Εισήγηση Ελένης Πορτάλιου , 14 / 11 / 2005, ΕΣΗΕΑ

Βρισκόμαστε εδώ γιατί πιστεύουμε ότι με τη συσπείρωση των δυνάμεων της αριστεράς και της οικολογίας, των κοινωνικών κινημάτων και των εργαζόμενων πολιτών μπορούμε να συνθέσουμε και να προβάλλουμε αγωνιστικά ένα σχέδιο για την Αθήνα. Ένα σχέδιο που θ’ ανταποκρίνεται  στις ανάγκες του λαού της, θ’ αντιπαρατίθεται στις εφαρμοζόμενες κυρίαρχες δικομματικές πολιτικές και θα εμπνέει τους αγώνες για μια αξιοβίωτη πόλη και μια ανθρώπινη καθημερινή ζωή.

Που βρίσκεται η Αθήνα σήμερα ;

Στην Αθήνα , μητρόπολη του ευρωπαϊκού νότου, συντελούνται σοβαρές οικονομικές, κοινωνικές και χωρικές αναδιατάξεις , που ξεκίνησαν ήδη μια εικοσαετία πριν, επιταχύνθηκαν με τους Ολυμπιακούς Αγώνες και αποτελούν στρατηγικές επιλογές του ελληνικού καπιταλισμού με μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη στόχευση.

Η Αθήνα  – και εδώ δεν εννοούμε μόνο τον Δήμο Αθηναίων αλλά τον ευρύτερο χώρο του λεκανοπεδίου – έχει μπει σε μια διαδικασία εσωτερικής αναδόμησης η οποία τροφοδοτείται από τη θέση της στα εθνικά και ευρωπαϊκά δίκτυα πόλεων και εγγράφεται στις διεθνείς τάσεις ενός νέου συγκεντρωτισμού, μιας νέας εξωαστικοποίησης και ενίσχυσης των πόλεων στο πλαίσιο της παγκοσμιοποιούμενης  οικονομίας.

Οι σύγχρονες μεταβολές της δομής της παγκόσμιας οικονομίας , που σήμερα μας είναι οικείες, όπως η απογύμνωση βιομηχανικών κέντρων, άλλοτε ισχυρών, η επιταχυνόμενη εκβιομηχάνιση των χωρών του γ΄ κόσμου και η γρήγορη διεθνοποίηση  της χρηματιστικής οικονομίας σ’ ένα διεθνές δίκτυο συναλλαγών, άλλαξαν τη σχέση των πόλεων με την οικονομία.

Στη φάση μιας νέας συσσώρευσης, που διαρκεί τρείς δεκαετίες,  οι πόλεις παίζουν σημαντικούς νέους ρόλους διαφοροποιημένους ανάλογα με την ιστορική τους διαδρομή και τη θέση τους στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας.

Η Αθήνα αναφέρεται πια στο δίκτυο των μεγα – πόλεων της Ευρώπης και επιδιώκει να διαδραματίσει ένα νέο ρόλο, ανάλογο με τις οικονομικοκοινωνικές της ιδιαιτερότητες, τη γεωγραφική της θέση και τις δυνατότητες που μπορεί να ενεργοποιήσει στο πλαίσιο του διευρυνόμενου προς ανατολάς , αναδιαμορφούμενου και αστικοποιούμενου ευρωπαϊκού χώρου.

Η ευρωπαϊκή πολιτική των κυκλοφοριακών διαδρόμων υψηλής ταχύτητας στο σύνολο του εδάφους των «29», που αποσκοπεί στην υποστήριξη της ενιαίας αγοράς, λειτουργεί σήμερα σαν αποφασιστική παράμετρος υποστήριξης του φαινομένου της αστικοποίησης και πρόκλησης γενικότερων χωρικών μετασχηματισμών καθώς οι κυκλοφοριακοί άξονες πανευρωπαϊκής εμβέλειας, ιδίως οι οδικοί, μετεξελίσσονται σε «άξονες ανάπτυξης» του ευρωπαϊκού εδάφους.

Οι πόλεις, οι οποίες συνδέονται μέσω του δικτύου των ευρω-διαδρόμων, ιδίως των χωρών της Διεύρυνσης, εκτιμάται ότι θα ισχυροποιηθούν, αναβαθμίζοντας τον ρόλο τους στην ιεραρχία των πόλεων.

