ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΟΥ ΧΑΛΑΝΔΡΙΟΥ

ΚΑΙ Ο ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΧΩΡΟΣ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ

ΑΔΙΕΞΟΔΑ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ

Ανοιχτή συζήτηση : Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013, Χώρος διαλόγου, 7,30μμ

Εισήγηση : Ελένη Πορτάλιου, δημοτική σύμβουλος δήμου Αθηναίων με την Ανοιχτή Πόλη

1. Εισαγωγή

Οι ανακατατάξεις στο Εμπορικό Κέντρο του Δήμου Χαλανδρίου, οι δυσλειτουργίες και τα αδιέξοδα τα οποία εμφανίζονται, συνδέονται άμεσα ή έμμεσα, αποτελούν εκφάνσεις της σημερινής οικονομικής πραγματικότητας, που χαρακτηρίζεται από δραματική μείωση εισοδημάτων, από καταστροφή παραγωγικών κεφαλαίων – πρωτίστως μικρών – από παρατεταμένη ύφεση της οικονομίας και μεγάλη αναδιανομή πλούτου από τα χαμηλά προς τα ανώτατα εισοδήματα. Πολύ μεγάλη συρρίκνωση της παραγωγής εμφανίζεται στον κατασκευαστικό τομέα, όπου η υπερπαραγωγή του παρελθόντος συνδέεται με σημαντικά προβλήματα, τα οποία θα δούμε στη συνέχεια.

Η καταναλωτική ευμάρεια, συχνά με πλαστικό δάνειο χρήμα, των μεσαίων στρωμάτων έχει ανακοπεί, ενώ οι λαϊκές τάξεις ή διαβιούν κάτω από το όριο της φτώχειας και δεν μπορούν να καλύψουν πρωταρχικές ανάγκες επιβίωσης ή δεν καταναλώνουν τίποτε περιττό. Ο δήμος Χαλανδρίου δεν έχει βέβαια την ίδια κοινωνική σύνθεση με τους δήμους της Δυτικής Αττικής ή με τις λαϊκές συνοικίες του δήμου Αθηναίων, όπου και παρατηρούνται εκτεταμένα κρούσματα αστεγίας (αδυναμία πρόσβασης σε ασφαλή και ικανοποιητική κατοικία), ανεπαρκούς σίτισης, διακοπών ηλεκτροδότησης και ύδρευσης. Παρ’ όλ’ αυτά η κρίση έχει ανατρέψει παντού την πραγματικότητα των δεκαετιών 1990 και 2000. Όσον αφορά την οικοδομή, οι δύο αυτές δεκαετίες χαρακτηρίστηκαν από τη μαζική πρόσβαση στην ανθούσα αγορά ακινήτων μέσω δανειοδότησης και από μεταβολές στο είδος των επενδύσεων σ’ αυτή την αγορά.

2. Διαδικασίες παραγωγής του χώρου της πόλης

Ιστορικά, ο χώρος της πόλης επεκτείνεται, μεταλλάσσεται, ανανεώνεται, αλλάζει ριζικά τόσο όσον αφορά το κτιριακό απόθεμα όσο και τις χρήσεις που αυτό παραλαμβάνει. Πρόκειται για διαδικασίες νέας αστικοποίησης αλλά και αναπαραγωγής των επενδεδυμένων σε γη και ακίνητα κεφαλαίων, που συμπλέουν με παράλληλες διαδικασίες υπεραξίωσης ή απαξίωσης ορισμένων δραστηριοτήτων : παραγωγικών, εμπορικών, κατοίκησης, κ.λπ. Όταν οι κεντρικές περιοχές της Αθήνας έχουν κορεστεί αστικοποιούνται τα προάστια. Όταν δημιουργείται υπερσυσσώρευση κεφαλαίων στην κατοικία, οι επενδύσεις διοχετεύονται σε χώρους αναψυχής, τουριστικά καταλύματα, εμπορικά κέντρα, κ.λπ. , που συνδέονται με ανάλογες επενδύσεις σε υποδομές, επίσης αρκετά προσοδοφόρες για το κατασκευαστικό κεφάλαιο.

