Τέχνη και Αριστερά
Θα αναφερθώ στη σχέση /εις αρχιτεκτονικής και αριστεράς.
Πριν, όμως, θα κάνω δύο σχόλια στο γενικό θέμα της σημερινής συζήτησης : τέχνη και αριστερά.
Το πρώτο σχόλιο.
Η αριστερά οφείλει στο πρόγραμμά της να διασφαλίζει τις βασικές προϋποθέσεις για τη δημιουργία του έργου τέχνης και την επικοινωνία της τέχνης με τον λαό : δηλαδή απόλυτη ελευθερία έκφρασης, των δημιουργών και της κριτικής, υλικά μέσα – χρήματα και θεσμούς, καλλιτεχνική παιδεία και δυνατότητες πρόσβασης των πολλών στην τέχνη. Η αριστερά, ως κυβέρνηση, δεν αποδίδει μέσω του κράτους προβάδισμα ή επίσημη αναγνώριση σε ορισμένα καλλιτεχνικά ρεύματα ή/και καλλιτέχνες της αρεσκείας της.
Το δεύτερο σχόλιο.
Τα ανελεύθερα ολοκληρωτικά καθεστώτα του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού κατέπνιξαν, μαζί με την επανάσταση, μη αρεστά στο κράτος ρεύματα τέχνης και οδήγησαν πολλούς καλλιτέχνες στην καλλιτεχνική ή/και φυσική εξόντωση. Η χειραφέτηση της τέχνης από τον κομματικό εναγκαλισμό και τις ηθικολογικές ντιρεκτίβες ξεκίνησε στην ελληνική αριστερά μέσα στην Επιθεώρηση Τέχνης και εκφράστηκε έμπρακτα στα έργα αριστερών καλλιτεχνών .
Σκέφτομαι τον Ίμρε Κέρτες, τον Ούγγρο συγγραφέα που τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ. Η αναγνώριση του έργου του μας οδηγεί στη βαθιά τραγικότητα της ανθρώπινης συνθήκης, όπως την προσέλαβε μέσα από την παραμονή του στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, τη συμμετοχή του στην Ουγγρική εξέγερση το 1956 και την πικρή ζωή που έζησε διωγμένος από το καθεστώς, μετά την ήττα της.
Παρά ταύτα , αν και καθημαγμένοι, οι καλλιτέχνες και οι διανοούμενοι της αριστεράς, στους οποίους αναφέρομαι, δεν προσχώρησαν στο δόγμα η «τέχνη για την τέχνη» ή στο σχετικισμό των καλλιτεχνικών αφηγήσεων, των θεωριών της τέχνης και της κριτικής της. Όσο η αριστερά χρειάζεται να εντατικοποιεί τις συνθήκες ελευθερίας άλλο τόσο πρέπει και να οξύνει το όπλο της κριτικής. Η τέχνη και των αριστερών καλλιτεχνών είναι πλουραλιστική. Η οξύνους και αδιαπραγμάτευτη κριτική είναι το όπλο διαύγασης της τέχνης που δημιουργείται εντός και εκτός της αριστεράς. Είναι η συμβολή της αριστεράς και των αριστερών στη σχέση τους με την τέχνη.
Αν και ιστορικά η αρχιτεκτονική αποτέλεσε την ύψιστη των τεχνών, ενσωματώνοντας στα έργα της τη γλυπτική και τη ζωγραφική, σήμερα αποτελεί μια ιδιόμορφη τέχνη. Τα όρια της ελευθερίας της καθορίζονται άμεσα από τις διαδικασίες παραγωγής του χώρου, τις τεχνολογικές δυνατότητες, την κοινωνική πολιτική και τις πολιτικές αποφάσεις. Βεβαίως, όλα τα παραπάνω αποτελούν διαμφισβητούμενες έννοιες, που εγκαθιστούν, όπως γίνεται και με κάθε άλλη κοινωνική δραστηριότητα, την αρχιτεκτονική στο συγκρουσιακό πεδίο της κριτικής και αυτοκριτικής των έργων της. Σ’ αυτό το πεδίο οικοδομούνται οι σχέσεις αριστεράς και αρχιτεκτονικής.
