Ομιλία της Ελένης Πορτάλιου στην εκδήλωση για τις Ευρωεκλογές, που οργάνωσε η εφημερίδα Η Εποχή στην Πάτρα (9/5/2014). Βασίζεται σε μεγάλο μέρος στην τοποθέτηση στη συνάντηση της Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς στην Αθήνα, που οργάνωσε το Rproject (29/3/2014)  

της Ελένης Πορτάλιου  

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση η λαϊκή κυριαρχία είναι σήμερα ένα αδειανό πουκάμισο. Κατ’ αναλογίαν η δημοκρατία αποτελεί ένα κλειστό σύστημα διακυβέρνησης/επιβολής των κυρίαρχων πολιτικών που αποφασίζονται πέραν των εθνικών κοινοβουλίων, τα οποία τις επικυρώνουν, σε αδιαφανή κέντρα και ανέλεγκτους θεσμούς από τις λαϊκές τάξεις, αλλά απολύτως ελεγχόμενους από τις χρηματαγορές και την ευρωπαϊκή διεθνή του κεφαλαίου.

Πρόκειται για τον σταδιακό μαρασμό και την τραγική ήττα των μεγάλων εξεγέρσεων που συνέδεσαν την πολιτική ως υπόθεση των δρώντων κοινωνικών υποκειμένων με τη δημοκρατία του δρόμου, των συνελεύσεων, των καταλήψεων, των συμβουλίων, με όλα αυτά δηλαδή τα οποία συγκλόνισαν την ευρωπαϊκή ήπειρο – ανατολική και δυτική – στις 10ετίες 1960 και 1970. Η κληρονομιά τους ήταν το κοινωνικό κράτος, ο ριζοσπαστισμός του εργατικού κινήματος, τα νέα κοινωνικά κινήματα και το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Φόρουμ, η διεύρυνση των δημοκρατικών δικαιωμάτων, η διεκδίκηση της ισότητας και οι προοδευτικές πολιτικές για τον μετριασμό των κοινωνικών ανισοτήτων στις ταξικές ευρωπαϊκές κοινωνίες, γενικότερα ένα πνεύμα ελευθερίας και πολιτικής χειραφέτησης.

Όλ’ αυτά σήμερα φαίνονται μακρινά. Ο νεοφιλελεύθερος παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός ενοποίησε τον πρώτο, τον δεύτερο, τον τρίτο και τον τέταρτο κόσμο σε μια ομοιότροπη επικράτεια στυγνής εκμετάλλευσης της εργασίας, φτώχειας, πολέμων, καταστροφής του κλίματος και του περιβάλλοντος και κατασπατάλησης των φυσικών πόρων του πλανήτη. Οι ασκούμενες σήμερα πολιτικές που επιβάλλουν το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο Σταθερότητας και ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Εποπτείας μειώνουν δραματικά την εθνική κυριαρχία των κρατών σε δημοσιονομικά και φορολογικά θέματα. Διαλύουν ότι έχει απομείνει από το κράτος πρόνοιας για να μεταφέρουν στον ιδιωτικό τομέα την εκπαίδευση, την υγεία και τα ασφαλιστικά δικαιώματα. Εκτοξεύουν την ανεργία σε τεράστια ύψη, οδηγώντας στη φτώχεια τις λαϊκές τάξεις και σε οικονομικό μαρασμό μεγάλα τμήματα της ευημερούσας στο παρελθόν μεσαίας τάξης. Στις χώρες του νότου, ιδιαίτερα στην Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ελλάδα, συντελείται μια μαζική κοινωνική καταστροφή. Στην Ευρώπη οι τράπεζες σώζονται, το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο επεκτείνεται σε νέους κερδοσκοπικούς τομείς μακράν της πραγματικής οικονομίας, οι αγορές κατευθύνουν την παραγωγή και τις πολιτικές αποφάσεις, ένας τεράστιος πλούτος συσσωρεύεται σε ελάχιστα χέρια μέσα από ρυθμίσεις παράνομες ή υποκείμενες στα συμφέροντα της κυρίαρχης οικονομικής μειοψηφίας.

Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ένα ολιγαρχικό πολιτικό σύστημα, έναν αυταρχικό δεσποτισμό, στον οποίο ο σύγχρονος ηγεμόνας δεν είναι ορατός εκεί όπου εκδηλώνεται σήμερα η ταξική πάλη και ασκείται τυπικά η λαϊκή κυριαρχία, δηλαδή στα έθνη-κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η παραπάνω περιγραφή δεν υποτιμά τους λαϊκούς αγώνες και τις μαζικές κινητοποιήσεις, πρωτίστως στις χώρες του νότου, που έδωσαν νόημα και λαϊκότητα στην κλινικά νεκρή δημοκρατία των κυρίαρχων τάξεων, της εξουσίας και των κυβερνήσεων. Τα διεθνικά κινήματα των «πλατειών» και των «αγανακτισμένων», τα εκατομμύρια που συγκρούστηκαν με τις νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις και τις δυνάμεις καταστολής, υπερασπίζοντας την εργασία και τα δημόσια αγαθά, αποδεικνύουν ότι η κοινωνία αναπνέει μέσα από την αντίσταση και την ανάληψη ευθύνης για την επιβίωση και την αξιοπρέπεια. Επίσης, η κατίσχυση των πανίσχυρων και άτεγκτων θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης επί των εθνικών πολιτικών δεν αναιρεί σε τίποτε την ευθύνη των εθνικών κυβερνήσεων των υπό επιτήρηση χωρών που συμμετέχουν στις αποφάσεις των Βρυξελλών και ταυτόχρονα αναλαμβάνουν ρόλο εντολοδόχου και επιβλέποντα της ορθής εκτέλεσης αυτών των αποφάσεων στις χώρες τους. Προφανώς υπηρετούν τα ταξικά συμφέροντα των ολιγαρχιών της χώρας τους : των τραπεζιτών, βιομηχάνων, μεγαλοκατασκευαστών, μεγαλοκατόχων Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης  και λοιπών ισχυρών μερίδων του μεγάλου κεφαλαίου.

Η αριστερά, δίνοντας κατ’ αρχήν τις μάχες σε εθνικό επίπεδο, πρέπει να φωτίζει τη σχέση αλληλεξάρτησης εθνικής/ευρωπαϊκής πολιτικής και ν’ απαντά στις δυνατότητες διεξόδου από την κρίση υπέρ των λαϊκών τάξεων με πλήρη επίγνωση των δομικών αντιφάσεων που θ’ αντιμετώπιζε μια αριστερή ή προοδευτική κυβέρνηση εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Όπως γράφει ο Σερζ Χαλιμί, διευθυντής της Monde Diplomatique, «Η Ευρώπη εγκαινιάζει σήμερα «θέματα εκτός δημοκρατικού ελέγχου» (οικονομικά, κοινωνικά ζητήματα) στα οποία εξανεμίζονται οι διαφωνίες μεταξύ των πολιτικών κομμάτων, καθώς πρόκειται για τομείς περιορισμένης ή μηδενικής εθνικής κυριαρχίας»1. Αυτή η δυνατότητα απορρέει από την ίδια τη θεσμική αρχιτεκτονική – και θεσμική λειτουργία – της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέρος της οποίας αποτελούν η νομισματική ένωση και το νόμισμα, οι μεταβαλλόμενες επί το δυσμενέστερο ευρωπαϊκές συνθήκες, η συνταγματοποίηση του νεοφιλελευθερισμού που επιβλήθηκε με τη συνθήκη της Νίκαιας μετά τα αλλεπάλληλα δημοψηφίσματα, κ.λπ., κ.λπ.