Ταυτόχρονα ενεργοποιείται το συμβολικό κεφάλαιο και η ενύπαρκτη σε ανενεργές ή απαξιωμένες περιοχές των πόλεων ιστορική/πολιτισμική αξία, με τις γνωστές διαδικασίες «εξευγενισμού» (gentrification). Η πόλη αλλάζει χέρια μέσω του εκτοπισμού των λαϊκών τάξεων που κατοικούσαν στις ιστορικές περιοχές, στις οποίες το κτιριακό απόθεμα ενεργοποιείται με αναπλάσεις κτιρίων και του δημόσιου χώρου.

Ένα κεφάλαιο, ανάλογο με το συμβολικό, αποτελεί το φυσικό περιβάλλον, με την έννοια της ενεργοποίησης ενός γειτνιάζοντος στην επένδυση φυσικού συντελεστή και ενίσχυσης μέσω αυτού της παραγόμενης αξίας (ιδιαίτερα τοπία, παραθαλάσσιες περιοχές, πάρκα, δάση, η ρεματιά Χαλανδρίου κ.λπ.).

 Σύμφωνα με τον David Harvey η αστικοποίηση απαντά στην κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου, αλλά η μακρά διάρκεια για την απόδοση κερδών καθιστά απολύτως απαραίτητη τη συνδυασμένη εμπλοκή του χρηματοοικονομικού κεφαλαίου και ορισμένων κρατικών παρεμβάσεων. Αυτό, όμως, δεν προφυλάσσει από την αναπαραγωγή σε μεταγενέστερο χρόνο και σε μεγενθυμένη κλίμακα εκείνων των συνθηκών υπερσυσσώρευσης που αρχικά επιδιώκεται να μετριαστούν. Στις Ηνωμένες Πολιτείες η άσκηση πίεσης ώστε η αγορά ακινήτων και η ανάπτυξη των πόλεων να απορροφήσουν το πλεονάζον υπερσυσσωρευμένο κεφάλαιο, μέσω κερδοσκοπικών δραστηριοτήτων, άρχισε να διογκώνεται στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Σ’ αυτό το σημείο εισέρχεται στο παιχνίδι το πλασματικό κεφάλαιο με παροχές δανείων στους αγοραστές, που υποτίθεται ότι μπορούν ν’ αποπληρώσουν τα δάνεια μέσω του μισθού ή άλλου εισοδήματος. Έτσι, η αγορά ενυπόθηκων δανείων υψηλού ρίσκου έφτασε στις ΗΠΑ από 30 δις δολ. στα μέσα της δεκαετίας του 1990 στα 625 δις δολ. το 2005. Το άσχημο τέλος για τις λαϊκές τάξεις ήρθε με την τιτλοποίηση των υποθηκών και κατάσχεση της περιουσίας των αγοραστών/δανειοληπτών. Στο πλαίσιο αυτό ασκήθηκαν ληστρικές πρακτικές, καθώς πάνω από 1 εκατ. κατασχέσεις το 2010 αποδείχθηκε ότι ήταν παράνομες.

3. Η οικοδομική δραστηριότητα στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα, στο διάστημα των δύο δεκαετιών, πραγματοποιήθηκε μια σταδιακή διαδικασία εμπορευματοποίησης και χρηματιστικοποίησης των μηχανισμών παραγωγής και διάθεσης κατοικίας. Από το 1993 έως το 2007 οι τιμές κατοικίας υπερδιπλασιάστηκαν (+105,3%) με μεγαλύτερη αύξηση τιμών στην Αθήνα. Η αύξηση αυτή αποδίδεται σε μακροοικονομικό επίπεδο στην απελευθέρωση της αγοράς κεφαλαίων, με αποτέλεσμα τα υπόλοιπα των στεγαστικών δανείων να αυξηθούν σε 77,7 δις ευρώ το 2008 από 11,3 δις ευρώ το 2000. Από τη δεκαετία του 1990 μέχρι την έναρξη της κρίσης, ο στεγαστικός, καταναλωτικός και άλλος δανεισμός αποτέλεσε σταδιακά κοινή πρακτική για όλο και ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Εκτός έμειναν οι πιο φτωχές κοινωνικές κατηγορίες, μεταξύ αυτών και οι μετανάστες. Εκρηκτική αύξηση παρατηρείται και στην οικοδομική δραστηριότητα με μεγάλες αναδιαρθρώσεις του οικοδομικού τομέα, με αποτέλεσμα το υπάρχον οικιστικό απόθεμα να μπορεί να καλύψει σήμερα το σύνολο των αναγκών σε πρώτη κατοικία και σε μεγάλο βαθμό σε δεύτερη, ενώ οι χώροι παραγωγής, εμπορίου, αναψυχής, τουρισμού κ.λπ. να πλεονάζουν.

