Μετα -Τοπίσεις, Σάσας Λαδά
Ομιλία της Ε. Πορτάλιου στο ΕΜΠ στην παρουσίαση του βιβλίου
της Σ. Λαδά, «Μετα-τοπίσεις », εκδ. Futura, 7/5/2010
7 Μαϊου 2010, ΕΜΠ
Παρουσίαση του βιβλίου ΜΕΤΑ -ΤΟΠΙΣΕΙΣ
Ελένη Πορτάλιου, καθηγήτρια Αρχιτεκτονικής Σχολής ΕΜΠ
Η σημερινή μας συνάντηση γίνεται σ’ ένα περιβάλλον όχι απλά ταραγμένο αλλά συνθλιπτικό. Αυτά για τα οποία αγωνιστήκαμε πολλοί και πολλές, εδώ και μερικές δεκαετίες, κατέρρευσαν σε μια διαδικασία σταδιακής αποδόμησης των πολιτικών, κοινωνικών και ηθικών βάσεων στήριξης μιας δίκαιης και αλληλέγγυας κοινωνίας. Οι προϋποθέσεις ζωής εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων έχουν καταλυθεί. Βρίσκομαι, λοιπόν, «εκτός τόπου» αλλά και «εκτός χρόνου», για να μεταχειριστώ δύο έννοιες που προσφυώς αναλύονται στις «Μετα-τοπίσεις». Και μπορεί χιλιάδες γυναίκες να ανέτρεψαν προς στιγμήν, με τη δυναμική παρουσία τους στο δημόσιο χώρο, τις έμφυλες προδιαγραφές σημασιοδότησής του, εισβάλλοντας ταυτόχρονα στο χρόνο των δεκαετιών αναπαραγωγής της κυριαρχίας του κεφαλαίου και επαναφέροντας τους χρόνους της δικής τους ζωής, αλλά το μέλλον, αν και διαρκεί, είναι δυσοίωνο.
Φίλες αγαπημένες είναι πολλές από τις συγγραφείς του ανά χείρας βιβλίου, που προβάλλει ψηφίδες από μια ευρύτερη και πλούσια 25ετή διαδρομή, κατά την οποία έχει συντελεστεί ένα πραγματικό θαύμα. Μπροστά στην τόσο σημαντική ερευνητική και θεωρητική παραγωγή που, με φεμινιστικές συντεταγμένες, αναζητεί τις αλληλοεξαρτήσεις ανάμεσα σε δύο έννοιες – φύλο και χώρος – μέχρι πριν αποσυνδεδεμένες για τα ελληνικά γράμματα, αισθάνομαι αληθινή συγκίνηση. Γιατί, αν και οι «Μετα-τοπίσεις» προβάλλουν ένα πολύ μικρό μέρος αυτής της παραγωγής, η οποία πολλαπλασιάστηκε μετά τη θεσμοθέτηση των πανεπιστημιακών σπουδών φύλου, αποκαλύπτουν, εν τούτοις, το εύρος και το βάθος του ερευνητικού και θεωρητικού έργου το οποίο έχει γενικότερα κατατεθεί.
Αναρωτιέμαι πως όλα αυτά μπορούν να υπάρχουν στο σημερινό ανατιναγμένο τοπίο. Δεν έχω απάντηση, γι’ αυτό και θα μιλήσω για το βιβλίο, από τη θέση αυτής που δεν είναι ειδική αλλά παρακολουθεί τον δημόσιο φεμινιστικό λόγο και τροφοδοτείται από κείμενα σαν αυτά για τα οποία σήμερα συζητούμε.
Μετα-τοπίσεις : ένας τίτλος με πολλαπλές σημασίες που θα μπορούσε να αποδώσει πολλά από τα περιεχόμενα του βιβλίου.
