Άγρια ανάπτυξη και συνταγματική αναθεώρηση
Άλλοι την είπαν άτολμη. Άλλοι άνευρη. Άλλοι πάλι, για να την εξωραΐσουν, την εμφάνισαν ως συναινετική. Το μόνο που δεν ειπώθηκε είναι ότι η υπό εξέλιξη αναθεώρηση του Συντάγματος μπορεί να αποβεί και επικίνδυνη.
Μ’ αυτά τα λόγια, σε άρθρο του στην εφημερίδα τα Νέα, 12/9/2000, με τίτλο Η επικίνδυνη αναθεώρηση του Συντάγματος, ο καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Νίκος Αλιβιζάτος διέκοψε την αιδήμονα σιωπή γύρω από τη συνταγματική αναθεώρηση και κυριολεκτικά μας άνοιξε τα μάτια. Μιλώ για τις περιβαλλοντικές και οικολογικές οργανώσεις και τους ευαισθητοποιημένους στα θέματα του περιβάλλοντος πολίτες που, καθώς οι διαδικασίες της Βουλής χωρίζονται με σινικά τείχη από την κοινωνία, είχαμε άγρια μεσάνυχτα για τα σχέδια του εισηγητή της πλειοψηφίας κ. Βενιζέλου και τη συναίνεση της αξιωματικής αντιπολίτευσης σ’ αυτά.
Πολύ σύντομα αντιληφθήκαμε ότι η προηγούμενη Βουλή είχε κρίνει 90 διατάξεις του Συντάγματος αναθεωρητέες και, μάλιστα, ότι υπέρ της αναθεώρησης του μεγαλύτερου αριθμού των διατάξεων αυτών είχαν διαμορφωθεί ευρείες πλειοψηφίες. Ανευθυνότητα ή / και πολιτικές σκοπιμότητες που οδηγούν σε παιγνίδια με τους θεσμούς καθώς δεν υπήρχαν διατυπωμένες γενικές κατευθύνσεις ούτε και συγκεκριμένες προτάσεις αλλαγών.
Οι συνεργαζόμενες 200 οργανώσεις επικεντρωθήκαμε στο άρθρο 24 (προστασία φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος) και κατ’ επέκταση στα άρθρα 94, 95 και 100 (οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων του Συμβουλίου της Επικρατείας).
Από τις συζητήσεις που, τελικά, πραγματοποιήθηκαν προέκυψε ότι το ΠΑ.ΣΟ.Κ. έβλεπε τη συνταγματική αναθεώρηση υπό το πρίσμα συγκυριακών πολιτικών αναγκών, όπως προέκυψαν κατά την παρατεταμένη παραμονή του στην εξουσία, στις οποίες, όμως, απαντούσε με στρατηγικού χαρακτήρα επιλογές που έθιγαν βασικές παραδοχές του κράτους δικαίου.
Εμπαθής υποστηρικτής της αυταρχικής δημοκρατίας ο κ. Βενιζέλος επανειλημένα εξέθεσε τη θέση του περί της παντοκρατορίας και του ανέλεγκτου της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας στη λήψη και ανεμπόδιστη εφαρμογή των πολιτικών αποφάσεων. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, που επιθυμεί τη μονοκομματική άσκηση της εξουσίας, τόσο το ΣτΕ όσο και οι μειοψηφίες που ασκούν κριτική και παρεμβαίνουν με τη μορφή των κοινωνικών κινημάτων παρακωλύουν την κυβερνητική πολιτική, η οποία διαθέτει, οιονεί, τη λαϊκή εξουσιοδότηση. Επομένως, ο ρόλος του ΣτΕ πρέπει να συρρικνωθεί και να μη δοθεί δικαίωμα συμμετοχής στους πολίτες και τους κοινωνικούς φορείς.
Πιστεύω ότι η θέση για το ΣτΕ των 200 συνεργαζόμενων οργανώσεων και οι ίδιοι οι αγώνες που διεξήγαγαν αμφισβήτησαν έμπρακτα το πρότυπο Βενιζέλου, υποδεικνύοντας τη συνταγματική προσέγγιση των αντιβάρων και το ρόλο των κοινωνικών κινημάτων στη διαμόρφωση, προάσπιση και αλλαγή των θεσμών.
Ας δούμε πιο συγκεκριμένα τα θέματα περιβάλλοντος, πολεοδομίας και χωροταξίας. Η κυβέρνηση μπροστά και στους ολυμπιακούς αγώνες του 2004 εντείνει την πολιτική των μεγάλων έργων που αφορούν ισχυρότατες οικονομικά μερίδες του κεφαλαίου. Ταυτόχρονα υλοποιεί τη «λαϊκή εντολή» της απρόσκοπτης οικοδομικής δραστηριότητας καταπατητών, δικαιούχων και λοιπών ενδιαφερομένων για την τουριστική αξιοποίηση των ορεινών, επιπλέον των παραθαλάσσιων, περιοχών.