Το πρόβλημα βρίσκεται στην αδυναμία αποπληρωμής των δανείων, λόγω της δραματικής μείωσης των εισοδημάτων. Όσον αφορά την κατοικία, από πλειστηριασμό κινδυνεύουν 180.000-200.000 περιπτώσεις στεγαστικών δανείων, εκ των οποίων 150.000 – 180.000 βρίσκονται μέχρι τέλους του έτους σε καθεστώς προστασίας. Οι περιπτώσεις των λοιπών καθυστερημένων δανείων εμπόρων και μικρομεσαίων επιχειρηματιών, με υποθήκη την πρώτη κατοικία, υπολογίζονται σε 100.000 – 150.000. Επίσης οι πρώτες κατοικίες δεν προστατεύονται από τις κατασχέσεις για χρέη στο δημόσιο, ΔΕΚΟ και τρίτους. Υπολογίζεται ότι συνολικά τα κόκκινα δάνεια αφορούν 450.000 – 500.000 δανειολήπτες. Οι πλειστηριασμοί αποσκοπούν κατ’ αρχήν στην κατάρρευση των τιμών της αγοράς ακινήτων, καθώς υπάρχει ήδη απόθεμα 200.000 αδιάθετων κατοικιών, ώστε να εισέλθουν νέοι παίκτες στην αγορά, ή στην τιτλοποίηση των δανείων με τη μεταφορά τους από τις τράπεζες σε ανεξέλεγκτα funds και την τελική υφαρπαγή των κατοικιών σε εξευτελιστικές τιμές, που δεν καλύπτουν καν το οφειλόμενο δάνειο. Σε κάθε περίπτωση, θα υπάρξουν φαινόμενα μαζικής αστεγίας αλλά και κατάρρευσης μικρομεσαίων επιχειρήσεων, με δευτερογενείς επιπτώσεις στην αδρανοποίηση του υπάρχοντος αποθέματος της επαγγελματικής στέγης – παραγωγικής ή εμπορικής. Τα ενοικιαστήρια αυτών των χωρών τόσο στην Αθήνα, με την οποία έχω ασχοληθεί ειδικότερα, όσο και στο Χαλάνδρι για το οποίο συζητάμε, θα πολλαπλασιαστούν. Τα αδρανή μικρά ακίνητα – καταστήματα ή κατοικίες – υπόκεινται σε μια ιδιότυπη δήμευση καθώς, ενώ υπερφορολογούνται και πληρώνουν μηνιαίες υποχρεώσεις, δεν αποδίδουν κανένα εισόδημα στους ιδιοκτήτες τους.

4. Ιστορικό και Εμπορικό Κέντρο της Αθήνας

Μετά από την εισαγωγή αυτή που θέτει πλευρές της στεγαστικής κρίσης, της αναδιανομής αξιών στην πόλη, της αλλαγής χρήσεων και της κατάρρευσης ολόκληρων περιοχών, θα αναφερθώ σε μεταβολές στο Ιστορικό και Εμπορικό Κέντρο της Αθήνας, αναζητώντας πιθανές αναλογίες με την περίπτωση του Εμπορικού Κέντρου του Χαλανδρίου.

Πριν από την πρόσφατη κρίση, οι αλλαγές στον αστικό χώρο στην Αθήνα πραγματοποιήθηκαν με δημόσιες παρεμβάσεις, οι οποίες διαμόρφωσαν το έδαφος για να λειτουργήσουν οι νόμοι της αγοράς και να προωθηθούν ανακατανομές στις αξίες των ακινήτων, που προσπόρισαν κέρδη τόσο στους ιδιοκτήτες όσο και στις νέες επιχειρήσεις των προνομιούχων εμπορικά περιοχών. Οι ανακατατάξεις αυτές έλαβαν χώρα στο Ιστορικό Κέντρο και σε ορισμένες γειτνιάζουσες ιστορικές γειτονιές. Την ίδια περίοδο, άλλες περιοχές της πόλης εγκαταλείπονται από τη δημόσια/δημοτική πολιτική και απαξιώνονται, παρακολουθώντας τη σταδιακή μεταβολή της κοινωνικής σύνθεσης των κατοίκων τους με την εγκατάσταση χαμηλότερων εισοδηματικά στρωμάτων – κυρίως μεταναστών (Κυψέλη, Πατήσια).