Ένας τέτοιος χωρικός μετασχηματισμός μπορεί να διαφοροποιήσει την ιδιαίτερη περιφερειακή θέση της Ελλάδας, η οποία για πρώτη φορά αποκτά χερσαία σύνορα με την ΕΕ με την είσοδο της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας το 2007, και να ισχυροποιήσει τη θέση της Αθήνας, κυρίως στο χώρο της ΝΑ Ευρώπης, που αρχίζει, σε επίπεδο ΕΕ, να αντιμετωπίζεται ως αυτοτελής μακρο-περιφέρεια.

Βάσιμα μπορούμε, λοιπόν, να εκτιμήσουμε ότι το δίπολο των ελληνικών μητροπόλεων Αθήνας και Θεσσαλονίκης ενισχύει προοπτικά τον διεθνή του ρόλο, που αποτελεί στόχο και  μέρος των σχεδιασμών του ελληνικού καπιταλισμού, στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσής του, για την οποία οι Ολυμπιακοί Αγώνες αποτέλεσαν οικονομικό και ιδεολογικό εφαλτήριο.

Μέσα από τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων κυοφορήθηκε η αναπροσαρμογή των οικονομικών, κοινωνικών και χωρικών δομών της Πρωτεύουσας, ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν σε παλιούς και νέους, υψηλής κερδοφορίας συγκεντροποιούμενους τομείς δραστηριότητας του κεφαλαίου, στις απαιτήσεις των ελεύθερων αγορών της διευρυμένης Ευρώπης  και του οικονομικού ανταγωνισμού μεταξύ των πόλεων. Η ανασυγκρότηση της Αθήνας συνέπεσε, όχι τυχαία, με τη διεύρυνση της ΕΕ προς ανατολάς σε αναζήτηση νέων αγορών, αλλά σε σταθερό πολιτικό πλαίσιο, με σκοπό τις «ασφαλείς» επενδύσεις και την κερδοφορία στις χώρες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης.

Η Αθήνα – Περιφέρεια Αττικής στο εσωτερικό του ελληνικού χώρου εξακολουθεί να διατηρεί την αναπτυξιακή πρωτοκαθεδρία. Η κεντροβαρικότητά της στον ελληνικό χώρο σε σχέση με τις προσβάσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση, τα Βαλκάνια, τις Παραευξείνιες χώρες, την Ανατολική Μεσόγειο και τη Β. Αφρική θα μπορούσε να τη μετατρέψει σε «περιοχή προτίμησης» για την ΕΕ και πόλο αναφοράς με περιφερειακή ακτινοβολία προς την ευρύτερη περίμετρό της. Η παραπάνω εκτίμηση έχει αποτελέσει στρατηγική αναφορά του ελληνικού κεφαλαίου, χωρίς, όμως, να παρέχονται εγγυήσεις για τα αποτελέσματά της.

Η αξιοποίηση της γεωπολιτικής θέσης της Αθήνας και της χώρας οδήγησε σε νέες προτεραιότητες με εφαλτήριο τους Ολυμπιακούς αγώνες και χρήση πόρων του Ι, ΙΙ και ΙΙΙ ΚΠΣ και για τους πρόσθετους λόγους διεξόδου από μια παρατεταμένη φάση αναπτυξιακής «υστέρησης» της Περιφέρειας Αττικής και της χώρας, που χάνουν σταδιακά μεγάλο μέρος της παραγωγικής τους βάσης.

Δεδομένου ότι η τεχνολογική ανασυγκρότηση της Πρωτεύουσας και η παραγωγή νέων, υψηλής τεχνολογίας προϊόντων, θα ήταν ανέφικτος στόχος, επιλέχθηκε ως ρεαλιστική μια πολιτική μερικής συγκράτησης και ανανέωσης της παραγωγικής υποδομής της Αθήνας, σε κλάδους στους οποίους υπήρχε παράδοση και εξειδίκευση (κατασκευές, τουρισμός, πολιτισμός), από κοινού με την πριμοδότηση και τον εκσυγχρονισμό ορισμένων νέων επιχειρησιακών κλάδων, όπως οι τηλεπικοινωνίες, η ενέργεια, οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, κ.ά.:

Στόχος :

  • Η ενσωμάτωση της Αθήνας ως περιφερειακού πόλου μέσω της διείσδυσης σε δίκτυα υπηρεσιών του Μεσογειακού και Βαλκανικού χώρου, στο άμεσο δε μέλλον και της Τουρκίας, και
  • Η προσέλκυση επενδύσεων στο έδαφός της με σκοπό την ισχυροποίηση της θέσης της στο διεθνή ανταγωνισμό των πόλεων.

