Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εποχή, 11/11/2011

Ουδέποτε στη μεταπολιτευτική ιστορία οι διαχωριστικές ταξικές γραμμές στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν τόσο απόλυτες και ουδέποτε οι ασκούμενες πολιτικές είχαν παραβιάσει τόσο εξόφθαλμα κάθε πλαίσιο θεσμικής νομιμότητας.

Είμαστε υποχρεωμένοι να εμβαθύνουμε στις συντελούμενες καταιγιστικές αλλαγές των συσχετισμών ισχύος και στις μεγάλες ανατροπές του θεσμικού οικοδομήματος που αποκαλείται δημοκρατία, ακριβώς για να συμβάλλουμε στην ανασύνταξη των λαϊκών τάξεων και στη διαμόρφωση του εναλλακτικού κοινωνικού και πολιτικού σχεδίου, που για να ανατρέπει τα σημερινά δεδομένα πρέπει να έχει σοσιαλιστικό ορίζοντα.

Η διαιώνιση του καπιταλισμού μέσα από το τέλος της δημοκρατίας

Η Ε.Ε. βαδίζει στον ολοκληρωτισμό. Η καγκελάριος της Γερμανίας θέτει άμεσα θέμα ανατροπής των σημερινών ευρωπαϊκών συνθηκών και ζητά νέες συνθήκες και επείγουσες μεταρρυθμίσεις, που θα δεσμεύουν κάθε εθνικό κράτος στις αποφάσεις των νέων οργάνων, τα οποία θα επεμβαίνουν στους εθνικούς προϋπολογισμούς, θα παραπέμπουν τα απείθαρχα κράτη στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και θα δρομολογούν ανάλογα τις πολιτικές εξελίξεις σε κάθε χώρα.

Αυτές οι επιλογές του ευρωπαϊκού διευθυντηρίου και των προθύμων υποστηρικτών του βλέπουμε να εφαρμόζονται, τις τελευταίες μέρες, προκαταβολικά, στην ελληνική περίπτωση, χωρίς προσχήματα και με παραβίαση της ισχύουσας νομιμότητας.

Η επιβίωση του παραπαίοντος ελληνικού καπιταλισμού συνδέεται με τις επιλογές του ευρωπαϊκού κεφαλαίου και την κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού τομέα στην Ε.Ε., κυριαρχία που έχει ως τίμημα τη ληστρική εκμετάλλευση του ελληνικού λαού, την κινεζοποίηση του ευρωπαϊκού νότου και τη δημιουργία φτωχών λαϊκών στρωμάτων στον αναπτυγμένο βορρά.

Η κρίση υπερσυσσώρευσης και η μεταφορά μεγάλου μέρους της παραγωγής εκτός των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών, αποσυνδέει την κερδοφορία του κεφαλαίου από την παραγωγική βάση και καθιστά τις κερδοσκοπικές δραστηριότητες του χρηματοπιστωτικού τομέα – των αγορών – επισφαλείς και ανεξέλεγκτες, με αποτέλεσμα οι λαϊκές τάξεις να χρηματοδοτούν τόσο τα κέρδη όσο και τις ζημίες ενός συνεχώς επεκτεινόμενου «τζόγου». Το πολιτικό προσωπικό της Ε.Ε. εξυπηρετεί αυτές τις αναδιαρθρώσεις. Δεν είναι οι αγορές που αυτονομούνται από την πραγματική οικονομία και γίνονται κράτος εν κράτει, αλλά το ευρωπαϊκό υπερκράτος που ασκεί πολιτική υπέρ των αγορών και συνολικά υπέρ του κεφαλαίου.

Σ’ αυτό ακριβώς το πλαίσιο καλείται η Ελλάδα να δανειστεί με τοκογλυφικούς όρους, χωρίς κανένα από τα δικαιώματα που απολαμβάνει ένας ιδιώτης δανειολήπτης και με όλες τις μείζονες αποφάσεις της εθνικής πολιτικής (μισθοί, ασφαλιστικό σύστημα, δημόσιος τομέας, ιδιωτικοποιήσεις, κ.λπ.) προειλημμένες από τους δανειστές της.

Η αμείλικτη αυτή ταξική πραγματικότητα δημιουργεί τις συνταγματικές και θεσμικές εκτροπές στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρόκειται για ανατροπές στο χαρακτήρα του κράτους – της αυταρχικής συναινετικής δημοκρατίας, όπως τη γνωρίσαμε στις απαρχές του νεοφιλελευθερισμού, στη δεκαετία του ’80. Αμφισβητείται η λαϊκή κυριαρχία μέσα και από τον περιορισμό ισχύος του εθνικού κράτους, το οποίο αποτελεί σήμερα το μοναδικό πεδίο άσκησης της λαϊκής κυριαρχίας. Αμφισβητείται, επίσης, αν δεν έχει καταλυθεί πλήρως, η σχετική αυτονομία του κράτους από την κυρίαρχη αστική τάξη, αυτονομία που διασφαλίζουν οι πολιτικές λειτουργίες του, ώστε οι παρεμβάσεις στην οικονομία να διατηρούν την ισορροπία μεταξύ των διαφόρων ταξικών τμημάτων και μερίδων και την αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος μέσω της συναίνεσης των κυριαρχούμενων.

