ ΔΥΣΚΟΛΗ ΑΛΛΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΑΠΕΡΓΙΑ

ΓΙΑ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Η απεργία των Πανεπιστημιακών που ξεκίνησε τον Μάιο δεν έχει ακόμα λήξει ώστε να ολοκληρωθεί η πρώτη φάση αγωνιστικών κινητοποιήσεων ενός τμήματος της πανεπιστημιακής κοινότητας για την υπεράσπιση του δημόσιου χαρακτήρα του Πανεπιστημίου. Ήδη, όμως, έχει εγγράψει υποθήκες στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα στα οποία συντελείται μια σταδιακή αντιμεταρρύθμιση στο πλαίσιο των διεθνών και ευρωπαϊκών νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Απορρυθμίζονται οι μέχρι προ τίνος αποδεκτές αρχές της έρευνας και παραγωγής της γνώσης σε καθεστώς αυτονομίας από την αγορά και της διδασκαλίας ως καλλιέργειας επιστημονικής σκέψης, ικανής να εξελιχθεί, σε αντίθεση με τη μετάδοση ενός σώματος στερεότυπων τεχνικών και πληροφοριών, αποσυνδεδεμένων από μια ευρύτερη κριτική προσέγγιση.

Το μαζικό δημόσιο Πανεπιστήμιο φαίνεται ότι κοστίζει ακριβά στη λογική του σύγχρονου διεθνοποιημένου καπιταλισμού. Δημιουργείται, λοιπόν, μια πανεπιστημιακή αγορά πολλών ταχυτήτων που περιορίζει για τις χαμηλές ταχύτητες το βάθος και τον χρόνο των σπουδών και, ταυτόχρονα, εισάγονται γενικά στο Πανεπιστήμιο οι ιδιωτικές χρηματοδοτήσεις και τα ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια στην αξιολόγηση και τη συγκρότηση των προγραμμάτων έρευνας και διδασκαλίας.

Τα σύγχρονα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα δεν θα πάψουν να είναι μαζικά, όμως θα διαστρωματωθούν και θα χάσουν από πολλές σκοπιές τον δημόσιο χαρακτήρα τους, η κύρια διάσταση του οποίου είναι η αυτονομία τους από την αγορά. Η ενιαία οικονομική σκέψη παίρνει στο χώρο του Πανεπιστημίου τη μορφή της οριοθετημένης επιστημονικής σκέψης και της οπισθοχώρησης της έρευνας και της επιστήμης σε όφελος της κατάρτισης και της ειδίκευσης. Μπροστά στη δαμόκλεια σπάθη της ανεργίας και του ανταγωνισμού, το επάγγελμα καθίσταται για τους φοιτητές ο πρωταρχικός κριτής τόσο των επιλογών κατεύθυνσης όσο και του περιεχομένου της εκπαίδευσης.

Η απεργία των Πανεπιστημιακών στηρίχθηκε, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, από μια συσπείρωση Πανεπιστημιακών της αριστεράς που έχουν διεκδικήσει μεταπολιτευτικά τη δημιουργία του δημόσιου Πανεπιστημίου και έχουν διαμορφώσει και λειτουργήσει τους θεσμούς του, αφοσιωμένοι στο ακαδημαϊκό τους έργο. Αυτοί οι Πανεπιστημιακοί έχουν πλήρη συνείδηση, λόγω ευαίσθητων πολιτικών και ιδεολογικών αντανακλαστικών, των επίδικων αντικειμένων που διακυβεύονται σήμερα στην Ανώτατη Εκπαίδευση, διαθέτουν αγωνιστικές εμπειρίες και, ταυτόχρονα, γνωρίζουν ότι οι ιδέες αποκτούν το πραγματικό τους νόημα όταν δοκιμαστούν στην πράξη και αναδειχθούν μέσα σε κοινωνικές συγκρούσεις.

Οι Πανεπιστημιακοί της αριστεράς δεν είναι ούτε λίγοι, ούτε μόνοι. Όπως απέδειξε η παρατεταμένη απεργία, η οποία ανέδειξε την ανάγκη οικονομικής αυτονομίας των Πανεπιστημιακών δασκάλων ώστε να διατηρηθεί μία εκ των βασικών προϋποθέσεων του δημόσιου Πανεπιστημίου, οι διδάσκοντες που δεν επιθυμούν, λόγω ακαδημαϊκής δεοντολογίας, να εκχωρήσουν την εργασιακή τους υπόσταση στην αγορά, συσπειρώθηκαν και μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες συνελεύσεων απάντησαν με δυναμικές κινητοποιήσεις.