Μετατοπίσεις, από την άφυλη στην έμφυλη προσέγγιση του χώρου, οριζόμενου ως δημόσιου και ιδιωτικού, αναστοχασμός των ιεραρχιών των δύο σφαιρών ως μη αυτονόητων, μέσα από τις μικροϊστορίες της καθημερινής ζωής των γυναικών και της ύπαρξής τους συνολικά στο χώρο της πόλης.
Μετατοπίσεις στη θεωρία, τις ερμηνευτικές και τις μεθοδολογικές συντεταγμένες στα θέματα φύλου, θεωρητικός και αναλυτικός επαναπροσδιορισμός της έμφυλης ταυτότητας, ο οποίος αποδομεί και ανασυνθέτει τη γενική κατηγορία γυναίκες.
Μετατοπίσεις προς την έμφυλη κατασκευή, λειτουργία, πρόσληψη, σημασιοδότηση και αναπαράσταση του χώρου, σε μια θεώρηση της δυναμικής των σχέσεων και της πολλαπλότητας των γυναικείων προσεγγίσεων και διαιρέσεων, με βάση τη φυλή, την τάξη κ.λπ.
Μετατοπίσεις από την έμφυλη παραγωγή του χώρου στην αναπαραγωγή δια του χώρου έμφυλων διακρίσεων ταυτοτήτων.
Μετατοπίσεις της αρχιτεκτονικής και της πολεοδομίας προς τα διεπιστημονικά πεδία της γεωγραφίας, της ανθρωπολογίας, της ψυχανάλυσης κ.λπ. και επανασυγκρότηση, με μια σύνθετη οπτική, των δικών τους αναλυτικών εργαλείων.
Παρ’ όλ’ αυτά, όπως λέει η Σάσα Λαδά στο κείμενό της «Φύλο και χώρος : Αρχικές προσεγγίσεις και νέα ερωτήματα ή μεταξύ ορατών και αοράτων», «Σήμερα 30 χρόνια μετά την πρώτη της διατύπωση και σημαντικές αναγνώσεις, επεξεργασίες αλλά και θεωρητικές μετατοπίσεις και επαναπροσδιορισμούς, θα ήθελα να ξαναθέσω αυτή τη βασική ερώτηση : ποια είναι η σχέση ανάμεσα στην αρχιτεκτονική και το φύλο, ανάμεσα στο χώρο και τις κοινωνικές ταυτότητες» .
Σ’ αυτό το σημείο επικαλείται την ανάγκη να μην εγκλωβιστεί η σχέση αυτή σε στερεότυπες χωρικές μορφές και αντίστοιχες κατά φύλο συνδηλώσεις, που λειτουργούν απλοποιητικά, τόσο ως προς την πολλαπλότητα των έμφυλων χωρικών μορφών όσο και ως προς τη δημιουργική αποδέσμευση του χώρου από ένα στατικό έμφυλο περιεχόμενο.
Η πόλη, λοιπόν, εντοπίζεται πέραν από τους «χάρτες» και τις «μεταφορές» και δεν μπορεί « η αρχιτεκτονική μορφή να συσχετίζεται με τη μεταφορική έκφραση» των συγκεκριμένων κοινωνικών αξιών ή σχέσεων. Μιλούμε για μια σύνθετη ανάγνωση της αρχιτεκτονικής και του χώρου, όπως σύνθετα η αρχιτεκτονική και ο χώρος προσλαμβάνονται και βιώνονται από τα έμφυλα υποκείμενα και τις πολλαπλές ταυτότητες / ετερότητες γυναικών με τις οποίες αλληλοεπιδρούν.
Όπως, όμως, μας λέει η Ντίνα Βαϊου, στο κείμενό της « Ταυτότητες / ετερότητες γυναικών στην πόλη», «Η ρευστότητα των ατομικών ταυτοτήτων δεν σημαίνει ανυπαρξία προσδιορισμένων κατηγοριών φύλου, οι οποίες διαμορφώνονται μέσα από θεσμούς και αξιακά συστήματα και αποτελούν έκφραση συστημάτων κυριαρχίας».