Η διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων συνδέθηκε με ένα μεγάλο αριθμό έργων μεταφορικής υποδομής (νέος διεθνής αερολιμένας στα Μεσόγεια, Αττική Οδός, Περιφερειακή Υμηττού, αστικός σιδηρόδρομος, προαστιακό τρένο, ΠΑΘΕ, κυκλοφοριακοί κόμβοι, επεκτάσεις λιμανιών Πειραιά – Ραφήνας – Λαυρίου, κ.λ.π.), τα οποία είχαν προγραμματιστεί και έγιναν με χρηματοδοτήσεις από το ΙΙ και ΙΙΙ ΚΠΣ, ή με ιδιωτικές επενδύσεις και παραχώρηση, αντί προνομιακών ανταποδοτικών συμφωνιών, της χρήσης και εκμετάλλευσης των έργων. 

Με τους αγώνες χρηματοδοτήθηκε ένας, επίσης μεγάλος, αριθμός έργων αθλητικής υποδομής και ολυμπιακών εγκαταστάσεων από το δημόσιο (γη και πόροι), θα εκποιηθούν σήμερα σε μεγαλοεπιχειρηματίες μέσω της Ολυμπιακά Ακίνητα ΑΕ.

Στο πλαίσιο εξωραϊσμού της πόλης ολοκληρώθηκε, τέλος, ένας αριθμός μεγάλων αναπλάσεων (ενοποίηση αρχαιολογικών χώρων, διαμόρφωση και αναβάθμιση κεντρικών πλατειών, κ.λ.π.) με σκοπό την αναμόρφωση της εικόνας και της λειτουργίας της Αθήνας.

Όλα τα παραπάνω λειτουργούν στην κατεύθυνση να βελτιωθεί ο διεθνής της ρόλος και το γόητρό της ως μητρόπολης, ως τόπου διεθνούς τουριστικού προορισμού και επιχειρηματικού ενδιαφέροντος, με απώτερο σκοπό την προσέλκυση επενδύσεων στο έδαφός της αλλά και τη διευκόλυνση της επιχείρησης εξωστρέφειας του ελληνικού κεφαλαίου προς την ευρύτερη γεωγραφική περίμετρο, με διοικητική βάση εξόρμησης την Πρωτεύουσα .

Έχει ήδη διαφανεί από την προηγούμενη ανάπτυξη του θέματος ότι οι κινητήριες δυνάμεις των χωρικών μετασχηματισμών είναι οικονομικές και αφορούν επιλογές, αποφάσεις και επενδυτικές δραστηριότητες με στόχο τον εξωστρεφή προσανατολισμό του ελληνικού καπιταλισμού, που είναι αναγκαίος για να ανακτήσει προοπτική και δυναμική σε συνθήκες παγκοσμιοποιημένου ανταγωνισμού.

Πρόκειται για ένα σχέδιο με υπαρκτές αντιφάσεις και αβέβαια ή αποσπασματικά επιτεύγματα, το οποίο, όμως, προωθείται ως γενική επιλογή , ένα σχέδιο ταξικό, με σοβαρές χωρικές, οικονομικές, κοινωνικές, και οικολογικές επιπτώσεις, που παίρνουν συχνά ακραίες μορφές επειδή ακριβώς βρισκόμαστε σε φάση συσσώρευσης του κεφαλαίου και εξωστρέφειας σε συνθήκες ανταγωνισμού.

Η ανταγωνιστικότητα, όσον αφορά τη φάση ανασυγκρότησης της Αθήνας και ιδιαίτερα τη φάση των Ολυμπιακών Αγώνων, βασίστηκε, από τη μια, στη χρησιμοποίηση φτηνού εργατικού δυναμικού και, από την άλλη, στην παραχώρηση ανυπολόγιστης αξίας δημόσιας γης και πολεοδομικών κινήτρων για την απρόσκοπτη αξιοποίησή της καθώς και δημόσιων πόρων, που συνολικά αποτιμώνται στα 13  δις. ευρώ.

