Τα στρατόπεδα, εφεδρείες πράσινων και ελεύθερων χώρων για την οικολογική ανασυγκρότηση των πόλεων
Ομιλία της Ε. Πορτάλιου, 11/3/2009
Το ζήτημα των στρατοπέδων, ή καλύτερα των στρατιωτικών εγκαταστάσεων, και συγκεκριμένα η σύγχρονη χρήση τους μετά τη διακοπή λειτουργίας ή τη μετεγκατάστασή τους, ζήτημα ανοιχτό και γενικώς άλυτο για πολλές δεκαετίες, παραμένει με ένταση στην κοινωνική και πολιτική ατζέντα. Αποτελεί κατ’ εξοχήν συγκρουσιακό πεδίο προβολής κοινωνικών αιτημάτων και διεκδικήσεων, καθώς και εκδίπλωσης διαφορετικών πολιτικών θέσεων και προσεγγίσεων.
Μεταπολιτευτικά, όταν τέθηκαν τα ζητήματα του πολεοδομικού σχεδιασμού και μέσω αυτού της διασφάλισης δημόσιας γης για ελεύθερους πράσινους χώρους και κοινωνικό εξοπλισμό στις πόλεις, τα στρατόπεδα θεωρήθηκε ότι αποτελούν βασικές πηγές μεγάλων εισφορών σε δημόσια γη υπέρ του δημοσίου συμφέροντος και του δημόσιου χώρου της πόλης.
Αρχικά στις παρυφές των πόλεων, τα στρατόπεδα ενσωματώθηκαν στη συνέχεια στον αστικό ιστό, ο οποίος διαμορφώθηκε σωρευτικά ως άθροισμα ιδιωτικών κτιρίων και εγκαταστάσεων, χωρίς σχέδιο και κοινόχρηστους χώρους, με σπατάλη φυσικών και πολιτιστικών πόρων, χωρίς προσαρμογή στο ανάγλυφο του εδάφους και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του τοπίου. Στην εξέλιξη αυτή τα στρατόπεδα – οχλούσα χρήση κατά την πολεοδομική ορολογία, δηλαδή ασύμβατη χρήση με τη γενική κατοικία – έμειναν ν’ αποτελούν ζωτικής σημασίας κενά, αδόμητους ή εξαιρετικά αραιοδομημένους χώρους, που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ανακουφιστικά στην ανασύσταση και τον επανασχεδιασμό του δημόσιου χώρου της πόλης.
Εδώ πρέπει να διευκρινίσουμε ορισμένα θέματα. Ναι μεν τα στρατόπεδα αποτελούν σήμερα ορισμένους από τους ελάχιστους μη δομημένους μεγάλους χώρους, όμως διαμορφώθηκαν σε καθεστώς ανεξέλεγκτης εξουσίας του στρατού, με τον αποχαρακτηρισμό ή τη de facto κατάληψη πολλές φορές δασικών εκτάσεων. Αυτή η συνθήκη ιδιότυπης αυτονομίας του στρατού, από τη μια διατηρεί τα στρατόπεδα στην αρχική τους κατάσταση και, από την άλλη, εμφανίζει μια δημόσια ιδιοκτησία ως υποκείμενη σε αποφάσεις αποκλειστικά των στρατιωτικών, τόσο όσον αφορά την αποδέσμευσή του χώρου από τον στρατό όσο και την εκμετάλλευσή τους με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και για κατοικίες αξιωματικών.
Από τα ελάχιστα παραδείγματα πολεοδομικού σχεδιασμού που οι μελέτες εφαρμόστηκαν στην πράξη , επ’ ωφελεία της ανασυγκρότησης της πόλης και όχι της ατομικής ιδιοκτησίας, αποτελεί η Καλαμάτα με το πολεοδομικό σχέδιο το οποίο προωθήθηκε επί δημαρχίας Σταύρου Μπένου. Εδώ με την απομάκρυνση των στρατοπέδων απελευθερώθηκε γη 100 στρ., η οποία χρησιμοποιήθηκε για αθλητικές εγκαταστάσεις, για χώρο Πανεπιστημίου, για χώρο Φοιτητικής Εστίας και χώρο αποκατάστασης ρυμοτομούμενων οικοπέδων για μικρής κλίμακας πράσινο στον οικιστικό ιστό. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ότι χρησιμοποιήθηκαν κάποια από τα παλιά στρατιωτικά κτίρια για τις νέες χρήσεις: α) τα κτίρια των παλιών στρατώνων μετατράπηκαν σε αίθουσες διδασκαλίας και αμφιθέατρο β) τα κτίρια διοίκησης έγιναν κτίρια διοίκησης του Πανεπιστημίου γ) το κτίριο του Κ.Ψ.Μ. μετατράπηκε σε χώρο Φοιτητικής Εστίας.