Δεν πλέουμε, λοιπόν, στο χάος της ατομικής συνθήκης, αν και οι ατομικές αφηγήσεις της καθημερινής ζωής των γυναικών στην πόλη μάς πλοηγούν στην κατανόηση των έμφυλων διαστάσεών της μέσα από χωρικές αντιλήψεις και πρακτικές. «Ο τόπος εδώ είναι ανοιχτός σε αμφισβήτηση και σε πολλαπλές αναγνώσεις από άτομα και ομάδες με διαφορετικές προελεύσεις και εμπειρίες και όχι οριοθετημένες, καθορισμένες και στατικές», μας διαβεβαιώνει πάλι η Ντίνα Βαϊου, σίγουρη από την εμπειρία των ερευνών που διεξάγει χρόνια, αναζητώντας τις ταυτότητες / ετερότητες γυναικών στην πόλη.
Η Ρούλη Λυκογιάννη, στο πυκνό κείμενό της με τίτλο « Από τις γυναίκες στο «φύλο» και στις γυναίκες ξανά», πραγματοποιεί μια ιστορική διαδρομή στις θεωρίες του φύλου και στις παράλληλες προσεγγίσεις των σχέσεων ανάμεσα στο φύλο και την πόλη, σκοπεύοντας να ανασυγκροτήσει τις δύο έννοιες. Η περιοδολόγηση αυτή καταλήγει σε μια διπλή διαπίστωση : ναι μεν οι αναλυτικές κατηγορίες «φύλο», «ταυτότητα» και « γυναίκες» δεν είναι ούτε οικουμενικές ούτε σταθερές, καθώς αντλούνται μέσα από συνεχώς μεταβαλλόμενες εμπειρίες του χώρου, «αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχουν άπειρες διακρίσεις μεταξύ μας, ή ότι είναι τόσο ρευστές που μπορούν ν’ αποτελέσουν αντικείμενο ελεύθερης επιλογής και ραγδαίας αλλαγής».
Είπαμε ήδη ότι η διχοτομία δημόσιος χώρος / σπίτι – άνδρας / γυναίκα δεν αποδίδει ταυτότητες/ ετερότητες και σχέσεις, οι οποίες συγκροτούνται με ένα πολύπλοκο τρόπο στο χώρο. Σ’ αυτή τη βάση οι έρευνες για την κατοικία επανέρχονται πολύ πιο υποψιασμένες και θέτουν νέα ζητήματα.
Κι εδώ η Βάσω Τροβά, στο κείμενό της «Τόπος ειρήνης ή πεδίο μάχης : Η κατοικία ως έμφυλη διαπραγμάτευση», ερμηνεύει τη δομή τριών περιπτώσεων κατοικιών μέσω των έμφυλων σχέσεων ανάμεσα στους ενοίκους και μεταξύ των ενοίκων γυναικών και των άλλων που κινούνται στα όρια δημόσιου – ιδιωτικού. Στα παραδείγματα της μουσουλμανικής παραδοσιακής κατοικίας, της προσφυγικής κατοικίας στη Θήβα και της μεσοαστικής κατοικίας του μεσοπολέμου, προσεγγίζεται διαμέσου δύο χωρικών σχέσεων – του βάθους και της εποπτείας – η πεπειραμένη και καθόλου αθώα αρχιτεκτονική των κοινωνικών διαχωρισμών.
Η Σάσα Λαδά, στο κείμενό της « Μύθοι και πραγματικότητες : Το « ιδανικό σπίτι». Ο ρόλος της κατοικίας στην κατά φύλα διαίρεση του χώρου», αποδομεί το «ιδανικό σπίτι», αποκαλύπτοντας τον ρόλο της κατοικίας στην κατά φύλο διαίρεση του χώρου.