Η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων στα ολυμπιακά και άλλα τεχνικά έργα εργάστηκε χωρίς συμβάσεις αμοιβών και ωραρίου και με εντατικούς ρυθμούς, που αύξησαν κατακόρυφα τον αριθμό των εργατικών ατυχημάτων μεταξύ αυτών και των θανατηφόρων. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες δοκιμάστηκε πιλοτικά η απελευθέρωση του ωραρίου λειτουργίας της αγοράς με αποτέλεσμα σήμερα να έχει θεσμοθετηθεί, οδηγώντας σε βίαιη συγκεντροποίηση στο χώρο του εμπορίου και σε περαιτέρω ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων και εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας.

Ένα μεγάλο μέρος από την αφαίμαξη των λαϊκών εισοδημάτων, που γίνεται σήμερα μέσω της λιτότητας, της φορολογίας και της περικοπής κοινωνικών δαπανών στους τομείς παιδείας, υγείας, ασφάλισης, κοινωνικής ένταξης και πολιτισμού, κατευθύνεται στην αποπληρωμή του χρέους των Ολυμπιακών Αγώνων, δηλ. χρηματοδοτεί τις επενδύσεις του ελληνικού κεφαλαίου και ιδιαίτερα του μεγάλου και διεισδυτικού στον ανταγωνισμό.

Οι αναπτυξιακές επιλογές των Ολυμπιακών Αγώνων ενίσχυσαν τις τάσεις επιθετικής συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου και αναδιανομής της κερδοφόρας επενδυτικής ύλης σε όφελος των ισχυρών και μεγάλων ομίλων στον κατασκευαστικό τομέα, στις τηλεπικοινωνίες, τον τουρισμό, τις υπηρεσίες, το χρηματοπιστωτικό σύστημα και τα ΜΜΕ.

Οι Ολυμπιακοί Αγώνες επέκτειναν την εμπορευματοποίηση του χώρου και την πρωτοκαθεδρία των ιδιωτών επενδυτών, οι οποίοι, όμως, δεν διαθέτουν ίδια κεφάλαια αλλά απομυζούν δημόσιους πόρους σε γη και χρήμα.

Είναι χαρακτηριστικό και προκλητικό το ότι 15 Ολυμπιακοί Πόλοι, οι 12 εντός Αττικής, έχουν περάσει ήδη με νόμο στην Α.Ε. Ολυμπιακά Ακίνητα και έχουν προχωρήσει οι διαδικασίες χαριστικής παραχώρησης σε μεγαλοεπιχειρηματίες, που προικοδοτούνται με δημόσια γη, με δικαίωμα νέας δόμησης για εμπορικές και άλλες χρήσεις καθώς και με ένα ιδιότυπο καθεστώς laisser faire ως προς τους όρους λειτουργίας αυτών των περιοχών. Οι νόμιμοι δικαιούχοι, δηλ. οι πολίτες που κατέβαλαν και καταβάλλουν το αντίτιμο των επενδύσεων, δεν δικαιούνται ελεύθερη πρόσβαση στις εγκαταστάσεις.

Ο δημόσιος χώρος της πόλης απεκδύεται, λοιπόν, την αξία χρήσης και λειτουργεί με όρους ανταλλακτικής αξίας.

Η πόλη των Αθηνών και η ενδοχώρα της είχε, ήδη, πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες λάβει τη μορφή πυκνοδομημένων ή ασυνάρτητα δομημένων περιοχών πρώτης και δεύτερης κατοικίας.

Παρ’ όλ’ αυτά, το «άμορφο αστικό συνεχές» της Αθήνας επέτρεψε, με τις διεξόδους που προσέφερε, τη σχετική απομείωση των αντιθέσεων .