Θέλει, με απλά λόγια, ν’ ασκήσει πολιτική άγριας ανάπτυξης προς όφελος των ιδιωτών, εις βάρος ενός δημόσιου, εν ανεπάρκεια, συλλογικού αγαθού – του περιβάλλοντος.
Είναι χαρακτηριστικό ότι στην αρχική πρόταση για το άρθρο 24, ενώ δεν είχε καν συμπεριληφθεί το φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον στα σύγχρονα ατομικά δικαιώματα, εκθεμελιωνόταν ως συλλογικό δικαίωμα υψίστης σημασίας με την εξάρτηση του από τις έννοιες της ποιότητας ζωής, της κατοικίας, των υποδομών, του θετικού περιβαλλοντικού ισοζυγίου και της στάθμισης όλων των δεδομένων χωρίς προτεραιότητες. Έχοντας, λοιπόν, διαφύγει, ως ατομικό και συλλογικό δικαίωμα, της συνταγματικής προστασίας το περιβάλλον περνούσε στην αρμοδιότητα του κοινού νομοθέτη (ορισμός δάσους, αποφάσεις για τον πολεοδομικό και χωροταξικό σχεδιασμό). Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία θα μπορούσε να το διαχειρίζεται πέραν των σταθερών της αειφορίας και της επιστήμης της δασικής οικολογίας και απερίσπαστη από τον δικαστικό έλεγχο του ΣτΕ.
Σε σχέση με το τελευταίο σημείο, αν το άρθρο 24 διαβαστεί σε συνδυασμό με τα άρθρα 94, 95 και 100 προκύπτει σαφώς ότι για να προχωρήσει η άγρια ανάπτυξη πρέπει να παρακαμφθούν ο ακυρωτικός έλεγχος και ο έλεγχος συνταγματικότητας που ασκεί το ΣτΕ. Στο στόχαστρο βρίσκεται κατά προτεραιότητα το Ε’ τμήμα του.
Ο χωροταξικός και πολεοδομικός σχεδιασμός εισήχθη, λοιπόν, στο άρθρο 24, συμπληρωμένος με τον καινοφανή όρο του οικιστικού σχεδιασμού, όχι για να διασφαλίσει το φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον μέσω της σχεδιασμένης ανάπτυξης ή για να σταματήσει τη γενικευμένη αυθαιρεσία στη δόμηση και τις χρήσεις γης, αλλά για να ισοσταθμιστούν τα περιβαλλοντικά με άλλα κριτήρια (ποιότητα ζωής κλπ, όπως ήδη αναφέρθηκαν). Μέσω της υπαγωγής των αποφάσεων του σχεδιασμού στο νόμο και του ορισμού των χρήσεων γης και των όρων δόμησης ως τεχνικών επιλογών και σταθμίσεων επιχειρήθηκε να παρακαμφθεί ο δικαστικός έλεγχος του ΣτΕ.
Ευτυχώς, μετά το πρωτοφανές κίνημα που αναπτύχθηκε κατά της αναθεώρησης του άρθρου 24 και κατ’ επέκταση των άρθρων 94, 95 και 100, ο εισηγητής της πλειοψηφίας κ. Βενιζέλος κατέθεσε νέα πρόταση. Η Ν.Δ. ύστερα από παλινωδίες και αφού κατέθεσε απαράδεκτη περιβαλλοντικά πρόταση με τις υπογραφές 120 βουλευτών της, κατέληξε στη θέση της μη αναθεώρησης του άρθρου 24.
Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές τα πράγματα είναι ρευστά για το άρθρο 24 ενώ για τα 94, 95, 100 οι συσχετισμοί είναι δυσμενείς.
Όσον αφορά το άρθρο 24 τα παραμένοντα στη νέα πρόταση Βενιζέλου επικίνδυνα σημεία είναι:
- Η εξαίρεση από τη συνταγματική προστασία της τεχνητά δημιουργημένης δασικής βλάστησης (πάρκα, άλση, δενδροστοιχίες, τεχνητές δασικές φυτείες) και η αμφίβολη προστασία των ασκεπών και αλπικών εκτάσεων εντός δασών και δασικών εκτάσεων
- Η κατάργηση της απόλυτης προστασίας των ιδιωτικών δασών (ιδιώτες, ΝΠΔΔ, ΝΠΙΔ) όπως είχε διαμορφωθεί με τη νομολογία του ΣτΕ.
- Η επιδίωξη της παράκαμψης του δικαστικού ελέγχου του ΣτΕ όσον αφορά τον χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό υπό το πρόσχημα των τεχνικών επιλογών και σταθμίσεων.