Τόσο, λοιπόν, η ελληνική αριστερά και ειδικότερα ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και η αριστερά στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες αντιμετωπίζουν μια πολύπλοκη πραγματικότητα, που οφείλουν να κατανοήσουν για να συγκρουστούν με πανίσχυρους αντιπάλους εντός και εκτός εθνικών συνόρων. Οι λαϊκές τάξεις είναι σήμερα περισσότερο από ποτέ εκτεθειμένες σε μια εθνική και υπερεθνική επίθεση σε βάρος των στοιχειωδών τους δικαιωμάτων ενώ, ταυτόχρονα, η αυτόνομη πολιτική παρέμβαση του λαού είναι σε δυσχερή θέση στη σύγχρονη εποχή συρρίκνωσης της λαϊκής κυριαρχίας. Αυτό ακριβώς μας υποχρεώνει να ριζοσπαστικοποιήσουμε τη δημοκρατία για να απελευθερώσουμε τη λαϊκή κυριαρχία. Αυτό σημαίνει να αναγνωρίσουμε ότι η υπαρκτή δημοκρατία, αποστεωμένη στο σημερινό σύστημα διακυβέρνησης,  έχει εκκενωθεί από κάθε λαϊκό περιεχόμενο ώστε να εξακολουθούν να την επικαλούνται τόσο οι κυβερνήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και η φιλοναζιστική Ουκρανική κυβέρνηση. Αν, όμως, η δημοκρατία δεν είναι η ελευθερία της αγοράς και αν η λαϊκή ετυμηγορία είναι πολλαπλά δεσμευμένη και αποκλεισμένη δυνατότητα, τι  σημαίνει η δημοκρατία για την αριστερά σήμερα ;

Χρειάζεται να μιλήσουμε σε δύο επίπεδα : για τα ίδια τα κόμματα της αριστεράς και για τις μορφές των κοινωνικών οργανώσεων και των κινημάτων, υπό το πρίσμα της ριζοσπαστικής, θεωρητικής και πρακτικής, αριστερής παράδοσης, προσβλέποντας σε ανέκδοτες μελλοντικές δυνατότητες. Αρχικά θα πρέπει ν’ αποσυνδέσουμε τη δημοκρατία από το κράτος και να επανατοποθετήσουμε την πολιτική ως μέρος της διαδικασίας μαρασμού και, σε κάθε περίπτωση, δραστικού περιορισμού του κράτους.

Τα αστικά κόμματα αποτελούν μέρος της συγκρότησης του σύγχρονου κράτους. Στην αυταρχική συναινετική δημοκρατία, που περιγράφει ο Νίκος Πουλαντζάς λίγο πριν αυτοκτονήσει το 1979 και η οποία σήμερα έχει υποκαταστήσει τη συναίνεση με την καταστολή, τα κόμματα χάνουν σημαντικό μέρος της ισχύος τους. Η ιδεολογική τους λειτουργία έχει μεταφερθεί στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης ενώ η διαχείριση των κοινωνικών συμφερόντων, μέσω της αντιπροσώπευσής τους από τα κόμματα, αποτελεί αντικείμενο της εκτελεστικής εξουσίας.

Τα αριστερά κόμματα μετέχουν αυτής της κρίσης περιεχομένου των αστικών κομμάτων με δική τους ευθύνη. Από τη μια, συχνά υποκαθιστούν τις ιδεολογικές τους λειτουργίες με επικοινωνιακές τακτικές  που συμβιβάζονται με τον κυρίαρχο λόγο των ΜΜΕ. Από την άλλη, υποκαθιστώντας την πολιτική με τις τεχνικές της διακυβέρνησης από θέση αντιπολίτευσης, πολύ περισσότερο συμμετοχής σε κυβερνήσεις, καθίστανται εξαιρετικά συγκεντρωτικά και αρχηγικά. Απονεκρώνουν τη δημοκρατία στο εσωτερικό τους και αποσυνδέονται από την πολιτική ως έκφραση της ταξικής πάλης, η οποία διαπερνά την κοινωνία αλλά και το εσωτερικό των αριστερών κομμάτων.