Η Χάρις Χριστοδούλου, στο κείμενό της που αφορά στις « Φεμινιστικές προσεγγίσεις κατοικήσεων στην περιφέρεια της Θεσσαλονίκης », αναζητεί « τη συγκρότηση και τα όρια της καθημερινότητας των γυναικών στο περιθώριο της ελληνικής πόλης», μελετώντας ταυτόχρονα το οικογενειακό σχήμα στο οποίο εγγράφονται οι γυναίκες ένοικοι των τριών αυτογενών οικισμών. Στις άθλιες, ως επί το πλείστον, συνθήκες κατοίκησης στους αυτογενείς αυτούς οικισμούς αναπτύσσεται ένα είδος ελάχιστης κοινοτικής κατοικίας και σχέσεων ανάμεσα στον οικισμό και τον έξω χώρο, όπως προέκυψε από τις αφηγήσεις των γυναικών, οι οποίες «αναδείχθηκαν ως σημαντικά υποκείμενά κατά την ερευνητική διαδικασία σχεδόν αυθόρμητα επί τόπου».
Για την κατοικία πάλι, η Ντίνα Βαϊου, στο κείμενό της « Ο τόπος δουλειάς και το σπίτι. Κατά φύλο καταμερισμός της εργασίας», πραγματοποιεί ένα σύνθετο εγχείρημα. Απελευθερώνει το σπίτι από τη μονοδιάστατη θεώρησή του ως βασίλειο της νοικοκυράς και προσεγγίζει την εργαζόμενη γυναίκα τόσο στο χώρο κατοικίας όσο και στην πόλη, η οποία οργανώνεται σε περιοχές σύμφωνα και με τον κατά φύλο καταμερισμό της εργασίας.
Στο πεδίο της πόλης τώρα αναφέρεται η Άννη Βρυχέα, στο κείμενό της «Κρίση «κατοίκησης» , χωρικές ανισότητες και κοινωνικός αποκλεισμός. Για έναν νέο προσδιορισμό της πολυπλοκότητας των προβλημάτων κατοικίας – γειτονιάς – πόλης», συνδέοντας την έννοια της κατοίκησης σήμερα με την κρίση του αστικού χώρου και της κατοικίας και εντάσσοντας τα παραπάνω στον γενικό υπέρτιτλο του κοινωνικού αποκλεισμού, συνθήκη την οποία βιώνει μεγάλη κατηγορία γυναικών. «Όχι μόνο ζούμε σε ένα κόσμο όλο και περισσότερο αστικοποιημένο αλλά παρακολουθούμε την επιταχυνόμενη αστικοποίηση της φτώχειας και μαζί της μια αυξανόμενη θηλυκοποίηση της φτώχειας.» Η Άννη λείπει και μας λείπει. Θα ήταν τώρα εδώ ανοιχτή και κατηγορηματική, συνθετική και αποφασισμένη, στους δρόμους και στη συζήτηση. Οι μέρες αυτού του Μαΐου φέρνουν πίσω, πολύ κοντά μας, την Άννη.
Τα κείμενα «Τοπία και τοπία της επιθυμίας: Φύλο(α) και σεξουαλικότητα (ες) στον αστικό χώρο» της Σάσας Λαδά, «Παίζοντας με την (α)διαφορία : 30 χρόνια φύλο και χώρος » της Jos Boys, «Αρχιτεκτονική – γραφή» της Jane Rendell, «Το γυναικείο σώμα ως δημόσιος τόπος», της Μυρτώς Χρονάκη, και «Μεταφράσεις του πραγματικού στη σύγχρονη αρχιτεκτονική» της Δήμητρας Χατζησάββα, συνεργούν σε μια πολυπρισματική προσέγγιση του τόπου της πόλης και της αρχιτεκτονικής, εισάγοντας τις έννοιες του σώματος, της σεξουαλικότητας, αλλά και την έμφυλη προσέγγιση ή/και κριτική της αρχιτεκτονικής.
