Η άνοδος των ακροδεξιών κομμάτων και των εκτός κοινοβουλίων ακροδεξιών λαϊκιστικών κινημάτων είναι μια οδυνηρή πραγματικότητα στην Ευρώπη του μεταβιομηχανικού καπιταλισμού, της κυριαρχίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και της οικονομίας που υποτάσσεται στους θεσμικά ανέλεγκτους, κερδοσκοπικούς νόμους των αγορών.

Την Ευρωπαϊκή Ένωση γνωρίσαμε εκόντες άκοντες λόγω της κρίσης χρέους της Ελλάδας και της δυναστικής πολιτικής που άσκησε σε βάρος της εθνικής κυριαρχίας, της συνταγματικής νομιμότητας και όλων των κοινωνικών, εργασιακών, συνδικαλιστικών και ατομικών δικαιωμάτων, βυθίζοντας στη φτώχεια την ανεργία και την ύφεση τη χώρα μας. Η κυρίαρχη τάξη στην Ελλάδα και το εγκαλούμενο για διαφθορά πολιτικό προσωπικό συντάχθηκαν με τις γενικές κατευθύνσεις της ευρωπαϊκής πολιτικής, η οποία καθοδηγείται από τον γερμανικό ακραίο νεοφιλελευθερισμό, σε μια γραμμή που είναι σήμερα σαφής με τα τελευταία σχέδια Μέρκελ – Σαρκοζί, και αφορά στη στήριξη της Ευρωζώνης των ισχυρών μέσω της απόλυτης κυριαρχίας του κεφαλαίου επί της εργασίας και της οικονομίας των αγορών επί της ευημερίας των λαών και της επιβίωσης του πλανήτη.

Η κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού στην Ευρώπη έγινε δυνατή μετά την πτώση των καθεστώτων του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού και την αναδίπλωση της ευρωπαϊκής αριστεράς, παράλληλα με τη μετάλλαξη των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Η ανάπτυξη της πολιτικής δημοκρατίας συνδεέται ιστορικά, από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης, με θέματα κοινωνικής δικαιοσύνης και κοινωνικών συμβολαίων, επομένως ο νεοφιλελευθερισμός είναι καταστατικά ασύμβατος με τη λειτουργία της δημοκρατίας, καθώς κηρύσσει τον γενικευμένο ανταγωνισμό και την κατάργηση κάθε κοινωνικής προστασίας. Εξάλλου,  η προσχώρηση στην καταναλωτική λογική ευρύτατων λαϊκών στρωμάτων, με δάνεια εισοδήματα και η ψευδαίσθηση μιας γενικής καταναλωτικής ευημερίας, συνέργησαν στη διάλυση των παραδοσιακών κοινωνικών δικτύων, απαξιώνοντάς τα ως αναχρονιστικά στην εποχή της βασιλείας του ατόμου. Σ’ αυτό το έδαφος επωάστηκε το αυγό του φιδιού – η ανάκαμψη και η άνοδος των ακροδεξιών κομμάτων.    

Τα ακροδεξιά κόμματα κάνουν αισθητή την παρουσία τους στην Ευρώπη από την εποχή του μεσοπολέμου – με τον φασισμό και το ναζισμό – μέχρι σήμερα, διαρκώς μεταλλασσόμενα και προσαρμοσμένα στις ιστορικές συνθήκες και συγκυρίες. Η επιρροή τους περιορίστηκε την περίοδο μετά τον πόλεμο, λόγω της ήττας του ναζισμού και του φασισμού, της ανάπτυξης των λαϊκών και εργατικών κινημάτων και της ευνοϊκής αλλαγής των συσχετισμών υπέρ του κοινωνικού κράτους, των δημοκρατικών θεσμών και των ατομικών δικαιωμάτων. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’80, για τους λόγους που προανέφερα, ανακάμπτουν και ανακτούν ιδεολογικά ερείσματα πρωτίστως στα λαϊκά και λιγότερα μορφωμένα κοινωνικά στρώματα και στον ανδρικό έναντι του γυναικείου πληθυσμού.