Δυστυχώς η Καλαμάτα δεν αποτέλεσε τον κανόνα αλλά την εξαίρεση τόσο του εφαρμοσμένου πολεοδομικού σχεδιασμού όσο και της ένταξης των στρατοπέδων ως δημόσιας περιουσίας σ’ αυτό τον σχεδιασμό και συγκεκριμένα στη διασφάλιση κοινωνικών υποδομών και ελεύθερων χώρων της πόλης.
Από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα, οι πολεοδομικές συνθήκες, ιδιαίτερα στις πόλεις, επιδεινώνονται, η οικολογική κρίση εκδηλώνεται με σοβαρές επιπτώσεις και η κλιματική αλλαγή υπονομεύει τις βάσεις αναπαραγωγής των ανθρώπινων κοινωνιών λόγω της ληστρικής κυριαρχίας του κεφαλαίου πάνω στη φύση.
Για την κλιματική αλλαγή ενοχοποιούνται, από τη μια το ενεργειακό πρότυπο που στηρίζεται σε ρυπογόνα καύσιμα και η ενεργειακή σπατάλη και, από την άλλη, η διαρκώς εντεινόμενη αστικοποίηση που συνοδεύεται από την κυριαρχία του IX αυτοκινήτου και την καταστροφή της φύσης, την αποψίλωση των δασών και τη συρρίκνωση του αστικού και περιαστικού πράσινου.
Το αναπτυξιακό πρότυπο της Ελλάδας που στηρίζεται βασικά στα μεγάλα τεχνικά έργα, τις κατασκευές και τον τουρισμό, είναι οικολογικά επιζήμιο και μη βιώσιμο στο άμεσο μέλλον. Ήδη υπάρχει μεγάλη έλλειψη νερού, μη ανεκτή αύξηση θερμοκρασίας το καλοκαίρι, καμένη γη, ρύπανση ποταμών, θαλασσών και αέρα και συσσωρευμένη ασχήμια στο μεγαλύτερο τμήμα του δομημένου χώρου. Αυτό το αναπτυξιακό πρότυπο που υποστηρίζεται από το Γενικό Χωροταξικό Σχέδιο και τα Ειδικά Χωροταξικά, ιδιαίτερα αυτό για τον Τουρισμό, πρέπει ν’ αλλάξει ριζικά.
Για την επιβίωση μας είναι αναγκαίες ριζικές αλλαγές τόσο στη σχέση ανάμεσα στις πόλεις και την ύπαιθρο όσο και στον τρόπο δόμησης των πόλεων που χρειάζονται εκ βάθρων αναπλάσεις για να γίνουν οικολογικά και κοινωνικά βιώσιμες.
Προτεραιότητες και αρχές του σχεδιασμού των πόλεων στον 21ο αιώνα της καταστροφικής κλιματικής αλλαγής πρέπει ν’ αποτελέσουν η εξοικονόμηση ενέργειας, η διαχείριση των φυσικών πόρων και ιδιαίτερα του νερού, η λιτότητα και το ήθος των κατασκευών, η προσαρμογή στο κλίμα και η αξιοποίηση των φυσικών δεδομένων του ηλιασμού και του αερισμού, η ανασυγκρότηση και επέκταση του φυσικού περιβάλλοντος μέσα στον αστικό χώρο, ο πολλαπλασιασμός των αδόμητων χώρων, η αξιοποίηση και επανάχρηση των κατασκευών, που ήδη υπάρχουν, έναντι της επικρατούσας οικοδομικής επέκτασης, οι ελάχιστες επεμβάσεις στο τοπίο, η διαχείριση των προστατευόμενων περιοχών, τέλος η επιλογή υλικών και μεθόδων δόμησης που θα συμβάλλουν στην ανακύκλωση και τον περιορισμό της σπατάλης ενέργειας και πόρων. Σχεδιαστικό εργαλείο σ’ αυτή την αντίληψη αποτελούν και οι αναπλάσεις κλίμακας – τα πράσινα δίκτυα μέσα στις πόλεις, πολιτική που εναρμονίζεται και με ευρωπαϊκές κατευθύνσεις, ο πολλαπλασιασμός και η απόλυτη προστασία του αστικού και περιαστικού πράσινου.
