Γενικά (Θεωρητικά) Προλεγόμενα
Οι πόλεις αποτέλεσαν πάντα διακριτές οντότητες, τόπους παραγωγής και κατανάλωσης, κοινωνικούς πυκνωτές και πεδία εκδίπλωσης του κοινωνικού ανταγωνισμού και της πολιτικής, στο πλαίσιο των εθνικών και διεθνικών πολιτικών και των συγκεκριμένων στο χρόνο ιστορικών τάσεων. Με απόλυτη ( πόλη – κράτος ) ή σχετική, μεγαλύτερη ή μικρότερη, αυτονομία από ευρύτερες θεσμικές συγκροτήσεις στην ιστορική τους διαδρομή , οι πόλεις εξακολουθούν σήμερα να έχουν ρόλο στο πλαίσιο του νεοφιλελεύθερου παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού.
Όπως αναφέρει η Saskia Sassen οι ( σύγχρονες ) αλλαγές εκφράστηκαν στη μεταβολή της δομής της παγκόσμιας οικονομίας και έλαβαν μορφές ανάλογες με τους ιδιαίτερους τόπους. Αλλαγές που σήμερα μας είναι οικείες, όπως η απογύμνωση βιομηχανιών κέντρων κάποτε ισχυρών , η επιταχυνόμενη εκβιομηχάνιση των χωρών του γ’ κόσμου και η γρήγορη διεθνοποίηση της χρηματιστικής οικονομίας σε ένα διεθνές δίκτυο συναλλαγών, άλλαξαν τη σχέση των πόλεων με τη διεθνή οικονομία ( Sassen, 1991 ).
Απόψεις που έβλεπαν μια γενικευμένη αποκέντρωση ή /και αποαστικοποίηση , βασισμένη στις δυνατότητες ανάπτυξης της πληροφορικής και των σύγχρονων τηλεπικοινωνιών και μεταφορών, επομένως αποδυνάμωση των πόλεων, δεν επαληθεύτηκαν. Ανακαλύπτουμε ότι οι υλικές συνθήκες, οι παραγωγικοί τόποι και η πρόσδεση στον τόπο είναι , επίσης, μέρος της παγκοσμιοποίησης και της οικονομίας της πληροφορίας ( Sassen,1991). Η χωρική διασπορά , από τη μια, η οποία δημιουργεί μια ανάγκη για εκτεταμένο οικονομικό έλεγχο και διαχείριση , οι διεθνικές ολοκληρώσεις και οι διεθνείς οικονομικές τάσεις, από την άλλη, επιφυλάσσουν νέους ρόλους για τις πόλεις , ρόλους που συνυφαίνονται με τις τοπικές ιδιαιτερότητες και την ιστορική συγκρότηση κάθε πόλης χωριστά.
Οι πόλεις έχουν μπει σε μια διαδικασία εσωτερικής αναδόμησης, η οποία αλληλοτροφοδοτείται ,με τη θέση τους στα εθνικά, περιφερειακά και ευρύτερα διεθνικά δίκτυα και επιδιώκουν, στο πλαίσιο τους μεταξύ τους ανταγωνισμού, την απόσπαση οικονομικών δραστηριοτήτων, που αντιστοιχούν και απευθύνονται σε «εξωγενείς » κινητήριες ωθήσεις. Αυτή η εξωστρέφεια δεν καταργεί καθόλου τις «ενδογενείς» ή εντός των εθνικών πλαισίων παραγωγικές και ευρύτερα οικονομικές λειτουργίες κάθε πόλης και, άλλωστε, ακριβώς η συνύφανση και διαπλοκή των εξωτερικών / εσωτερικών διαδικασιών διαμορφώνουν τη νέα ταυτότητα των πόλεων.