Η πεζοδρόμηση της Ερμού και στη συνέχεια μεγάλου μέρους του Ιστορικού Εμπορικού Τριγώνου αύξησε κατακόρυφα τις τιμές των ακινήτων, με αποτέλεσμα η μικρή παραγωγή στους ορόφους των κτιρίων να εκδιωχθεί και το εμπόριο να στραφεί σε ανώτερα εισοδηματικά στρώματα. Η ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων λειτούργησε καταλυτικά για τον «εξευγενισμό» (gentrification) μιας ευρύτερης περιβάλλουσας ζώνης από το Θησείο μέχρι την Πλάκα, το Μοναστηράκι και του Ψυρρή, όπου η αλλαγή/εκδίωξη χρήσεων και κατοίκων πήρε ευρύτερες διαστάσεις. Περιοχές όπως ο Ψυρρής και στη συνέχεια το Γκάζι απώλεσαν χρήσεις κατοικίας, μεταποίησης και εμπορίου και μεταβλήθηκαν σε εκτεταμένα διασκεδαστήρια. Στο πλαίσιο της εμπορευματοποίησης της ιστορικής μνήμης, οι γειτνιάζουσες με το κέντρο συνοικίες, κυρίως το Μεταξουργείο και ο Κεραμεικός – δευτερευόντως ο Βοτανικός – άλλαξαν εν μέρει ως προς την κοινωνική σύνθεση του πληθυσμού τους. Νέοι κάτοικοι και επενδυτές αγόρασαν και ενεργοποίησαν ιστορικά κτίρια για χρήσεις κατοικίας, αναψυχής, τεχνών και πολιτισμού. Στην Αθήνα συνέβη το είδος της αστικής στρατηγικής που αφορά στην ενεργοποίηση της ιδιαίτερης πολιτισμικής ταυτότητας των πόλεων ή περιοχών τους, δηλαδή η αξιοποίηση του λανθάνοντος συμβολικού κεφαλαίου, στην οποία ήδη αναφέρθηκα.

Η κρίση ανέτρεψε τα δεδομένα στο σύνολο της πόλης. Περιοχές που είχαν ακολουθήσει διαδικασίες «εξευγενισμού» και μονομερή ως προς τις χρήσεις προσανατολισμό επλήγησαν και οι διαδικασίες αυτές ανακόπηκαν. Για παράδειγμα, στο Ιστορικό Εμπορικό Τρίγωνο έκλεισαν πολλά καταστήματα και αυτά που επαναλειτουργούν απευθύνονται κυρίως σε χαμηλά/μεσαία εισοδήματα, ενώ σημειακά έχουν εγκατασταθεί χρήσεις αναψυχής, που διαρκώς πολλαπλασιάζονται. Η συνοικία του Ψυρρή βρίσκεται σε κατάσταση κατάρρευσης με θύλακες ακατοίκητων κτηρίων. Στις γειτνιάζουσες με το κέντρο ιστορικές γειτονιές ο «εξευγενισμός» ανακόπηκε, παρά τις πολιτιστικές ενέσεις, όπως το Remap, καθώς η νέα φτώχεια συνδέεται με ανθρώπινα ερείπια και παράνομες δραστηριότητες που παράγουν «μαύρο» χρήμα.

Εν τω μεταξύ, διάσπαρτοι θύλακες κέντρων διασκέδασης που υπήρχαν ήδη σε περιοχές όπως το Κολωνάκι, το Γκάζι, τα Πετράλωνα, το Θησείο, η Ιερά Οδός, επεκτάθηκαν και εντατικοποιήθηκαν, μεγενθύνοντας τις ήδη σε εξέλιξη διαδικασίες εκτόπισης της κατοικίας και των συναφών/συμβατών χρήσεων. Γενικά, το κέντρο της Αθήνας εμφανίζει νεκρές ζώνες και νεκρά κτίρια καθώς οι εκτοπισμένες λόγω υψηλών τιμών χρήσεις μεταποίησης και λαϊκού εμπορίου δεν επανέρχονται, αντίθετα η κρίση πολλαπλασιάζει τα λουκέτα.