Επανέρχομαι στα στρατόπεδα που, μαζί με όσες εφεδρείες πράσινων και ελεύθερων χώρων έχουν απομείνει στις πόλεις, πρέπει να επιστρατευτούν για το σχέδιο των αναγκαίων ριζικών μετασχηματισμών. Εδώ οι πολιτικές θέσεις που επικαλούνται την οικολογική ισορροπία, την κοινωνική προστασία και την πολεοδομική ανασυγκρότηση βρίσκονται αντιμέτωπες με την ακριβώς αντίθετη κυρίαρχη πολιτική της κερδοσκοπικής εκμετάλλευσης της αστικής γης και του φυσικού περιβάλλοντος , που έχει πάρει τη μορφή σύγχρονης μάστιγας, προκαλώντας, ευτυχώς, μεγάλες κοινωνικές αντιδράσεις.
Σ’ αυτά τα συμφραζόμενα, η ειδική υπηρεσία που περιγράφει ο ν. 2745/99 για την απομάκρυνση και μετεγκατάσταση των στρατοπέδων και η οποία προβλέπεται να λειτουργήσει με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια ώστε να εξασφαλίζεται ταχύτητα ενεργειών, αποτελεσματικότητα στην επίτευξη των επιμέρους στόχων και ελαχιστοποίηση του κόστους διαχείρισης, μπορεί ν’ αποτελέσει όργανο κερδοσκοπίας και σκανδάλων. Παράδειγμα, η ανταλλαγή που μεθόδευσε ο ηγούμενος Εφραίμ, το 2005, εκτάσεων του στρατοπέδου Χαϊδαρίου με το νερό της Λίμνης Βιστωνίδας.
Όχι μόνο τα κινήματα πολιτών αλλά και η Τοπική Αυτοδιοίκηση έχει εκδηλώσει από νωρίς το ενδιαφέρον της για τα στρατόπεδα – τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις , βλέποντας στους χώρους αυτούς απόθεμα γης για θεμιτές και αθέμιτες χρήσεις. Η Τ.Α. αναπαράγει σε μεγάλο βαθμό τις παθογένειες του κεντρικού κράτους και η προτεραιότητα στην οικολογική ανασύσταση των πόλεων δεν είναι κοινός τόπος των δημοτικών αρχών. Όμως, τα στρατόπεδα δεν προσφέρονται δια πάσαν νόσο και πάσαν ανάγκη και, επομένως, τα σχέδια των δήμων που διεκδικούν χώρους στρατοπέδων πρέπει να ελέγχονται και να γίνονται ή όχι αποδεκτά ανάλογα με το ουσιαστικό τους περιεχόμενο.
Όπως, είπα και στην αρχή, το θέμα της απόδοσης των στρατοπέδων στις πόλεις εκκρεμεί εδώ και δεκαετίες. Οι διακηρύξεις των υπουργών Εθνικής Άμυνας επαναλαμβάνονται και το θέμα λιμνάζει.
Για παράδειγμα, το 2002, ο τότε υπουργούς Εθνικής Άμυνας κ. Γιάννος Παπαντωνίου εξαγγέλλει πρόγραμμα αποδέσμευσης περισσοτέρων από 100 στρατοπέδων, τα οποία θα αποδοθούν σε χρήση σε δήμους και κοινότητες σε διάστημα 2 χρόνων. Το πρόγραμμα, κατά δήλωσή του, θα ξεκινήσει άμεσα από τη Δυτική Θεσσαλονίκη με 4 στρατόπεδα έκτασης 1.500 στρεμμάτων. Παρ’ όλ’ αυτά, 9 δήμαρχοι του νομού Θεσσαλονίκης, απευθύνονται εκ νέου στη νέα κυβέρνηση μετά το 2004 και τον πρωθυπουργό κ. Καραμανλή, διεκδικώντας 13 στρατόπεδα στους δήμους Θεσσαλονίκης, Καλαμαριάς, Μενεμένης, Αμπελοκήπων, Ευόσμου, Πολίχνης, Σταυρουπόλεως. Το ενδιαφέρον σ’ αυτή την παρέμβαση δεν είναι τόσο το ότι η ιστορία της μη υλοποίησης δεσμεύσεων και εξαγγελιών επαναλαμβάνεται, όσο το ότι οι δήμαρχοι ζητούν όλα τα στρατόπεδα να γίνουν μητροπολιτικά πάρκα και αντιτίθενται στη μερική οικοδόμηση των στρατοπέδων, σύμφωνα με τον ν. 2745/99, που προβάλλει η ηγεσία του στρατού για να καλύψει, συν τοις άλλοις, οικιστικές ανάγκες των αξιωματικών.
Στην Αττική, σύμφωνα με σχετική εργασία του Κώστα Φωτεινάκη για τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις , δηλαδή για υπηρεσίες που είναι στρατόπεδα, αποθήκες, εγκαταστάσεις εφοδιασμού, στρατιωτικά νοσοκομεία, στρατολογικά γραφεία, το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, κ.λπ., υπάρχουν 85 τέτοιες εγκαταστάσεις και καταλαμβάνουν 64.000 στρ. , δηλαδή δύο βουνά όπως το Ποικίλο Όρος ή ένα βουνό όπως ο Υμηττός. Τα 25.300 στρ. είναι ιδιοκτησία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και τα 38.700 στρ. είναι κυριότητα του δημοσίου ή άλλων δημοσίων φορέων.