Έτσι, μετέχουμε σε μια δύσκολη αλλά σημαντική απεργία. Την ονομάζω δύσκολη για δύο λόγους. Ο ένας αφορά την εσωτερική συνοχή η οποία δεν είναι δεδομένη καθώς οι Πανεπιστημιακοί είναι τουλάχιστον δύο ταχυτήτων. Ο άλλος έχει να κάνει με την προσλαμβάνουσα ικανότητα του μηνύματος που εκπέμπουμε από τους φοιτητές και την κοινωνία. Η περιρρέουσα μεταμοντέρνα πολιτική ατμόσφαιρα τοποθετεί τα πράγματα με βάση μικροπρόθεσμα κόστη – οφέλη και ζημίες. Πολύ απλά, πρωτίστως η κοινωνία και δευτερευόντως οι φοιτητές, ακόμα και πολλοί από αυτούς που ανήκουν στις διάφορες αριστερές παρατάξεις, δεν είναι διατεθειμένοι να δώσουν μάχες για να υπερασπιστούν το δημόσιο αγαθό της εκπαίδευσης. Η απώλεια ή μη των εξετάσεων έχει αναγορευτεί στο ύψιστο κριτήριο αξιολόγησης της απεργίας των Πανεπιστημιακών. 

            Όπως, όμως, έλεγε ένας νέος συνάδελφος στη Συνέλευση του Πολυτεχνείου ανήκω στη φοιτητική γενιά που έχασε 2 εξάμηνα στη διάρκεια των σπουδών της, αλλά κληροδότησε στους επόμενους αυτό το δημόσιο Πανεπιστήμιο που σήμερα υπερασπιζόμαστε και φιλοδοξούμε να βελτιώσουμε.

 Επανέρχομαι στη στοχοθεσία της απεργίας. Τα οικονομικά αιτήματα των Πανεπιστημιακών αποσκοπούν να κρατήσουν τους διδάσκοντες μέσα στο Πανεπιστήμιο και για τους σκοπούς της αυτόνομης έρευνας και διδασκαλίας. Πέραν αυτών, όμως, ο ίδιος ο αγώνας έχει ανοίξει έμπρακτα και άλλα ζητήματα. Παραδείγματος χάριν, η κατηγορηματικά αρνητική απάντηση της ΠΟΣΔΕΠ στον υπουργό Παιδείας για τη χρήση που μας πρότεινε να κάνουμε των κονδυλίων της έρευνας, ώστε να ενισχύσουμε τους μισθούς μας, προβάλλει μια ακαδημαϊκή άποψη για την έρευνα και δημιουργεί τις προϋποθέσεις απάντησης των Πανεπιστημιακών στο υπό κατάθεση σχετικό νομοσχέδιο.

Η απεργία των Πανεπιστημιακών θα ολοκληρωθεί, ελπίζουμε νικηφόρα, με μια νέα θέση του υπουργού Παιδείας που θα αφορά τη συγκρότηση επιτροπής επεξεργασίας του νομοσχεδίου για τα μισθολογικά των Πανεπιστημιακών και κατ’ επέκταση για τις λειτουργίες που θα επιτελούν στο Πανεπιστήμιο.

Πέραν, όμως, των αιτημάτων μας, που εν μέρει ικανοποιήθηκαν, έχουμε σημαντικές κατακτήσεις.

 Η πρώτη αφορά τη συγκρότηση ενός συνδικαλιστικού χώρου πανεπιστημιακών δασκάλων με πραγματική υπόσταση και φωνή αυτόνομη από τα θεσμοθετημένα όργανα αυτοδιοίκησης των ΑΕΙ. Η ΠΟΣΔΕΠ, οι συνελεύσεις, οι παλιοί και νέοι σύλλογοι διδασκόντων που, ξαναζωντάνεψαν ή δημιουργήθηκαν εξ αρχής, φτειάχτηκαν στη διάρκεια αυτής της απεργίας. Ο μεταξύ μας διάλογος που είχε ατονήσει ξανάρχισε μέσα στις συνελεύσεις.

Η δεύτερη κατάκτηση αφορά τον δημόσιο περί Πανεπιστημίου λόγο των Πανεπιστημιακών. Ο αγώνας μας άνοιξε τις στήλες των εφημερίδων, δημιούργησε μικρές ρωγμές στην τηλεόραση, ευαισθητοποίησε αν και ξένισε αρκετά φοιτητικά αυτιά. Αύριο όταν οι παρεμβάσεις θα συνεχιστούν με τα νομοσχέδια περί αξιολόγησης, μεταπτυχιακών και έρευνας, για τη δημόσια χρηματοδότηση της δημόσιας εκπαίδευσης και το καθεστώς εργασίας των νέων Πανεπιστημιακών και λειτουργίας των νέων σχολών θα υπάρχει διαθέσιμος δημόσιος χώρος για ν’ αναπτυχθούν οι απόψεις που υπερασπίζονται συγκεκριμένα το δημόσιο Πανεπιστήμιο. Ελπίζουμε ότι τότε θ’ αναπτυχθούν ευρύτερες συσπειρώσεις στις οποίες η απεργία μας θα έχει, σίγουρα, συμβάλλει.