Η επέκταση χρήσεων αναψυχής και διασκέδασης υψηλής όχλησης είχε επιχειρηθεί να γίνει και στο παρελθόν. Για παράδειγμα, επιχειρήθηκε ανατροπή του διατάγματος της Πλάκας, που διατηρούσε την ισορροπία μεταξύ κατοικίας και άλλων χρήσεων και επέτρεπε μόνο λειτουργίες συμβατές με την κλίμακα των κτιρίων, διαφυλάσσοντας τον δημόσιο χώρο από την ιδιωτική κατάληψη. Την αλλαγή διατάγματος προώθησαν συγκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα που διαθέτουν ακίνητα προς αξιοποίηση στην περιοχή. Φαίνεται ότι και το δημόσιο είχε πρόθεση να εκμεταλλευτεί τον μεγάλο αριθμό ακινήτων του, που στεγάζουν διοικητικές και πολιτιστικές χρήσεις, ως άλλος αγοραίος επιχειρηματίας με κερδοσκοπικές επιλογές στη χρήση τους.

Αντίστοιχα, επιχειρήθηκε η πεζοδρόμηση της οδού Αθηνάς, ενός δρόμου πολύ μειωμένης σήμερα κυκλοφορίας έως ελάχιστης τις απογευματινές και νυχτερινές ώρες, την οποία δεν προβλέπει η γενική κυκλοφοριακή μελέτη της Ενοποίησης των Αρχαιολογικών Χώρων. Η πεζοδρόμηση αποσκοπούσε στην εκτόπιση χρήσεων λαϊκού εμπορίου και αργότερα στον εξευγενισμό της Κεντρικής Αγοράς, σημαντικού πόλου έλξης του λαϊκού κόσμου στο κέντρο της πόλης. Με την κρίση, οι παραπάνω πιέσεις έχουν σταματήσει και ευτυχώς, μετά από κινητοποιήσεις, δεν άλλαξε το διάταγμα της Πλάκας και δεν πεζοδρομήθηκε η Αθηνάς.

Τέλος, πρέπει να αναφερθούμε στην κατάληψη του δημόσιου χώρου της πόλης από τραπεζοκαθίσματα και υπαίθριες αυθαίρετες κατασκευές, με αποτέλεσμα να εκδιώκονται οι κάτοικοι που δεν μπορούν ή δεν επιθυμούν να καταναλώσουν και οι γείτονες να υποφέρουν από ηχορύπανση. Όπως λέμε στο δήμο Αθηναίων, η ανάπτυξη στην εποχή της κρίσης γίνεται με τα τραπεζοκαθίσματα, πράγμα που μας οδηγεί να ψηφίζουμε σε κάθε περίπτωση αρνητικά όταν τίθεται τέτοιο ζήτημα.

5. Τα βόρεια προάστια, η σημερινή πραγματικότητα

     και το Εμπορικό Κέντρο στο Χαλάνδρι

Τα βόρεια προάστια, ακολουθώντας τους νόμους της αγοράς γης και ακινήτων, οικοδομήθηκαν εντατικά με χρήσεις κατοικίας αλλά και εμπορίου, αναψυχής, υπηρεσιών. Κτίρια γνωστών εταιριών, αντιπροσωπείες, τράπεζες, μεγάλα εμπορικά κέντρα κ.λπ., εγκαταστάθηκαν στους άξονες της Κηφισίας και της Μεσογείων, διεισδύοντας στους δρόμους των παρακείμενων δήμων. Η τυπολογία και μορφολογία τους παρήγαγε μια μεγακλίμακα και μια επιθετική χωρική συνθήκη, που αναστάτωσε τον πολεοδομικό σχεδιασμό και διέρρηξε την ενιαία ταυτότητα των δήμων ως επιμέρους πόλεων με συνοχή. Ανάλογα με τις διατάξεις των χρήσεων γης και των συντελεστών δόμησης η πραγματικότητα αυτή έλαβε μικρότερες ή μεγαλύτερες διαστάσεις.