Η επιλογή ενός ανώτατου διεθνούς τραπεζικού στελέχους, ως πρωθυπουργού της Ελλάδας, σηματοδοτεί αυτή την άμεση και απροσχημάτιστη διαπλοκή θεσμών και καπιταλιστικής οικονομίας υπό την ηγεμονία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Το ίδιο σηματοδοτεί και η προθυμία ενός μεγάλου αριθμού πολιτικών του πιο ακραίου νεοφιλελεύθερου τόξου, να απεκδυθούν την πολιτική τους ιδιότητα και να συμμετάσχουν ή να στηρίξουν μια κυβέρνηση τεχνοκρατών. Δεν υπάρχει πιο εξόφθαλμη ομολογία κατάργησης της πολιτικής και υποκατάστασής της από την πολιτική του κεφαλαίου, πλήρως αυτονομημένη από την όποια λαϊκή εντολή.

Ακριβώς στην ίδια λογική έγιναν τις προηγούμενες εβδομάδες οι παρεμβάσεις για την ανάκληση του δημοψηφίσματος που, αν και ήταν προϊόν μικροπολιτικών χειρισμών του κ. Παπανδρέου, έθετε τη λαϊκή κυριαρχία και τη λαϊκή παρέμβαση, από την πίσω πόρτα, στο κέντρο των μεγάλων πολιτικών επίδικων της συγκυρίας στην Ε.Ε. και την Ελλάδα. Το διευθυντήριο έσπευσε να απειλήσει με αποβολή της χώρας μας από την ευρωζώνη, παρότι δεν υπάρχει καμία διαδικασία αποβολής κράτους μέλους, και να μετατρέψει το πραγματικό πολιτικό ερώτημα : ναι ή όχι στην ασκούμενη ευρωπαϊκή και ελληνική πολιτική, στο πλαστό δίλημμα : χρεοκοπία και δραχμή ή σωτηρία και ευρώ.

Βεβαίως, αυτές οι βάναυσες παρεμβάσεις αποδεικνύουν και τα ευάλωτα σημεία της ευρωπαϊκής πολιτικής . Η κρίση της ευρωζώνης είναι συστημική και η ελληνική απείθεια – το πιθανότατο λαϊκό «όχι» στο δημοψήφισμα – δημιουργεί κινδύνους κατάρρευσης της συστημικής ισορροπίας στην Ε.Ε. Γι’ αυτό, άλλωστε, η κ. Μέρκελ σπεύδει να θωρακίσει θεσμικά το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, δηλαδή να δέσει χειροπόδαρα τις εθνικές πολιτικές, και μέσω αυτών τους λαούς της Ευρώπης, στην πολιτική του κεφαλαίου και των αγορών. Γι’ αυτό και οι εκλογές, αν και δεν θα είχαν την ίδια καταλυτική επίδραση με το δημοψήφισμα, απομακρύνονται στο απώτερο μέλλον και θα γίνουν μόνον εφ’ όσον έχουν ψηφιστεί όλες οι αντιλαϊκές αποφάσεις.

Μπορεί να συγκροτηθεί αντίπαλο δέος ;

Ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα

Μπαίνουμε, είμαστε ήδη, σε μια εποχή καταλυτικών εξελίξεων για τα δικαιώματα και την ευημερία των ευρωπαϊκών λαών. Οι ευρωπαϊκές χώρες και πρωτ’ απ’ όλα αυτές του νότου εισέρχονται με διαφορετικές μορφές και σε διαφορετικούς χρόνους στη δίνη της συστημικής κρίσης της Ε.Ε, της ευρωζώνης και του ευρώ. Τίποτα βέβαια δεν αποκλείει μια ανατροπή από το πέταγμα της πεταλούδας, πάντως οι αντίπαλοί μας δεν είναι χάρτινες τίγρεις. Γι’ αυτό και πρέπει το ελληνικό λαϊκό κίνημα να συγκροτηθεί με προοπτική και σε βάθος χρόνου, επιδιώκοντας, τώρα που η κρίση γενικεύεται στην Ευρώπη, να ανατρέψει την αντίληψη περί της ελληνικής ιδιαιτερότητας και της Ελλάδας ως ανάδελφου έθνους και να οικοδομήσει ευρωπαϊκές συμμαχίες.

Η κατάσταση της ελληνικής αριστεράς είναι απολύτως αναντίστοιχη με το μέγεθος των προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε. Χωρίς αμετροέπεια και μεγαλοστομίες, όσοι και όσες ανήκουμε στο ΣΥΡΙΖΑ, αυτό τον χώρο πρέπει να εξοπλίσουμε θεωρητικά, να μεταμορφώσουμε πολιτικά και να εκπαιδεύσουμε κινηματικά,  ώστε να συμβαδίζει με τους καθημερινούς, πολύμορφους αγώνες και τη χειραφέτηση του λαϊκού κόσμου, μέρος του οποίου είμαστε.