 Θα έλεγα ότι  η πολιτική της ιδιόκτητης κατοικίας, των επενδύσεων σε γη και ακίνητα, που αποτέλεσαν δείκτες οικονομικής ευημερίας κυρίως των μεσαίων αλλά και λαϊκών στρωμάτων, επέτρεψε την, υποβαθμισμένη βέβαια, στέγαση των πιο φτωχών. Ταυτόχρονα, όμως, επειδή αυτή η πολιτική για την οικοδομή βασίστηκε στην έλλειψη σχεδιασμού και την ατομική αυθαιρεσία, απέτρεψε τη δημιουργία επαρκών δημόσιων υποδομών σε συγκοινωνίες, δημόσια κτίρια, ελεύθερους και πράσινους χώρους, με αποτέλεσμα όχι μόνο χαμηλούς δείκτες συλλογικής έναντι της ατομικής κατανάλωσης, άρα συμπίεση των φτωχότερων ομάδων, αλλά και απαξίωση του δημόσιου, του συλλογικού, του κοινωνικού και, εν τέλει, του πολιτικού νοήματος της πόλης.

Ανεξάρτητα, πάντως, από τις διαπιστώσεις αυτές, που αναφέρονται σε προηγούμενη φάση, είναι σίγουρο ότι η σύγχρονη γενικευμένη εμπορευματοποίηση του χώρου αφορά αναπροσανατολισμούς των επενδύσεων. Τα μεγάλα έργα των αγώνων και τα μεγάλα συγκροτήματα αναψυχής, τα εμπορικά και εκθεσιακά κέντρα, τα συγκροτήματα γραφείων, τα μεγαλύτερα προγράμματα κατοικίας και οι σύγχρονοι χώροι παραγωγής αφορούν τους μεσαίους και μεγάλους επενδυτές έναντι των μικρομεσαίων του παρελθόντος και διαμορφώνουν μια νέα κτηματαγορά απρόσιτη στα χαμηλά εισοδήματα. Αν τα μέχρι σήμερα σχέδια εξωραϊσμού (gentrification) οδήγησαν ήδη σε γενικευμένες αλλαγές χρήσης (π.χ. Ψυρρή και ευρύτερα στο ιστορικό κέντρο) και άνοδο των τιμών, η διευρυμένη ανάπτυξη ή /και εξωραϊσμός, που τώρα προωθούνται σε πολλά σημεία του Λεκανοπεδίου, θα δημιουργήσουν μεγαλύτερες πολώσεις .

Οι επεμβάσεις στην Αττική την τελευταία δεκαπενταετία αφορούσαν επιμέρους σημεία αλλά οδήγησαν σαν σύνολο σε ριζικές ανατροπές της κυρίαρχης χωρικής δομής της που για ένα αιώνα είχε διαμορφωθεί στον άξονα Β-Ν διαιρώντας, την περιοχή σχηματικά στις ανατολικές αναβαθμισμένες και δυτικές υποβαθμισμένες ζώνες του Πολεοδομικού Συγκροτήματος.  Με την επιλογή καταστροφής του φυσικού οικοσυστήματος στον κάμπο των Μεσογείων, μέσω της καθαρά έκκεντρης χωροθέτησης του διεθνούς αερολιμένα Ελευθέριος Βενιζέλος, η οποία συμπαρέσυρε σωρεία κυκλοφοριακών υποδομών για την εξυπηρέτησή του, σε σχεδόν παρθένο έδαφος και με την κατασκευή της Αττικής Οδού και των προεκτάσεών της στα Μεσόγεια, μεταβλήθηκε καίρια η χωρική δομή της πόλης των Αθηνών καθώς συγκροτήθηκε ένας νέος αναπτυξιακός άξονας Δύσης – Ανατολής κατά μήκος της Αττικής Οδού. Η αναδόμηση αυτή του χώρου της Αττικής προκάλεσε ένα νέο κύμα εσωτερικής αστικοποίησης και οικονομιών κλίμακας, που επέδρασε και επιδρά επιπρόσθετα στον αστικό καταμερισμό εργασίας με έμφαση στη μεγέθυνση της εξωαστικοποίησης της Αττικής, η οποία, πέραν των Μεσογείων, επεκτείνεται σήμερα και στην πεδιάδα των Μεγάρων.