Παρ’ ότι ενσωματώνουν και δημιουργούνται από κατάλοιπα του ναζισμού και του φασισμού και ακροδεξιές ομάδες παρακρατικής δράσης, τα ακροδεξιά κόμματα δεν προτείνουν την εγκαθίδρυση μονοκομματικής δικτατορίας, υπονομεύουν, όμως, με πολλούς τρόπους τη δημοκρατία, η οποία έχει ήδη εκφυλιστεί σε ολιγαρχική διαχείριση, που επιβάλλεται με θεσμικά και μη θεσμικά κατασταλτικά της λαϊκής κυριαρχίας μέσα. Επίσης, πλην εξαιρέσεων, συνήθως ρητορικών, δεν προπαγανδίζουν επεκτατικούς πολέμους. Ενίοτε, όμως, θέτουν θέμα αλλαγής συνόρων μέσω αλυτρωτικών αιτημάτων. Παράδειγμα το κόμμα της Μεγάλης Ρουμανίας και το Ουγγρικό Jobbik που ζητούν επαναχάραξη συνόρων, σύμφωνα με το παρελθόν των χωρών τους.  

Τα ακροδεξιά κόμματα ρίζωσαν στα θύματα της νεοφιλελεύθερης οικονομίας, που πλήττονται και ωθούνται στο κοινωνικό περιθώριο. Χαρακτηριστική είναι η άνοδος των «Αληθινών Φινλανδών», ενός όχι τυπικού ακροδεξιού κόμματος, μοναδικού νικητή των τελευταίων εκλογών στη Φινλανδία, που εισέπραξε ψήφο διαμαρτυρίας κατά των συστημικών κομμάτων και υπέρ της χρυσής 10ετίας του ’80, όταν η Φινλανδία, πριν προσχωρήσει στο νεοφιλελευθερισμό, είχε τις μικρότερες εισοδηματικές διαφορές, υψηλή φορολόγηση των πλουσίων και ένα δημόσιο τομέα από τους καλύτερους στον κόσμο. 

Απέναντι στη διευρυνόμενη ιδεολογική ρευστότητα και εξατομίκευση, η νέα άκρα δεξιά υπερθεματίζει σε κοινές συλλογικές ταυτότητες, που εντάσσουν σε κοινές ιδεολογικές αναπαραστάσεις τις εξατομικευμένες και περιδεείς κοινωνικές μονάδες των «χαμένων». Η συγκολλητική ύλη είναι το έθνος, όχι ως φορέας λαϊκής κυριαρχίας ή πεδίο ταξικής πάλης, αλλά ως ενοποιητικό στοιχείο μιας εθνοτικά και πολιτισμικά ομογενοποιημένης, κρατοκεντρικής κοινωνίας, η οποία ορθώνει τείχη αντιπαλότητας και μίσους προς άλλα έθνη. Ο λαϊκίστικος αντιευρωπαϊσμός και η καταγγελία της παγκοσμιοποίησης προκύπτουν από τον εθνικισμό και οδηγούν ακόμα και στην απόρριψη της ΕΕ και της συνθήκης του Μάαστριχτ, όπως έγινε με το Γαλλικό Λεπενικό Κόμμα. Ο ρατσισμός, ιδεολογικός αλλά και εμπράγματος, είναι απόρροια αυτού του εθνικισμού. Εχθροί του έθνους δεν είναι οι Εβραίοι, αν και ο αντισημιτισμός δεν έχει εξαλειφθεί, αλλά οι μετανάστες οι οποίοι δημιουργούν την ανεργία και την φτώχεια και μολύνουν τις εθνικές παραδόσεις.