Θέλω, όμως, να γίνει κατανοητό ότι η αρχιτεκτονική και τα έργα των αρχιτεκτόνων υπόκεινται σε περισσότερες δουλείες από αυτές των άλλων έργων τέχνης, δουλείες πολλές φορές αδήριτες. Η αρχιτεκτονική υπάρχει στην υλικότητά του εφαρμοσμένου έργου, δεν μπορεί να ζήσει μόνο στο πεδίο των ιδεών και των σχεδίων. Για παράδειγμα, ο αγαπημένος μου καθηγητής Θουκυδίδης Βαλεντής, εμφορούμενος από τα κοινωνικά προτάγματα του μοντερνισμού στην αρχιτεκτονική, επέμενε να σχεδιάζουμε κοινωνική κατοικία όταν στην Ελλάδα οι πολλοί αρχιτέκτονες δεν επρόκειτο να έχουν ποτέ στον επαγγελματικό τους βίο την ευκαιρία να σχεδιάσουν και να υλοποιήσουν ένα πρόγραμμα κοινωνικής κατοικίας. Στην εμμονή του αυτή, πάντως, ο Βαλεντής, όπως και οι αρχιτέκτονες του μεσοπολέμου στην Ευρώπη, πολλοί από αυτούς στρατευμένοι στα μεγάλα ανατρεπτικά κοινωνικά και πολιτικά κινήματα της εποχής τους, συναντούσαν την αριστερά στην αρχιτεκτονική. Τη συναντούσαν, στο πεδίο των θεμελιωδών κοινωνικών επιλογών που καθορίζουν το αρχιτεκτονικό έργο. Το αίτημα ήταν τότε η εξασφάλιση κατοικίας και κοινωνικών υποδομών για τους πολλούς με δημόσια παρέμβαση. Αυτό το πρόταγμα αποτέλεσε τη θεμελιακή αριστερή συνθήκη πάνω στην οποία έλαβαν σάρκα και οστά, μορφοποιήθηκαν διαφορετικές απαντήσεις, που συγχρόνως, αλλά κυρίως εκ των υστέρων, έγιναν αντικείμενα κριτικής εντός και εκτός της αριστεράς. Κι εδώ προέκυψε μια αντίφαση. Τα αριστερά προτάγματα της κοινωνικής διάστασης της αρχιτεκτονικής έγιναν αποδεκτά αλλά τα αρχιτεκτονικά αποτελέσματα, οι υλικές εκφράσεις αυτών των επιλογών, αποτέλεσαν αντικείμενο αριστερής και όχι μόνο κριτικής. Τα άμορφα οικιστικά συγκροτήματα που οικοδομήθηκαν σε δυτική και ανατολική Ευρώπη, στον αντίποδα των παραδειγμάτων της κοινωνικής κατοικίας στην Ολλανδία και τις Σκανδιναβικές χώρες, έδειξαν την πολυπλοκότητα του αρχιτεκτονικού και πολεοδομικού προβλήματος και τη συνθετότητα των παραγόντων που επηρεάζουν τα έργα της αρχιτεκτονικής. Έδειξαν ότι δεν αρκούν οι κοινωνικές κατευθυντήριες επιλογές που οριοθετούν την αρχιτεκτονική και ότι το στοίχημα μεταφέρεται εντός της αρχιτεκτονικής για να υπηρετηθεί με τα δικά της αρχιτεκτονικά μέσα.
Η αρχιτεκτονική είναι, λοιπόν, ύλη- μορφή/ες αλλά και ιδέες και σχέδια και επιλογές. Εμπλέκεται με την κοινωνική θεωρία /ες, τη διαπάλη στο ιδεολογικό πεδίο, τη θεωρία/ες της τέχνης, την κριτική/ ες του έργου τέχνης και την αισθητική.