Αν μιλάμε αληθινά για ταξική πάλη θα πρέπει ν’ αναγνωρίσουμε, ταυτόχρονα με τις λαϊκές τάξεις ως υποκείμενα του κοινωνικού ανταγωνισμού, τις οργανώσεις και τα κινήματα μέσω των οποίων παράγεται η πολιτική των αποκάτω ως ανταγωνιστική πολιτική. Το ζήτημα για ένα αριστερό κόμμα δεν είναι ν’ αντιπροσωπεύσει κατ’ ανάθεση τις λαϊκές τάξεις αλλά να εργαστεί, ριζοσπαστικοποιώντας τη δημοκρατία στο εσωτερικό του, για έναν αστερισμό αριστερών κομμάτων και αυτόνομων από τα κόμματα και το κράτος κοινωνικών κινημάτων, που συνθέτουν από κοινού ένα πεδίο πολιτικής ολοκλήρωσης των λαϊκών τάξεων. Ένα πεδίο διαρκώς διευρυνόμενης ριζοσπαστικά δημοκρατίας και ταυτόχρονα διαλεκτικών εντάσεων, ένα πεδίο πολυμέτωπα συγκρουσιακό με την κυρίαρχη πολιτική.

Γράφει ο Ντανιέλ Μπενσαΐντ, ο πρόωρα χαμένος και αναντικατάστατος σύντροφος, στο εξαιρετικό κείμενό του «Το διαρκές σκάνδαλο», που αποτελεί μια κριτική προσέγγιση της δημοκρατίας με μορφή διαλόγου από τον Ρουσσώ μέχρι τους θεωρητικούς του 21ο αιώνα.

«Ο Ρανσιέρ κάνει λόγο για ένα «δημοκρατικό σκάν­δαλο». Ως προς τι μπορεί να είναι σκανδαλώδης η δημοκρατία; Επειδή ακριβώς πρέπει, προκειμένου να επιβιώσει, να πηγαίνει ολοένα και πιο μακριά, να υπερ­βαίνει μονίμως τις θεσπισμένες μορφές της, να ανατρέ­πει τον ορίζοντα του καθολικού, να θέτει την ισότητα υπό τη δοκιμασία της ελευθερίας. Επειδή διαταράσσει ασταμάτητα τον αβέβαιο διαχωρισμό του πολιτικού και του κοινωνικού και αμφισβητεί ανυποχώρητα τα χτυπήματα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και τις κατα­στρατηγήσεις του κράτους εις βάρος του δημόσιου χώ­ρου και των κοινών αγαθών. Επειδή, εντέλει, οφείλει να επιδιώκει μονίμως και σε όλα τα πεδία να διευρύνει την πρόσβαση στην ισότητα και στην ιδιότητα του πολίτη. Δεν είναι λοιπόν ο εαυτός της παρά μονάχα εάν είναι πέρα ως πέρα σκανδαλώδης»2.

Η ευρωπαϊκή αριστερά δεν έχει σήμερα μια ηγεμονική πρόταση για την απελευθέρωση των λαϊκών τάξεων απέναντι στο σύγχρονο χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό και τον ακραίο νεοφιλελευθερισμό που κυριαρχούν στην Ευρώπη. Στην Ελλάδα η δυνατότητα ανατροπής της κυρίαρχης πολιτικής είναι ακόμα μια αβέβαιη στόχευση, με σημαντικές ελλείπουσες προϋποθέσεις. Ο ΣΥΡΙΖΑ, η ελληνική αριστερά, η ευρωπαϊκή αριστερά με τις εθνικές της ιδιαιτερότητες, δεν έχουν καμία πιθανότητα ν’ ανατρέψουν τις εθνικές κυβερνήσεις και ν’ αλλάξουν από κοινού την Ευρώπη αν δεν επαναθεμελιωθούν μέσα στις λαϊκές τάξεις και τους αγώνες τους. Αν δεν αναλάβουν, ριζοσπαστικοποιώντας τη δημοκρατία, την υπόθεση της λαϊκής κυριαρχίας η οποία σήμερα παραβιάζεται βάναυσα.     