Άλλα κοινά χαρακτηριστικά των ακροδεξιών κομμάτων είναι η εμμονή τους στο νόμο, την τάξη και την καταστολή, η προσήλωση στις παραδοσιακές αξίες της θρησκείας και της οικογένειας, η καχυποψία και αντίδραση απέναντι στα ατομικά δικαιώματα, στη διαφορά και την ελευθερία του λόγου.

Ακροδεξιά κόμματα υπάρχουν σήμερα σχεδόν παντού σε δυτική και ανατολική, βόρεια και νότια Ευρώπη, αλλά και όπου είναι περιθωριακά, υπάρχουν και δρουν ακροδεξιές παρακρατικές ομάδες.

Τα νέα αυτά μεταβιομηχανικά κόμματα, πλην των κοινών τόπων του εθνικισμού, του ρατσισμού και του κοινωνικού συντηρητισμού, εμφανίζουν διαφορές και χαρακτηρίζονται από ένα συνονθύλευμα αντιφατικών ιδεολογικών στοιχείων και προτάσεων, που αποδίδονται στις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε χώρας, στη συγκυρία και στη σχέση τους με το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα, ιδιαίτερα στη θέση τους εντός ή εκτός κυβέρνησης.

Είναι γεγονός ότι, όταν τα δύο βασικά συστημικά πολιτικά ρεύματα στην Ευρώπη – η δεξιά και η μεταλλαγμένη σοσιαλδημοκρατία – έχουν ενδώσει σε πολλά ιδεολογικά και προγραμματικά στοιχεία, αλλά και πολιτικές των ακροδεξιών κομμάτων,  οι διαχωριστικές γραμμές είναι ασαφείς και ρευστές και σταδιακά τα ακροδεξιά κόμματα γίνονται αποδεκτά ως ισότιμα μέλη του πολιτικού συστήματος.

Έτσι, έχουμε τις περιπτώσεις συγκυβέρνησης : στην Ιταλία με τη «Λίγκα του Βορρά» που μετείχε στην κυβέρνηση Μπερλουσκόνι, στην Αυστρία, το 2000, με τον κυβερνητικό συνασπισμό μεταξύ του Λαϊκού Κόμματος και του Ακροδεξιού Φιλελεύθερου Κόμματος του Χαϊντερ και, πρόσφατα, στην Ελλάδα με τη συγκυβέρνηση  ΠΑΣΟΚ- ΝΔ- ΛΑΟΣ.

Για το ΛΑΟΣ θα δώσουμε ένα εκτενέστερο στίγμα. Στελέχη του κατάγονται από φασιστικές και ναζιστικές ομάδες και ο ίδιος ο αρχηγός του είναι θαυμαστής του Μεταξά. Κόμμα, εν πολλοίς, δημιούργημα των ΜΜΕ για να ελεγχθούν οι εξελίξεις του δικομματισμού, είναι εξαιρετικά ευπροσάρμοστο και ελίσσεται κατά τις περιστάσεις Εξ’ ού και ο Καρατζαφέρης χαρακτηρίζεται ως κωλοτούμπας. Δίδοντας διαπιστευτήρια νομιμότητας και αποδοχής του συνταγματικού πλαισίου, κυρίως με την ψήφιση του μνημονίου και τη θερμή εξ αρχής προπαγάνδιση της κυβέρνησης  εθνικής ενότητας, το ΛΑΟΣ κατάφερε όχι μόνο να γίνει μέρος του κυρίαρχου πολιτικού συστήματος αλλά και να λειτουργεί καθοριστικά στις επιλογές του. Παρ’ όλ’ αυτά εξακολουθεί να κινείται σε δύο επίπεδα. Στο λαϊκό του ακροατήριο μέσω προσκείμενων εντύπων και καναλιών, αμφισβητεί ότι ο Γλέζος και ο Σάντας κατέβασαν τη γερμανική σημαία από την Ακρόπολη ενώ σε ανοιχτές εκδηλώσεις υποδαυλίζει επιθέσεις κατά μεταναστών. Σήμερα, μετά τη συμμετοχή του στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας και την πλήρη αποδοχή του μνημονίου, το ΛΑΟΣ χάνει το παραδοσιακό του ακροατήριο, που στρέφεται προς τη Χρυσή Αυγή, η οποία έχει όλα τα παρακρατικά χαρακτηριστικά και τη δολοφονική βία ακροδεξιάς ομάδας, ενώ ταυτόχρονα διεκδικεί θέση στη Βουλή και την αυτοδιοίκηση. Η Χρυσή Αυγή είναι ακραιφνώς εθνικιστική, αντιμνημονιακή, αντιευρωπαϊκή, αντιπαγκοσμιοποιητική και φιλεργατική.