Τα δεδομένα στην παραγωγή κατοικίας και λοιπών χρήσεων που ανέφερα αναλυτικά και η υπερπαραγωγή ακινήτων μέσω της εμπλοκής του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου έχουν οδηγήσει σήμερα σε μια εκρηκτική κατάσταση, την οποία επαναλαμβάνω συνοπτικά. Αδιάθετα ακίνητα κατοικίας, εμπορικών χρήσεων και υπηρεσιών λιμνάζουν, λόγω δραματικής πτώσης της παραγωγής και της κατανάλωσης. Πόσα εμπορικά καταστήματα μπορεί να συντηρήσει η ζήτηση σε συνθήκες βαθιάς και παρατεταμένης ύφεσης ; Οι μικρές μεταποιητικές επιχειρήσεις – παίρνω για παράδειγμα αυτές του Ιστορικού Εμπορικού Κέντρου της Αθήνας, που μπορεί να ισχύσει γενικά – έχουν καταρρεύσει και πολλοί μικροί επιχειρηματίες έχουν χρεωκοπήσει. Τυχόν νέες μονάδες εγκαθίστανται σε περιοχές με χαμηλό κόστος, πλην ειδικών εξαιρέσεων. Ταυτόχρονα, αυτή η κατάρρευση της αγοράς ακινήτων οδηγεί σε περαιτέρω χρεωκοπία/απώλεια ακινήτου τόσο τους μικρούς ιδιοκτήτες όσο και τους επιχειρηματίες με ενυπόθηκα δάνεια και τους οφειλέτες στο δημόσιο, στις ΔΕΚΟ και σε τρίτους.

Η κρίση είναι δομική και δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις διεξόδου ακόμα και μετά την αναγκαία προϋπόθεση της κυβερνητικής ανατροπής, που μπορεί ν’ αποτελέσει αφετηρία για μια νέα προσέγγιση και αντιμετώπιση των προβλημάτων. Άλλωστε, η διέξοδος από την κρίση δεν μπορεί και δεν θέλουμε ν’ αναπαράξει όλα όσα χαρακτηρίζουμε προβληματικά στο νέο σχεδιασμό, ο οποίος θα πρέπει να βασίζεται στην ποιότητα ζωής, τη χωρική ποιότητα, την προστασία του περιβάλλοντος και της ιστορικής μνήμης, δηλαδή στη «λιτή αφθονία».

Ας επικεντρώσουμε, λοιπόν, στο τι διεκδικούμε σήμερα. Στο μέσον της δεκαετίας του 1990 μετείχα ενεργά στην ομάδα μελέτης για την Προστασία και Ανάπλαση του Μικρού Ιστορικού Εμπορικού Τριγώνου της Αθήνας. Η μελέτη χαρακτηρίστηκε πρωτότυπη για τα διεθνή επιστημονικά δεδομένα από την αρμόδια υπηρεσία παραλαβής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πλην, όμως, τότε ακριβώς ανέλαβε δήμαρχος ο κ. Αβραμόπουλος, ο οποίος την πέταξε στον κάλαθο των αχρήστων. Ήταν η εποχή που κυριαρχούσε στις αντιλήψεις και τις πρακτικές η απόλυτη ελευθερία των νόμων της αγοράς, που συνέβαλε στην ανατροπή του Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθήνας 1985, επί υπουργίας Αντώνη Τρίτση, το οποίο προέβλεπε πολυλειτουργικό κέντρο.

Η δική μας πρόταση αποτελούσε μια εντοπισμένη και ειδική μελέτη του Μικρού Ιστορικού Εμπορικού Τριγώνου, βασισμένη στις γενικές αρχές του Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθήνας (ΡΣΑ). Μεταξύ άλλων θεμάτων, τα οποία αφορούσαν στην ανάγνωση και διατήρηση της φυσιογνωμίας του, έθετε συγκεκριμένους κανόνες προστασίας των ιστορικών χρήσεων γης, οργανωμένου εμπλουτισμού με συμβατές νέες χρήσεις, προέβλεπε αναπλάσεις του δημόσιου χώρου κ.λπ. Προϋπόθεση για την υλοποίηση αυτών όλων ήταν ένας δημόσιος/δημοτικός φορέας ανάληψης και παρακολούθησης του σχεδίου και των σχετικών χρηματοδοτήσεων. Άλλο παράδειγμα δημόσιων ρυθμίσεων αποτελεί το διάταγμα της Πλάκας. Πρόκειται για μια πολεοδομική μελέτη που εστιάζει στη μικροκλίμακα και ορίζει κανόνες ώστε να μην παραβιαστεί ο χαρακτήρας της ιστορικής συνοικίας.