Στο πλαίσιο αυτών των εξελίξεων οι Peter Marcuse και Ronald van Kempen , για να περιγράψουν τα φαινόμενα αναδόμησης των πόλεων, χρησιμοποιούν τη διατύπωση «globalizing cities» ( « παγκοσμιοποιώντας τις πόλεις ») που , από τη μια , αποδίδει την έννοια της διαδικασίας , της μεταβολής εν τω γίγνεσθαι και όχι της σταθεροποίησης ενός μοντέλου και , από την άλλη, επιτρέπει να σκεφτούμε δύο διαφορετικά σημεία : ότι δηλαδή οι διαδικασίες της παγκοσμιοποίησης έχουν ακουμπήσει σχεδόν όλες τις πόλεις και ότι η εμπλοκή σ’ αυτές τις διαδικασίες δεν είναι θέμα να βρίσκεσαι στην κορυφή ή τον πυθμένα αλλά περισσότερο θέμα της φύσης και της έκτασης της επίδρασης της διαδικασίας. ( Μarcuse, van Kempen, 2000 )
Δεν ισχυριζόμαστε, γράφουν οι Marcuse και van Kempen , ότι η φύση αυτής της εμπλοκής είναι ομοιόμορφη και ούτε , φυσικά , ότι όλες οι πόλεις συγκλίνουν σ’ ένα μοναδικό μοντέλο « παγκοσμιοποιημένης » πόλης.
Τελικά, ο όρος global city ( διεθνής πόλη ) αποδίδεται από την Sassen στις πόλεις που βρίσκονται στην κορυφή μιας ιεραρχίας πόλεων και ειδικότερα στη Νέα Υόρκη , το Λονδίνο και το Τόκιο οι οποίες έχουν υποστεί μαζικές και παράλληλες αλλαγές στην οικονομική τους βάση, τη χωρική οργάνωση και την κοινωνική δομή, διαδραματίζουν, σήμερα ένα στρατηγικό ρόλο και λειτουργούν ως μεγάλης συγκέντρωσης σημεία λήψης αποφάσεων στην παγκόσμια οικονομία, ως τόποι κλειδιά για τα …. και για εξειδικευμένες εταιρίες υπηρεσιών, ως τόποι παραγωγής και παραγωγής καινοτομιών και ως αγορές προϊόντων και καινοτομιών.
Ο όρος διεθνής πόλη οριοθετείται, λοιπόν, συγκεκριμένα και δεν ορίζει είτε την εμπλοκή μιας πόλης στο παγκόσμιο σύστημα γενικά, πολύ περισσότερο τις πολιτικές ή /και ιδεολογικές επιδιώξεις για τον ρόλο μιας πόλης στο διεθνή ανταγωνισμό.
Με ανάλογη, ευρύτερη δυναμική μπορούν να θεωρηθούν πόλεις , όπως το Παρίσι , η Φρανκφούρτη , το Λος Άντζελες ή το Σαν Πάολο και το Χονγκ Κονγκ , αλλά, πάντως, όλες οι πόλεις, παρακμάζουσες ή αναδυόμενες δυναμικά, εμπλέκονται στη δίνη των ανασυγκροτήσεων με διεθνές και τοπικό πρόσημο. Διαδραματίζουν ρόλους σε σχέση με την εθνική ενδοχώρα, τις διεθνικές και περιφερειακές ευρύτερες συγκροτήσεις, σε σχέση με μικρότερες οικονομικές αγορές, με την επέκταση της εκβιομηχάνισης, με την παροχή υπηρεσιών και τη διευρυμένη ανασύσταση του τριτογενούς τομέα .
Εδώ μπορούμε να περιγράψουμε εκτενέστερα αυτές τις εκδοχές , πρέπει να εισάγουμε τον όρο μητρόπολη που είναι και θέμα του συνεδρίου.
Τελικά ,οι διαδικασίες της οικονομικής παγκοσμιοποίησης επανασυστήνονται ως συγκεκριμένα συμπλέγματα παραγωγής, τα οποία τοποθετούνται σε ιδιαίτερους τόπους που περιέχουν μια πολλαπλότητα δραστηριοτήτων και συμφερόντων, πολλά μη συνδεδεμένα με τις παγκόσμιες διαδικασίες. Το να εστιάζουμε στις πόλεις μας επιτρέπει να εξειδικεύουμε μια γεωγραφία στρατηγικών τόπων σε παγκόσμια κλίμακα, όπως και τις μικρογεωγραφίες και τις πολιτικές που εκδηλώνονται σ’ αυτούς τους τόπους
(Sassen, 2000 )
Επιπλέον, μπορούμε να σκεφτούμε ότι οι εξελίξεις της οικονομικής παγκοσμιοποίησης συγκροτούν νέες γεωγραφίες κεντρικότητας, που τέμνουν τις παλιές διαιρέσεις φτωχές / πλούσιες χώρες και νέες γεωγραφίες περιφερειακότητας, που επίσης τέμνουν τη διαίρεση φτωχές / πλούσιες. ( Sassen 2000 )
Το κυριότερο, όμως, είναι ότι μπορούμε μέσω των πόλεων να εμβαθύνουμε στις κοινωνικές συγκροτήσεις και να δούμε τα κοινωνικά υποκείμενα των οικονομικών διαδικασιών, τις κυρίαρχες και κυριαρχούμενες τάξεις και κοινωνικές ομάδες που δρουν στο χώρο , στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή.
