4ο  Ευρωπαϊκό  Κοινωνικό  Φόρουμ

Σεμινάριο : Ανάπτυξη των κινητοποιήσεων για τα δικαιώματα στη στέγη σε ευρωπαϊκό επίπεδο

Τα τελευταία 20 περίπου χρόνια στην Ελλάδα δεν έχουν εμφανιστεί αστικά κοινωνικά κινήματα με επίδικο αντικείμενο τη στέγη και την κατοικία. Αντίστοιχα κινήματα, μικρότερης ή μεγαλύτερης μαζικότητας και εμβέλειας,  αφορούν θέματα υπεράσπισης δημόσιων χώρων και φυσικού περιβάλλοντος καθώς και διεκδίκησης κοινωνικών υποδομών ( σχολεία κ.λ.π.)

Αυτό οφείλεται σε δύο βασικούς παράγοντες. Από τη μια, ο ιδιωτικός τομέας κατοικίας, μέσω της φτηνής γης, των υψηλών συντελεστών δόμησης , της περιορισμένη εισφοράς σε γη και χρήμα για δημόσιες εξυπηρετήσεις και, συχνά, της αυθαιρεσίας, εξασφάλισε πολύ υψηλά ποσοστά ιδιοκατοίκησης ( περίπου 80 %). Από την άλλη οι δικαιούχοι του δημόσιου τομέα , καθότι πολύ λίγοι, δεν συγκροτούν ισχυρό κίνημα παρέμβασης στο αντικείμενο του Αυτόνομου Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας (ΑΟΕΚ), που παράγει ένα ελάχιστο ποσοστό της συνολικά παραγόμενης κατοικίας στην Ελλάδα ( περίπου 3%).

Ο κυρίαρχος ιδιωτικός τομέας κατοικίας , ενώ έλυσε το πρόβλημα της στέγασης με σχετικά χαμηλό κόστος για ευρύτατα λαϊκά στρώματα, οδήγησε σε υποβαθμισμένο οικιστικό περιβάλλον και απουσία δημόσιων υποδομών, οι οποίες και αποτελούν σήμερα αντικείμενα διεκδικήσεων των περισσότερων αστικών κοινωνικών κινημάτων.

Να σημειώσουμε ότι στο παρελθόν σε δύο περιπτώσεις μαζικής προσέλευσης πληθυσμού στην Αθήνα και το λεκανοπέδιο της Αττικής – αυτή της μικρασιατικής καταστροφής, το 1922 και της εσωτερικής μετανάστευσης, μετά τον β’ παγκόσμιο πόλεμο – το πρόβλημα της στέγης αντιμετωπίστηκε από χιλιάδες ανθρώπους με την αυθαίρετη δόμηση. Υπήρξε δηλαδή μαζική αυτοστέγαση , με ταυτόχρονη ανοχή και καταστολή του κράτους, σε εκτός σχεδίου φτηνή γη. Οι οικισμοί αυτοί, ανάλογοι των σημερινών παραγκουπόλεων σ’ όλο τον κόσμο, έχουν ενσωματωθεί στις ελληνικές πόλεις και έχουν αποκτήσει βασικές υποδομές.

Σήμερα τα δεδομένα είναι εντελώς διαφορετικά. Το πρόβλημα της κατοικίας από τη σκοπιά μιας ριζοσπαστικής κοινωνικής και πολιτικής προσέγγισης έχει δύο όψεις. Η μια αφορά τη ραγδαία άνοδο της τιμής της κατοικίας λόγω εκτεταμένης κερδοσκοπίας και παρέμβασης των τραπεζών στην αγορά γης και ακινήτων. Η άλλη αφορά τη διαρκή επέκταση ενός άμορφου οικιστικού περιβάλλοντος, το οποίο δεν αποτελεί ούτε πόλη ούτε προάστιο, και στερείται δημόσιων κοινωνικών υποδομών και ταυτότητας.

Ας δούμε το θέμα αναλυτικότερα.