Παρά τη συμβολή μας στους λαϊκούς αγώνες, ο πολιτικός ΣΥΡΙΖΑ παραμένει ένα αδειανό πουκάμισο, με μόνο συγκροτημένο όργανο, που έχει δημόσια καθημερινή παρέμβαση, την κοινοβουλευτική του ομάδα και τον πρόεδρό της. Αν και η εκπροσώπηση στη Βουλή υπήρξε επαρκής και συνεπής  κατά το πρόσφατο διάστημα, σε καμία περίπτωση αυτή δεν καλύπτει τη λειτουργία ενός πολιτικού φορέα νέου τύπου, που ενστερνίζεται το μείζον αίτημα της άμεσης δημοκρατίας και της συμμετοχής – δηλαδή της από τα κάτω παραγωγής πολιτικής – και μετασχηματίζεται ανάλογα και ριζικά ώστε να καλύψει αυτή τη θεμελιακή απαίτηση. 

Δεν υποτιμώ τα μικρά βήματα που κάνουμε. Παρ’ όλ’ αυτά, ο ΣΥΡΙΖΑ εξακολουθεί να υπάρχει ως άθροισμα συνιστωσών, που η μεγαλύτερη τραβά το χορό, ενώ κανείς μη μυημένος δεν μπορεί να μας βρει σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο. Το βασικό κανάλι επικοινωνίας του λαού και του ίδιου του κόσμου του ΣΥΡΙΖΑ με τον ΣΥΡΙΖΑ είναι η τηλεόραση. Αυτός ο απερίγραπτος πολιτικός ανορθολογισμός εδράζεται σε παραμένουσες, αντιδημοκρατικές ή ιστορικά παρωχημένες αντιλήψεις και πρακτικές της ιστορικής αριστεράς, οι οποίες έχουν χρεοκοπήσει και, πάντως, είναι απολύτως αναντίστοιχες με την ιστορικών διαστάσεων κρίση που ζούμε.

Για ν’ ανατρέψουμε κάθε μνημόνιο του κεφαλαίου στη χώρα μας και για να ξανασκεφτούμε την Ευρώπη, μέσα από τις αντιστάσεις των λαών της,  πρέπει  πρώτα ν’ αλλάξουμε εμείς.

Πρέπει να επαναστατήσουμε ενάντια στα ίδια μας τα νειάτα , όπως θα έλεγε ο Κούντερα.

Κάθε ανατροπή χρειάζεται γενναιοδωρία και η μικροαστική εμμονή στους οικείους μικρόκοσμους είναι κακός σύμβουλος. Σε κάθε περίπτωση, ο δρόμος ανοίγει μόνο όταν βαδίζουμε.

Σε τέσσερα επίπεδα πιστεύω ότι πρέπει να κινηθεί μια ριζικά ανανεωμένη  πορεία του ΣΥΡΙΖΑ σήμερα.

1. Στη διευρυμένη συμμετοχή του στους λαϊκούς αγώνες και στην προσπάθεια ανασυγκρότησης της κατακερματισμένης κοινωνίας μέσα από τη  δημοκρατία, τη διαρκή αναζήτηση κοινών τόπων και την αλληλεγγύη

2.  Στην αποδόμηση του κυρίαρχου τρομοκρατικού λόγου, στην απονομιμοποίηση της Ε.Ε. ως δύναμης προόδου και αναγκαστική επιλογή, ταυτόχρονα με την απόρριψη των συστημικών ελληνικών κομμάτων και της τεχνοκρατίας.

3.  Στη συμβολή του στη διαμόρφωση ενός μετώπου πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων, που μπορεί να οικοδομηθεί μόνο πάνω σε μεγάλες ιστορικές επιλογές οι οποίες ενώνουν τις λαϊκές τάξεις, όπως έγινε με το ΕΑΜ στην κατοχή. Το μέτωπο της ανατροπής επικαλείται τη στρατηγική του δημοκρατικού δρόμου, συγκροτείται δηλαδή από πολιτικούς φορείς, κινήματα και πρωτοβουλίες των αποκάτω, με σεβασμό στον ιδιαίτερο χαρακτήρα και την ταυτότητα των πολλαπλών συνιστωσών του.

4.   Στη συμβολή του στην επεξεργασία του εναλλακτικού σχεδίου ανασυγκρότησης της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας, δηλαδή στην εκπόνηση ενός προγράμματος που εκπορεύεται από τις ίδιες τις παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας, τις συνθέτει και εισάγει,  μέσα από ανατροπές στο παραγωγικό και καταναλωτικό πρότυπο,  σ’ ένα μέλλον ριζικού μετασχηματισμού με σοσιαλιστικό ορίζοντα.