Οι νέοι πόλοι αναπτύξεων κλίμακας, μέρος των οποίων αποτελούν οι Ολυμπιακοί Πόλοι, αναμένεται να επιτείνουν τις εσωτερικές διαιρέσεις και ανισότητες του χώρου, πέραν του γεγονότος ότι το μεγαλύτερο μέρος των επεμβάσεων εκ των πραγμάτων σχεδιάστηκε προς τις ανατολικές, ήδη αναβαθμισμένες, οικιστικές ζώνες του Λεκανοπεδίου, λόγω της προ-υπάρχουσας υποδομής και της ισχυρότερης προσμονής κερδοφορίας του κεφαλαίου από την αστική γαιοπρόσοδο.

Όσον αφορά την κυκλοφορία και τη συγκοινωνιακή υποδομή της πόλης η πραγματικότητα είναι αντιφατική. Οι μεγάλοι οδικοί άξονες ενισχύουν την παρουσία του ΙΧ αυτοκινήτου, του οποίου η αγορά και κυκλοφορία αυξάνεται, ενώ το μετρό και το τραμ λειτουργούν ανακουφιστικά για τον ιστό της πόλης και υπέρ της συλλογικής χρήσης των υποδομών της. Όμως, τόσο το μετρό όσο και, κυρίως, το τραμ σχεδιάστηκαν σύμφωνα με τους Ολυμπιακούς Πόλους, επομένως δεν αποδίδουν στην επίλυση του κυκλοφοριακού προβλήματος των λαϊκών συνοικιών.

Θα ήθελα, όμως, να επιμείνουμε στις «παράπλευρες απώλειες» των Ολυμπιακών Αγώνων, που αφορούν τον δημόσιο χώρο της πόλης και το φυσικό περιβάλλον της Αττικής. Θα ήθελα, επίσης, να επιμείνουμε στο ζήτημα της οικολογικής ισορροπίας. Η διαρκής αποστέρηση της Αττικής από τη γεωργική γη και η αδηφάγος αστική επέκταση, τόσο σε καλλιεργημένες εκτάσεις όσο και στον περιαστικό χώρο, τα βουνά, τα δάση και τα παραθαλάσσια μέτωπα, εξαντλούν την ισορροπία του οικοσυστήματος του Λεκανοπεδίου, οδηγούν σε δυσχέρεια ή αδυναμία ελέγχου τυπικών φαινομένων, όπως, π.χ. οι βροχές, σε περιβαλλοντική υποβάθμιση και επικίνδυνα φαινόμενα για την υγεία, όπως το νέφος και δημιουργούν βλάβες μη αναστρέψιμες στο μέλλον.

Αν και το οικολογικό πρόβλημα αφορά πολύ γενικότερες παραμέτρους της ανθρώπινης ζωής και τελικά το μέλλον του πλανήτη, η οικολογική και περιβαλλοντική υποβάθμιση, που συνοδεύουν την υποβάθμιση του αστικού περιβάλλοντος των λαϊκών τάξεων στην Αττική, διαμορφώνουν ισχυρές  κοινωνικές διαιρέσεις, ανάγλυφα αποτυπωμένες στο χώρο.

Ένα άλλο θέμα, που συνδέεται με την ποιότητα του αστικού χώρου και του φυσικού περιβάλλοντος καθώς και τη σχετική εξισορρόπηση ακραίων κοινωνικών ανισοτήτων ή αποτροπή ακραίων κερδοσκοπικών επεμβάσεων και αυθαιρεσιών, αφορά τον ρόλο του κράτους στο χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό. Και ενώ το κράτος δεν αποποιείται τον καθοριστικό του ρόλο – πολιτικό, ιδεολογικό και θεσμικό – στην απελευθέρωση των διαδικασιών συσσώρευσης του ελληνικού κεφαλαίου, προχώρησε μέσω των Ολυμπιακών Αγώνων, σε ενέργειες ελαστικοποίησης ή παράκαμψης του Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθήνας, σε μια προοπτική απαξίωσης του σχεδιασμού και εγκαθίδρυσης καθεστώτος laisser faire για τους επενδυτές.

Αν, όμως, η σχεδόν παντελής απουσία κρατικού παρεμβατισμού, μέχρι και την πρώτη μεταπολεμική δεκαετία, στο σχεδιασμό του χώρου ευνοούσε, με τρόπο στρεβλό, και τις λαϊκές τάξεις, η σημερινή ελευθερία στη συσσώρευση του κεφαλαίου ως προς τις δεσμεύσεις χρήσεων γης, προστασίας του περιβάλλοντος και διαφύλαξης της δημόσιας περιουσίας, θα έχει αρνητικές επιπτώσεις όχι μόνο στη φυσιογνωμία της πόλης αλλά και της κοινωνικο-χωρικές αντιθέσεις.