Η αύξηση της τιμής της κατοικίας, που εξακολουθεί να παράγεται σε συντριπτικά υψηλό ποσοστό από τον ιδιωτικό τομέα , καθιστά πλέον δύσκολη ή και απαγορευτική την απόκτησή της από τα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα. Τα υψηλά ποσοστά ανεργίας – 11 με 12 %  – και η επισφαλής , κακά αμειβόμενη εργασία, μαζί με την απουσία κοινωνικού κράτους, δημιουργούν σήμερα τους νεόπτωχους των ελληνικών πόλεων. Καθώς το παραδοσιακό δίκτυο στήριξης, που είναι στην Ελλάδα η οικογένεια, έχει ατροφήσει, οι παραπάνω συνθήκες οδηγούν στην εμφάνιση αστέγων , κυρίως στις μεγάλες πόλεις . Στην Αθήνα υπολογίζονται σε 11.000, 3.000 Έλληνες και 8.000 ξένοι. Ζουν στο δρόμο ή σε εγκαταλελειμμένα σπίτια και αυτοκίνητα, τρέφονται κατά 83% από συσσίτια και 9% από ιδιωτική φιλανθρωπία και ορισμένες φορές αναζητούν φαγητό στα σκουπίδια. Η στήριξη από τον Δήμο είναι ανεπαρκής ενώ η Μη Κυβερνητική Οργάνωση Κλίμακα προσφέρει σημαντικό έργο στους άστεγους των Αθηνών.

Αμέσως μετά τους άστεγους πρόβλημα αντιμετωπίζουν οι χαμηλών εισοδημάτων ενοικιαστές κατοικίας. Τα ενοίκια αυξάνονται ραγδαία, ιδιαίτερα για μικρού μεγέθους κατοικίες, και η επιδότηση ενοικίου καλύπτει μικρό αριθμό αυτών που αντιμετωπίζουν πρόβλημα.

Μια άλλη κατηγορία προβλημάτων αφορά τις δημόσιες κοινωνικές υποδομές και την ποιότητα του οικιστικού περιβάλλοντος. Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές εμπορευματοποιούν ραγδαία τόσο τον χώρο της πόλης όσο και υπηρεσίες κοινωνικού χαρακτήρα, που αναλάμβανε το κεντρικό κράτος ή οι δήμοι. Στις πόλεις,  και ιδιαίτερα στην Αθήνα, λείπουν σχολεία , νοσοκομεία, χώροι και υπηρεσίες στήριξης ευαίσθητων κοινωνικών ομάδων ( ναρκωτικά, ΑΜΕΑ, ηλικιωμένοι, γυναίκες κ.λ.π.). Λείπουν πλατείες, πάρκα, εγκαταστάσεις μαζικού αθλητισμού, συγκοινωνίες, πεζόδρομοι, ποδηλατόδρομοι , κοινωνικά κέντρα, χώροι πολιτισμού και αναψυχής. Αντίθετα ελεύθεροι χώροι δομούνται και η δημόσια περιουσία των Ολυμπιακών Αγώνων παραδίδεται σε ιδιώτες για νέα δόμηση και ανεξέλεγκτη κερδοσκοπία.

Η χαμηλή ποιότητα οικιστικού περιβάλλοντος, δηλαδή η έλλειψη συμπληρωματικών της κατοικίας χώρων και κοινωνικών εξυπηρετήσεων που παρέχονται με δημόσια δαπάνη και η αμορφία των διαρκών οικιστικών επεκτάσεων, αφορά την πλειοψηφία του ελληνικού πληθυσμού και ιδιαίτερα τους κατοίκους του λεκανοπεδίου της Αττικής.

Επιπλέον το κόστος της κατοικίας σήμερα στην Ελλάδα αυξάνει συνεχώς λόγω εκτεταμένης κερδοσκοπίας στην αγορά γης και ακινήτων και διείσδυσης του τραπεζικού κεφαλαίου σ’ ένα τομέα παραδοσιακά αυτοχρηματοδοτούμενο. Επομένως η απόκτηση ιδιόκτητης στέγης γίνεται απαγορευτική για ευρύτερα σε σχέση με το παρελθόν κοινωνικά στρώματα και οι τιμές της ενοικιαζόμενης αυξάνουν.

Αν θέλουμε να μιλήσουμε για άξονες – προτεραιότητες διεκδικήσεων στην κατοικία μπορούμε να διακρίνουμε τέσσερα επίπεδα :

1ον   το άμεσο πρόβλημα των αστέγων

2ον  το πρόβλημα των ενοικιαστών με χαμηλά ή / και επισφαλή εισοδήματα

3ον  το πρόβλημα του κόστους της ιδιόκτητης ή / και ενοικιαζόμενης κατοικίας

4ον το πρόβλημα της απουσίας δημόσιων και κοινωνικών υποδομών που συμπληρώνουν την κατοικία και της υποβάθμισης του οικιστικού περιβάλλοντος.