Όσον αφορά τα οικονομικά και εργασιακά ζητήματα, το ΛΑΟΣ έχει απομακρυνθεί από τους «χαμένους» του νεοφιλελευθερισμού, έχοντας υιοθετήσει ακόμα χειρότερα από τα σημερινά μέτρα όπως κατάργηση της φορολογίας των αυτοκινήτων πολυτελείας, μηδενική φορολογία επιχειρήσεων, άνευ όρων νομιμοποίηση του μαύρου χρήματος, κατάργηση του «πόθεν έσχες», δημιουργία φορολογικού παράδεισου στην Ελλάδα, κατάργηση των συνδικάτων και μεταφορά των δημοσίων υπαλλήλων στα εργοστάσια με ανάληψη της πληρωμής τους από το κράτος.

Από όλα όσα ανέφερα είναι σαφές ότι η κρίση ενίσχυσε τα ακροδεξιά κόμματα στην Ευρώπη, άσχετα με το αν βρίσκονται εντός ή εκτός συστήματος και συνέβαλε στην αποδοχή – εφαρμογή πολλών από τις θέσεις τους από το εθνικό και ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα.

Τι να κάνουμε λοιπόν;

Η θέση μου αναφέρεται στην προσέγγιση της αριστεράς. Είναι θέση αρχής, ταυτότητας και στρατηγικής και αφορά ειδικότερα στους μετανάστες, καθότι σήμερα είναι η μέρα τους. Οι μετανάστες που αποτελούν τα κατ’ εξοχήν θύματα του ακροδεξιού ρατσισμού, βρίσκονται τελευταίοι στη μακριά σειρά των κολασμένων της γης. Η θέση μας πρέπει να είναι στο πλευρό των αποκάτω συνολικά και η προσπάθειά μας να συνίσταται στην ενότητα και την αλληλεγγύη μεταξύ τους. Μπορεί η κρίση να χωρίζει τους ανθρώπους αλλά ταυτόχρονα έχει αρχίσει να τους ενώνει. Ποιος θα περίμενε ότι η πλειοψηφία του κόσμου στην Ελλάδα θα υποστήριζε τους ταξιτζήδες. Ότι ο κυβερνητικός λόγος κατά των δημοσίων υπαλλήλων δεν πιάνει πια. Ότι για την κατάρρευση του συστήματος υγείας δεν εγκαλούνται οι γιατροί με τα φακελάκια αλλά η πολιτική του Λοβέρδου. Ίσως μπορούμε σήμερα να μιλήσουμε για τους μετανάστες και να μιλήσουν οι μετανάστες με διαφορετικούς όρους, εξαιτίας των ρωγμών που δημιουργεί η κρίση στις αντιλήψεις και τις πρακτικές των θυμάτων της. Τώρα, που πλήττονται εργασιακά, κοινωνικά και δημοκρατικά δικαιώματα αδιακρίτως, ήρθε η ώρα να αγωνιστούμε για να πέσουν οι διαχωριστικές γραμμές συνολικά μεταξύ των λαϊκών τάξεων και να επαναχαραχθούν νέες ανάμεσα στους εκμεταλλευόμενους και τους εκμεταλλευτές τους.