Κλείνω την ανάγνωση των Μετα-τοπίσεων με τα κείμενα της Βάνας Τεντοκάλη «Η κοινωνική δόμηση της ταυτότητας των δύο φύλων» και «Ανιχνεύοντας το φύλο στο χώρο».
Στο πρώτο κείμενο η συγγραφέας πραγματεύεται με μεγάλη διαύγεια και σαφήνεια σε διεπιστημονικό και φιλοσοφικό πεδίο, τις μετατοπίσεις, τις προσμείξεις, τις αντιπαραθέσεις, τις συνθέσεις που συντελούνται διαχρονικά στο ζήτημα της κοινωνικής δόμησης της ταυτότητας των δύο φύλων, ξεκινώντας από τη S. De Beauvoir, περνώντας στις θεωρίες που διαπλέκονται με το φεμινιστικό κίνημα και τα κινήματα αμφισβήτησης της 10ετίας του ’60 και φτάνοντας στις θεωρίες της αποδόμησης. Το όνομα της αποδόμησης έχει δοθεί κατά τον T. Eagleton «στην κριτική διαδικασία κατά την οποία μπορούμε να υπονομεύσουμε εν μέρει ορισμένες αντιθέσεις της κοινωνίας» και η Βάνα Τεντοκάλη προτείνει «την αποδόμηση του τρόπου με τον οποίο ο άνδρας δομείται ως η θεμελιακή αρχή της κοινωνίας, η δε γυναίκα ως το αποκλεισμένο «άλλο» αυτής της αρχής». Ο όρος αποδόμηση δεν αφορά αποκλειστικά τα δύο φύλα αλλά αναφέρεται σ’ ένα φιλοσοφικό ρεύμα με βασικό εκπρόσωπό τον J. Derrida.
Στο δεύτερο κείμενό της, με τίτλο «Ανιχνεύοντας το φύλο στο χώρο. (Θραύσματα θεωρίας και εφαρμογές στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό)», η Βάνα Τεντοκάλη περνά από το γενικό πεδίο των έμφυλων σχέσεων στο φύλο του χώρου και της αρχιτεκτονικής, και πάλι θέτει στο τραπέζι αρχιτεκτονικές παραμέτρους , οι οποίες «δεν μετακινούν απλώς το αντικείμενο μελέτης και έρευνας, αλλά κυρίως, και μάλιστα πριν από αυτό, την οπτική γωνία μέσα από την οποία κατευθύνεται το βλέμμα».
Οι Μετα – τοπίσεις με έβαλαν σε μια εντατική κατάσταση γνώσης και νοητού διαλόγου και απ’ αυτή την άποψη είμαι μια τυχερή αναγνώστρια. Τελειώνοντας, θέλω ν’ ανοίξω τη συζήτηση σ’ ένα πεδίο που ζω καθημερινά μέσα από τη συμμετοχή μου στα κινήματα για την πόλη και το περιβάλλον, στα οποία πρωτοστατούν γυναίκες. Ιστορικά, οι γυναίκες έδρασαν αγωνιστικά σ’ αυτούς τους τομείς, καθώς τους καταμερίζονται οι σφαίρες της κατοικίας, της οικογένειας και της καθημερινής ζωής. Οι έρευνες συνήθως κινούνται στις εμπειρίες των γυναικών που αποκτώνται στους τόπους και τους χρόνους της καθημερινής ζωής. Στα κινήματα, όμως, όχι μόνο ανατρέπονται έμφυλοι καταμερισμοί ρόλων αλλά και (ανδρικοί) τρόποι δόμησης των συλλογικοτήτων. Τα αστικά και περιβαλλοντικά κινήματα συγκροτούν ένα σημαντικό πεδίο έρευνας για το φύλο / τα φύλα, σε στιγμές κίνησης και ρήξης των γυναικών με πολιτικά, κοινωνικά και πολιτιστικά στερεότυπα.