Χρειάζεται να επιμείνουμε στο θέμα των δημόσιων χώρων της Αθήνας. Οι χώροι της που εμπορευματοποιήθηκαν, ιδιωτικοποιήθηκαν και δομήθηκαν ολυμπιακά αποτελούσαν πολύτιμες εφεδρείες σε μια εναλλακτική ανασύσταση της. 

Για παράδειγμα, η παραλία του Σαρωνικού, από το Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας μέχρι τη Γλυφάδα, που εφάπτεται σε περιοχές πρώτης κατοικίας, είχε τη φυσική, ποσοτική και ποιοτική, επάρκεια να αποτελέσει μιά εκτεταμένη ζώνη αναψυχής για τους κατοίκους των εγγύς δήμων αλλά και όλης της πόλης, με απόλυτη προστασία του τοπίου, όπου αυτό είχε διατηρηθεί στη φυσική του κατάσταση και με, κατά το δυνατόν, αποκατάστασή του, με ψηλή και χαμηλή φύτευση, χωρίς καθόλου τσιμεντοστρώσεις, χωρίς κατασκευές, χωρίς έργα : ένα θαλάσσιο πάρκο δηλαδή όπως αυτά που φτιάχνονται σε όλες τις πόλεις του κόσμου. Ο δημόσιος αυτός θήλακος έχει χαθεί , έχει δομηθεί και κλείσει σε μεγάλο τμήμα του. Αν μάλιστα δομηθεί και το Ελληνικό τότε θα μιλάμε για μη αναστρέψιμη απώλεια ως προς τη  δυνατότητα  επανασχεδιασμού στο μέλλον της παραλιακής ζώνης.

Μερικές άλλες πτυχές των αλλαγών στην πόλη :

Η έννοια της διαρκώς επιτηρούμενης ή αστυνομοκρατούμενης πόλης προσλαμβάνει σήμερα ακραίες υλικές διαστάσεις σε πόλεις που οι κοινωνικοταξικές πολώσεις είναι εξαιρετικά ισχυρές , όπως βλέπουμε τώρα στη Γαλλία,στο χώρο. Η Αθήνα, όπως και οι περισσότερες ευρωπαϊκές πόλεις, ενώ έχουν, στο πλαίσιο των αντιτρομοκρατικών πολιτικών, ενισχύσει και γενικεύσει την αστυνόμευση  – επιτήρηση των πολιτών τους και την εφαρμόζουν προνομιακά στους μετανάστες και τις ατίθασες ομάδες νεολαίας, δεν είναι πόλεις γενικευμένων, κοινωνικών, χωρικών διαχωρισμών, επιβαλλόμενων με κατασταλτικά μέτρα. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες άνοιξαν, όμως, τους ασκούς του Αιόλου για την αποδοχή μιας μορφής επιτηρούμενης πόλης , προσαρμοσμένης στα καθ’ ημάς. Με τον από ξηράς, αέρος και θαλάσσης έλεγχο της πόλης , με την επαναφορά του στρατού σε ρόλο εγγυητή της τάξης, με την ανεξέλεγκτη δράση μυστικών υπηρεσιών  από όλο τον κόσμο, με επιχειρήσεις δηλαδή καταστολής  σύμφωνα με το « δόγμα του προληπτικού κινδύνου », κόστους εκατομμυρίων ευρώ , δοκιμάστηκε μια μορφή επιβολής, ακραία μεν, που άφησε όμως, με το πέρας των αγώνων,  αρκετά κατάλοιπα : τις κάμερες, την αναδιοργάνωση των μηχανισμών παρακολούθησης και ασφάλειας, την επαναφορά των οργανωμένων βασανιστηρίων σε μετανάστες , τη συνεχή επιτήρηση ορισμένων δημόσιων χώρων και περιοχών και , κυρίως, την αίσθηση ότι καθεστώτα «έκτακτης ανάγκης» μπορούν να επιβάλλονται περιστασιακά.