Και μια και βρισκόμαστε μπροστά στις εκλογές θα καταθέσω ορισμένες σκέψεις για τα επίδικα που κρίνονται σ’ αυτές. Η θέση του ΣΥΡΙΖΑ : 3 κάλπες/1 στόχος : να φύγει η κυβέρνηση Σαμαρά, αφήνει μετέωρους τους πολιτικούς στόχους και την ανάλογη κοινωνική συμμετοχή σε κάθε μια από τις τρεις περιπτώσεις. Ας μείνουμε, όμως, στις ευρωεκλογές. Η διακήρυξη σκιαγραφεί τα δεινά που επιφέρει η σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση στη χώρα και τον λαό μας. Αναφέρεται σύντομα στην εθνική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ και στη συνέχεια περιγράφει την ιδανική Ευρώπη που επιθυμούμε. Εξ’ όσων γνωρίζουμε αυτή η εκ βάθρων ανατροπή του ευρωπαϊκού οικοδομήματος δεν προκύπτει ούτε από τον συσχετισμό δυνάμεων στο Ευρωκοινοβούλιο – που άλλωστε δεν είναι αποφασιστικός θεσμός – ούτε από κοινωνικές αντιστάσεις  ή εξεγέρσεις ανάλογες του μεγέθους της ανατροπής. Επομένως, το ουσιώδες για τον ΣΥΡΙΖΑ είναι η κατ’ αρχήν αποσαφήνιση των σημείων σύγκρουσης με τη σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση και την πολιτική της τρόϊκας. Οι ευρωεκλογές θα έπρεπε ν’ αποτελούν μέρος μιας ανοιχτής και διαρκούς διαδικασίας λαϊκής συμμετοχής για την κατανόηση της πραγματικής σύγκρουσης που θα έχουμε μπροστά μας αν η σημερινή ελληνική κυβέρνηση καταρρεύσει. Σε κάθε περίπτωση, η κατάρρευση θα πρέπει να σηματοδοτεί μια νέα αρχή στη βάση ενός σαφώς διατυπωμένου εναλλακτικού σχεδίου διεξόδου από την κρίση από το οποίο προκύπτουν και τα σημερινά σημεία σύγκρουσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ο Eric Toussaint πρόεδρος της Βελγικής Επιτροπής για την Ακύρωση του Χρέους του Τρίτου Κόσμου και ο Damien Millet, αντίστοιχα πρόεδρος της Γαλλικής Επιτροπής, σε κοινό τους άρθρο επικαλούνται μια σειρά παραδείγματα διαγραφής χρεών και στάσης αποπληρωμών χρέους καθώς και συγκεκριμένους κανόνες νομιμότητας που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο. Για παράδειγμα το άρθρο 103 της Χάρτας του ΟΗΕ διακηρύσσει τα εξής : «Σε περίπτωση σύγκρουσης των υποχρεώσεων των κρατών-μελών που προκύπτουν από την παρούσα χάρτα και των υποχρεώσεών τους από οποιαδήποτε άλλη διεθνή συμφωνία, τότε υπερισχύουν οι πρώτες». Στις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη Χάρτα περιλαμβάνονται και όσες προβλέπει το άρ­θρο 155, δηλαδή : «Η ανύψωση του βιοτικού επιπέδου, η πλήρης απασχόληση και οι συνθήκες προόδου και ανάπτυξης μέσα σε οικονομική και κοινωνική τάξη».3