Βασική αρχή της αντίληψης που προτείνω για κάθε περίπτωση ελέγχου των χωρικών εξελίξεων και διασφάλισης μιας επιθυμητής χωρικής πραγματικότητας, είναι η ενεργός δημόσια παρέμβαση και ο σχεδιασμός που αποσκοπεί στη διαχείριση των «κοινών» και στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος. Με βάση και την εμπειρία της Αθήνας καταθέτω ορισμένες σκέψεις για προβληματισμό στην περίπτωση του Εμπορικού Κέντρου του Χαλανδρίου.

Είναι κατ’ αρχήν αναγκαία μία ειδική πολεοδομική μελέτη που θα μπορούσε να ανατεθεί από τον δήμο, ο οποίος θα ενεργοποιήσει στη συνέχεια τα θεσμικά και χρηματοδοτικά εργαλεία εφαρμογής της. Εξ όσων γνωρίζω σε πολύ μεγάλο ποσοστό στο Χαλάνδρι ισχύει η αμιγής κατοικία, που έχει συμβάλλει στη διατήρηση της ιστορικής ταυτότητάς του δήμου. Επίσης, η διείσδυση των χρήσεων και των ανάλογων κτηριακών μεγεθών της Κηφισίας έχει εν μέρει αποφευχθεί, ενώ οι διατάξεις του Νέου Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου είναι συνολικά αυστηρότερες. Το Εμπορικό Κέντρο διέπεται από τις διατάξεις των κέντρων, τις οποίες, όμως, η ειδική πολεοδομική μελέτη, που προανέφερα, θα μπορούσε να εξειδικεύσει, εμβαθύνοντας ώστε να υπάρξει έλεγχος μεγεθών και διατήρηση της επιθυμητής πολυλειτουργικότητας. Εκτός των αποτρεπτικών πολεοδομικών εργαλείων υπάρχει και η ενεργός παρέμβαση. Για παράδειγμα μπορεί να δοθούν οικονομικά κίνητρα, μέσω των δημοτικών τελών, σε κατοικίες και άλλες επιθυμητές χρήσεις στο κέντρο και αντίστοιχα να αυξηθούν τα τέλη σε χρήσεις όπως τράπεζες. Επίσης, μπορεί να εγκατασταθούν κοινωνικές και πολιτιστικές δημοτικές ή δημόσιες χρήσεις. Τέλος, πρέπει να γίνεται ουσιαστικός έλεγχος της ηχορύπανσης και των αυθαίρετων κατασκευών των καταστημάτων διασκέδασης.

Σε κάθε περίπτωση, ο δημόσιος χώρος δεν μπορεί να καταλαμβάνεται από τραπεζοκαθίσματα, δηλαδή δεν μπορεί να εμπορευματοποιείται παρά σε πολύ περιορισμένη έκταση, ώστε να αποτελεί πραγματικά κοινό κτήμα των δημοτών.

Το θέμα της ελεγχόμενης στάθμευσης στην Αθήνα έχει αποδώσει. Όμως, στην περιοχή του Θησείου υπήρξε σφοδρή αντίδραση του τοπικού κινήματος και της Ανοιχτής Πόλης γιατί δεν υπήρχε επαρκής χώρος παρά μόνο για τη στάθμευση των κατοίκων στη διάρκεια των ωρών λειτουργίας των καταστημάτων διασκέδασης. Πάντως, η ελεγχόμενη στάθμευση πρέπει να συνδυαστεί με την υπάρχουσα κυκλοφοριακή μελέτη για το Χαλάνδρι.

6. Επίλογος

Η κρίση λειτουργεί διαλυτικά για τις ζωές των ανθρώπων και για τις λειτουργίες της πόλης. Δεν θα έπρεπε, όμως, να κυριαρχήσουν τόσο η εξαθλίωση της κοινωνίας ως μονόδρομος όσο και η αυθαιρεσία στην πόλη, το χώρο και το περιβάλλον ως οικονομικές επιλογές/απαντήσεις. Απ’ αυτή την άποψη οι σημερινές θέσεις και παρεμβάσεις μας πρέπει να έχουν το αποτύπωμα της νέας εποχής για την οποία αγωνιζόμαστε.