Γενικότερα, με τους Ολυμπιακούς Αγώνες τέθηκε ένα θέμα δημοκρατίας για την πόλη της Αθήνας. Ο εξωθεσμικός και ανέλεγκτος οργανισμός Αθήνα 2004 σε συνεργασία με ένα υπερεθνικό εξίσου ανέλεγκτο οργανισμό  – τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή, αποφάσισαν και υλοποίησαν τις σχετικές πολιτικές σε συνεργασία με την ελληνική κυβέρνηση, κυρίως ως προς το σκέλος εξασφάλισης των πόρων, παραγωγής των έργων και τήρησης των χρονοδιαγραμμάτων. Ο Δήμος της Αθήνας ήταν διακοσμητικός όπως και η Νομαρχιακή  Αυτοδιοίκηση, στην επικράτεια των οποίων συντελέστηκαν οι ριζικοί χωρικοί και όχι μόνο μετασχηματισμοί. Ο τρόπος διοργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων έρχεται μεν  από το παρελθόν της ΔΟΕ και των «αθανάτων» αλλά συναντά σύγχρονα φαινόμενα αδιαφανούς διαχείρισης των κοινών υποθέσεων, κρίσης της δημοκρατίας και συρρίκνωσης της μαζικής, λαϊκής βάσης της πολιτικής. Τα θέματα, όμως, παραγωγής και λειτουργίας του χώρου εξακολουθούν να συνιστούν μείζονα κοινωνικά και πολιτικά επίδικα επομένως αντικείμενα συγκρουσιακής πολιτικής.

Όπως έχω ήδη τονίσει οι Ολυμπιακοί Αγώνες δεν ήταν αυτοσκοπός αλλά εργαλείο αναδόμησης του ελληνικού καπιταλισμού και επομένως της πόλης της Αθήνας κυρίως γιατί, μέσω της μεγάλης εθνικής ιδέας, ήταν ευκολότερη η ενσωμάτωση των λαϊκών τάξεων στα κυρίαρχα οικονομικο-κοινωνικά πλαίσια. Το σχέδιο ανασυγκρότησης του ελληνικού καπιταλισμού δεν σταματά με τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Συνεχίζεται. Όμως γι’ αυτό μιλώντας για τους Ολυμπιακούς Αγώνες δεν κάνω παρελθοντολογία. Μιλώ για την αναδιαμορφούμενη πόλη της Αθήνας, για πολιτικές που εγκαθιδρύουν με γενικευμένο τρόπο στην πόλη τα μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα και δημιουργούν νέες χωρικές και κοινωνικές πολώσεις. Μιλώ για τους παλιούς και νέους παρίες : νέους άνεργους, μετανάστες, ανάπηρα και εξαρτημένα άτομα, νεόφτωχους , που εδώ δεν είναι χαμένοι στα προάστια ,όπως στη Γαλλία, αλλά βρίσκονται ακόμα στο κέντρο, κοντά στην Ομόνοια. Μιλώ για τον λαϊκό κόσμο, που μαζί με την εργασιακή ανασφάλεια και την οικονομική συμπίεση βιώνει την αποστέρηση κοινωνικών υποδομών και υπηρεσιών που οφείλει ο Δήμος να προσφέρει στους δημότες του.

Θέλω να μιλήσω για την ανάγκη ενός εναλλακτικού σχεδίου για την πόλη και τους ανθρώπους της, που, όμως, για να πραγματοποιηθεί χρειάζονται ρήξεις με τον πυρήνα των προωθούμενων σήμερα επιλογών στο χώρο της πόλης,  όπως και καθημερινές διεκδικήσεις, που διατηρούν κατακτήσεις και υφαίνουν αντίπαλα προς τα ανταγωνιστικά , αξιακά κοινωνικά πρότυπα αλληλεγγύης.

Όσοι και όσες αντιτάχθηκαν , έστω αποσπασματικά, στο δρόμο ή τη γειτονιά τους  στη μετατροπή της πόλης , της καθημερινής ζωής και των ανθρώπινων αναγκών σε εμπορεύματα και στα αρπακτικά σχέδια του αναδομούμενου καπιταλισμού , στο χώρο της εργασίας τους, είναι αυτοί και αυτές που μας δείχνουν τον δρόμο.