Ας δούμε τη σχέση αρχιτεκτονικής – αριστεράς στην επικαιρότητα. Το κοινωνικοπολιτικό διακύβευμα που οριοθετεί σήμερα την αρχιτεκτονική αφορά το δικαίωμα εκατομμυρίων ανθρώπων στην αξιοπρεπή κατοικία και ταυτόχρονα τις απαντήσεις στην παγκόσμια οικολογική κρίση και την κλιματική αλλαγή. Για ποιους και πως , ώστε να εξοικονομεί πόρους και ενέργεια και να περιορίζει την αστική επέκταση σε βάρος της φύσης, σχεδιάζει η αρχιτεκτονική σήμερα ; Σ’ αυτό το έδαφος είναι κατεπείγουσα ανάγκη να μετατοπιστεί και σ’ αυτή τη βάση πρέπει η αρχιτεκτονική να επιλέγει στο εξής την πρώτη ύλη της και να επινοεί τις μορφές της. Η αριστερά πρέπει να αναδείξει την επίκαιρη και κατεπείγουσα κοινωνική και οικολογική συνθήκη της αρχιτεκτονικής.
Θα το πω μ’ ένα παράδειγμα. Στην Αρχιτεκτονική Σχολή πήρα την πρωτοβουλία, ύστερα από τις καταστροφικές πυρκαγιές της Ηλείας, να προτείνω ένα μάθημα με περιεχόμενο την ανασυγκρότηση του φυσικού και οικιστικού περιβάλλοντος και του αγροτικού χώρου στα πυρόπληκτα χωριά της Ηλείας και ειδικότερα των οικισμών Ράπτη- Λιβαδάκι- Πτελέα. Σ’ αυτή την πρόταση ανταποκρίθηκαν 50 σπουδαστές/τριες, το εγχείρημα στηρίχθηκε από συναδέλφους της σχολής και εξωτερικούς συνεργάτες και το μάθημα θα ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος Μαρτίου. Έγραφα, μεταξύ άλλων, στο κείμενο του μαθήματος : Οι νεκροί της Ηλείας, τα χωριά που έσβησαν από τον χάρτη, τα ζώα και τα πουλιά που κάηκαν, τα δέντρα και τα φυτά, η γη που έγινε στάχτη δεν πρέπει να ξεχαστούν. Αντίθετα, στη μνήμη τους πρέπει να στηριχθεί ένας άλλος τρόπος προσέγγισης του χώρου και των ανθρώπινων δραστηριοτήτων που εκδηλώνονται σ’ αυτόν. Η αρχιτεκτονική πρέπει να επιστρέψει στο πρωταρχικό και το μείζον της επιβίωσης της φύσης και των ανθρώπων.
Η αρχιτεκτονική χρειάζεται για να επουλώνει τα τραύματα στο φυσικό και αστικό περιβάλλον, όχι για να προσθέτει στο φλοιό της γης και στην άμορφη μεγέθυνση των πόλεων νέους όγκους και κατασκευές που δεν αποσκοπούν παρά στην κερδοσκοπική εκμετάλλευση της γης και των ακινήτων. Η αρχιτεκτονική πρέπει να επαναφέρει την αξία χρήσης για τους πολλούς ως ηθικό πρόταγμα των έργων της.
Η απόφαση να εργαστούμε στο μάθημα του 9ου εξαμήνου στην πυρόπληκτη Ηλεία αποτελεί μια συμβολή στην αντιμετώπιση των προβλημάτων που ανακύπτουν με τρόπο αμείλικτο σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης και, ταυτόχρονα, ένα μάθημα αυτογνωσίας.
Θέλω να πιστεύω ότι στο μάθημα που σας παρουσίασα και το οποίο οργανώθηκε με τη συμμετοχή των ίδιων των κατοίκων, πραγματοποιείται, μια συνάντηση της αρχιτεκτονικής με την αριστερά.
Ελένη Πορτάλιου
26/3/08