Τα στρατόπεδα αυτά ή είναι μεγάλης κλίμακας ενιαίοι χώροι, όπως τα στρατόπεδα Καραϊσκάκη Α΄ – Β΄ , 3.300 στρ., στο Χαϊδάρι – Περιστέρι ή μεσαίου μεγέθους όπως το ΓΕΣ στου Παπάγου, 200 στρ., ή μικρότερες εκτάσεις, όπως τα στρατόπεδα Σακελιώνα, 31 στρ., στου Ρέντη.
Η Αττική, όπως ξέρουμε, έχει καταρρεύσει οικολογικά μετά και τη μεγάλη πυρκαγιά στην Πάρνηθα. Παρ’ όλ’ αυτά ασκούνται τρομακτικές πιέσεις στην Πάρνηθα αλλά κυρίως στον Υμηττό και σύμφωνα με τα κυβερνητικά σχέδια, τα οποία ξεσήκωσαν θύελλα αντιδράσεων, ο Υμηττός θα γεμίσει αυτοκινητόδρομους, η προστασία του δάσους θα περιοριστεί και η πολυετής αυθαιρεσία που παίρνει πολλές μορφές, μεταξύ αυτών και των αναψυκτηρίων τύπου Μαγγίνα, θα νομιμοποιηθεί. Σ’ ένα σχέδιο αντίπαλο της κυβερνητικής πολιτικής, που προωθείται με τη συναίνεση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, σχέδιο για την οικολογική ανασυγκρότηση της Αττικής, τα στρατόπεδα παραμένουν πολύτιμες εφεδρείες.
Προϋποθέσεις για την ένταξη των χώρων των στρατιωτικών εγκαταστάσεων στην οικολογική ανασυγκρότηση των πόλεων αποτελούν :
1. Να σταματήσει η σαλαμοποίηση περιφερειακά των στρατοπέδων, δηλ. η παραχώρηση τμημάτων τους σε δήμους, ώστε να διατηρηθεί το ενιαίο και αδιαίρετο του χώρου.
2. Να διασφαλιστεί ο χαρακτήρας των χώρων ως δασικός στις περιπτώσεις που αυτό είναι θεσμοθετημένο καθεστώς.
3. Να αποτραπεί περαιτέρω εκμετάλλευση και δόμηση των χώρων όπως προβλέπει ο νόμος 2745/99, ο οποίος πρέπει να τροποποιηθεί. Τα υπάρχοντα κτίρια διατηρούνται κατά περίπτωση – υπάρχουν και ορισμένα διατηρητέα κτίρια με ΦΕΚ – και αποδίδονται σε δημόσιες και κοινωφελείς χρήσεις στο πλαίσιο της νομιμότητας.
4. Να γίνει άμεσα ολοκληρωμένος σχεδιασμός ώστε οι νέες χρήσεις κοινόχρηστου πράσινου να ενταχθούν οργανικά στον αστικό ιστό των δήμων στους οποίους ανήκουν, να συνδεθούν με τις περιβάλλουσες περιοχές κατοικίας με δίκτυο πεζοδρόμων – ποδηλατοδρόμων και να εξασφαλιστεί καλή εξυπηρέτηση από Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, ώστε οι κοινόχρηστοι πλέον χώροι να είναι προσιτοί από όλους τους κατοίκους. Στο πλαίσιο αυτού του σχεδιασμού μπορούν να παραμείνουν –μεταβατικά – ορισμένα τμήματα σε χρήση του Στρατού εφόσον αυτό είναι αναγκαίο
5. Μέχρις ότου πραγματοποιηθεί η απομάκρυνση, τόσο τα υπό απομάκρυνση στρατόπεδα όσο και τα άλλα που θα παραμείνουν, πρέπει να ενισχύσουν το πράσινο στους μεγάλους ελεύθερους χώρους που διαθέτουν. Υπάρχει, άλλωστε, ένα πρόγραμμα του ΓΕΣ με τίτλο «Περιβαλλοντική Πολιτική για την Προστασία του Περιβάλλοντος» που προβλέπει μέτρα για την ανακύκλωση, διαχείριση αποβλήτων, Χρήση ΑΠΕ, Περιβαλλοντική Εκπαίδευση και έλεγχο, προστασία και διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος.
11/3/2009
Ελένη Πορτάλιου
Δημοτική Σύμβουλος Δήμου Αθηναίων με την Ανοιχτή Πόλη