Και οι τέσσερεις τομείς προβλημάτων απορρέουν από τη νεοφιλελεύθερη κερδοσκοπία στη γη και γενικότερα από την εκτεταμένη εμπορευματοποίηση του χώρου της πόλης. Απ’ αυτήν την άποψη μέσα από την κατοικία αναδύεται ο γενικός στόχος της εναντίωσης στο νεοφιλελευθερισμό και τους  πολιτικούς εκφραστές του στην Ελλάδα, την Ευρώπη και τον κόσμο.

Ας έρθουμε στα ειδικότερα θέματα της κατοικίας. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει κίνημα αστέγων, ούτε καν κοινωνική ευαισθητοποίηση στο πρόβλημα. Άρα υπάρχει ανάγκη πρωτογενούς εθνικής και τοπικής δράσης.

Όσον αφορά τους ενοικιαστές , 2 – 3 δεκαετίες πριν η Κεντρική Οργάνωση των Ενοικιαστών ήταν ενεργή και το κράτος ακολουθούσε την πολιτική ελέγχου των ενοικίων. Ο νεοφιλελευθερισμός έχει απελευθερώσει τις τιμές ενοικιαζόμενης κατοικίας χωρίς σοβαρές αντιστάσεις. Επομένως, χρειάζεται ανασυγκρότηση του κινήματος των ενοικιαστών σε σύγχρονη βάση.

Το τρίτο επίπεδο συνδέεται με μέτρα ελέγχου των τιμών γης και οικοδομικών υλικών καθώς και της τραπεζικής κερδοσκοπίας. Εδώ επανέρχεται το θέμα της κοινωνικής κατοικίας και το αίτημα αύξησης του ποσοστού της στη συνολικά παραγόμενη κατοικία.

Στο τέταρτο επίπεδο, που αφορά το ευρύτερο οικιστικό περιβάλλον, αναπτύσσονται αστικά κοινωνικά κινήματα , τα οποία βέβαια αντιμετωπίζουν μεγάλες δυσκολίες στην αναμέτρησή τους με στρατηγικές επιλογές  της νεοφιλελεύθερης πολιτικής της εμπορευματοποίησης του χώρου.

Θεωρώ πολύ σημαντική μια Χάρτα Δικαιωμάτων στην Κατοικία, την οποία τα κινήματα και οι πολιτικές δυνάμεις, που αποδέχονται αυτούς τους στόχους, θα διεκδικήσουν σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ο πρώτος στόχος συμπυκνώνεται στον τίτλο : κανείς άστεγος στην Ευρώπη. Ο δεύτερος αφορά τη στήριξη των χαμηλών εισοδημάτων για την απόκτηση ή ενοικίαση κατοικίας. Ο τρίτος αφορά το ευρύτερο οικιστικό περιβάλλον και τις δημόσιες κοινωνικές υποδομές που συμπληρώνουν την κατοικία.

Τελειώνοντας, θα θέσω το θέμα της εμπλοκής των γυναικών στους αγώνες για την κατοικία. Ιστορικά , οι γυναίκες έπαιξαν , παγκόσμια, πρωταγωνιστικό ρόλο στη διεκδίκηση της κατοικίας και στα αστικά κοινωνικά κινήματα, πράγμα που επαληθεύεται και στα σημερινά κινήματα στην Ελλάδα.

Έχοντας, μέσα από την κατά φύλα κατανομή της εργασίας και των ρόλων, επιφορτιστεί με τα θέματα της καθημερινής ζωής, οι γυναίκες ανέλαβαν δράση για την αντιμετώπισή τους. Ανέδειξαν έτσι αθέατους τομείς κοινωνικής εργασίας , έφεραν στο πολιτικό προσκήνιο θέματα διευρυμένης αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης και επένδυσαν σε όλα αυτά βιωμένες ανάγκες και περιεχόμενα που αμφισβητούν , μαζί με άλλα, τις κατά φύλα διακρίσεις και ανισότητες.  

Ελένη Πορτάλιου

Γυναίκες για μια Άλλη Ευρώπη

Δικαίωμα στην Πόλη