Τα παραπάνω υποδεικνύουν επίπεδα παρέμβασης, ώστε να διευρύνουμε και να προετοιμάσουμε τα διεθνή στηρίγματα μιας σύγκρουσης με την Ε.Ε. Πριν απ’ αυτό ή/και ταυτόχρονα θα πρέπει να συγκεκριμενοποιήσουμε τα πρώτα βήματα εσωτερικών ανατροπών, με γνώση των παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας άμεσα και μεσοπρόθεσμα, και  των μεγάλων τομών που είναι αναγκαίες στον τραπεζικό τομέα και τη φορολογία για να ελευθερωθεί το έδαφος επί του οποίου ασκείται η πολιτική μετά την εκλογική ανατροπή. Πως τοποθετούμαστε στις ήδη προωθούμενες ιδιωτικοποιήσεις; Μιλάμε συχνά για plan B που θα μπορεί να εφαρμοστεί αν φτάσουμε σε ρήξη με την Ε.Ε. Το θέμα είναι, όμως, αν έχουμε σοβαρό plan Α ή απλώς μια κινούμενη άμμο επικοινωνιακών διατυπώσεων που αλλάζουν κατά το δοκούν.

Κανείς δεν μπορεί ν’ αποφύγει το επίδικο των ευρωεκλογών, το οποίο βεβαίως δεν είναι ούτε η περιγραφή της αθλιότητας που ζούμε, ούτε η Ευρώπη των οραμάτων μας. Το πραγματικό ερώτημα είναι σε ποια σημεία και με ποια εφόδια θα  συγκρουστούμε με την Ε.Ε.

Θα επικαλεστώ πάλι τον Serge Halimi, διευθυντή της Monde Diplomatique. Γράφει : «Η αγανάκτηση είναι άοπλη χωρίς τη γνώση των μηχανισμών που την προκάλεσαν και χωρίς πολιτικό υπόβαθρο. Οι λύσεις – να γυρί­σουμε την πλάτη στις μονεταριστικές και αποπληθωριστικές πολιτικές που επιδεινώνουν την «κρίση», να καταργηθεί πλήρως το χρέος ή ένα τμήμα του, να πάρουμε στην κατοχή μας τις τράπεζες, να υποτάξουμε το χρηματο­πιστωτικό σύστημα, να πετύχουμε την αποπαγκοσμιοποίηση, να επανακτή­σουμε τα εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ που έχασε το κράτος από τη μείωση της φορολογίας, γεγονός που ευνοεί τους πλούσιους (70 δισ. ήταν ούτε λίγο ούτε πολύ οι απώλειες στη Γαλλία την τελευταία δεκαετία) – είναι γνωστές. Και οι άνθρωποι που οι γνώσεις τους περί οικονομίας δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τις αντίστοιχες του κυρίου Τρισέ, αλλά που δεν υπηρετούν τα ίδια συμφέροντα με αυτόν, τις έχουν αναλύσει λεπτομερώς. Δεν έχουμε, επομένως, να κάνουμε τόσο με μια συζήτηση «τεχνικού» και οικονομικού χαρακτήρα , όσο με ένα πολιτικό και κοινωνικό αγώνα».4

Δουλειά των κομμάτων είναι να συμβάλλουν σ’ αυτό τον πολιτικό και κοινωνικό αγώνα. Οι ευρωεκλογές δεν είναι, λοιπόν, μια διαδικασία ανάθεσης μιας μεγάλης σύγκρουσης που κανείς πρόεδρος και κανένα επιτελείο δεν μπορούν να διεξάγουν. Είναι μέρος μιας διαδικασίας εμπλοκής των λαϊκών τάξεων και του συνόλου των πληττόμενων κοινωνικών ομάδων και στρωμάτων στη σημερινή Ελλάδα των  μνημονίων και της κρίσης.        

1, 4.  Serge Halimi, Η απάντηση στην ευρωπαϊκή κρίση είναι ο πολιτικός και κοινωνικός αγώνας, 2011,

         εκδ. εφημερίδα «Η Αυγή».

2.   Daniel Bensaid, Το διαρκές σκάνδαλο, στο «Που πηγαίνει η δημοκρατία ;», εκδ. Πατάκη.  

3.   Damien Millet, Eric Toussaint, Υπάρχει άλλη λύση ή πρέπει να πληρώνουμε το χρέος, 2011,

      εκδ. εφημερίδα «Η Αυγή».