Ανεργία, μαζικοποίηση χαμηλά αμειβόμενων, ανασφάλιστων και επισφαλών θέσεων εργασίας, μετανάστευση, κοινωνικές πολώσεις με βάση την τάξη, τη φυλή, το φύλο , τη θρησκεία, την εθνότητα ή την κουλτούρα , οικολογική ανισορροπία και πολιτιστική ομογενοποίηση, όλα αυτά τα φαινόμενα, παραδοσιακά ή πολύ σύγχρονα αναφύονται και μπορούν να καταγραφούν και να ερμηνευτούν στο έδαφος των πόλεων.
Παράγωγο αλλά και κινητήρας των οικονομικοκοινωνικών διαδικασιών που περιγράψαμε είναι η χωρική τάξη των πόλεων, η οποία αφορά τις κεντρικές περιοχές και την περιφέρεια, την ταξική γεωγραφία και τους χωρικούς αποκλεισμούς, την προσβασιμότητα στην κατοικία , τις κοινωνικές υποδομές και τα συλλογικά αγαθά.
Οι Peter Marcuse και Ronald van Kempen έθεσαν προς διερεύνηση το ερώτημα υπάρχει μια νέα χωρική τάξη στις πόλεις , σ’ ένα αριθμό ερευνητών διαφορετικών πόλεων και στη βάση των μελετών τους κατέληξαν στο συμπέρασμα : το αν η κλίμακα της αλλαγής, που καθαρά επιταχύνεται, αν δεν δικαιολογείται, από την παγκοσμιοποίηση είναι αρκετή ώστε να αποκαλέσουμε το αποτέλεσμα μια νέα χωρική τάξη τίθεται υπό κρίση. Το συμπέρασμά μας είναι ότι όχι. Ούτε ο καθορισμός των δομικών στοιχείων της πόλης διαφέρει ριζικά από ό, τι είχε υπάρξει σε προηγούμενες περιόδους, τα τελευταία εκατό ή διακόσια χρόνια (Marcuse, van Kempen, 2000)
Βέβαια, οι δύο συγγραφείς, κωδικοποιώντας μορφές χωρικών αποκλεισμών όπως φρούριο, γκέτο, εσώκλειστο κ.λ.π., αναφέρονται κυρίως σε πόλεις της Αμερικής και του γ΄ κόσμου. Τέτοιες χωρικές πολώσεις δεν υπάρχουν στην Ευρώπη χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν συναντάμε και εδώ αποκλεισμούς ή περιχαρακώσεις ή άξονες διαχωρισμού πλουσίων / φτωχών. Η Αθήνα εμφανίζει μια πολύ μεγαλύτερη ομοιογένεια ως προς την κοινωνικοταξική χωρική της διάσπαση έναντι πόλεων χωρικά πολωμένων με βάση ταξικές , φυλετικές , εθνικές διαιρέσεις.
Οι Marcuse και van Kempen διαπιστώνουν τελικά τρεις τομείς χωρικών αλλαγών στις πόλεις : ενίσχυση των δομικών, χωρικών διαιρέσεων με αυξανόμενη ανισότητα ανάμεσά τους και αυξανόμενη περιτείχιση του καθενός, ιδιαίτερες νέες χωρικές διαμορφώσεις μέσα στις διαιρέσεις και ένα σύνολο « soft » τόπων στους οποίους λαμβάνει χώρα η αλλαγή (παράλια μέτωπα, κεντρικές περιοχές παραγωγής, καφέ γήπεδα – προηγούμενα βιομηχανικοί χώροι, κεντρικές περιοχές γραφείων και κατοικίας, κεντρικές περιοχές διασκέδασης και τουριστικοί χώροι, συγκεντρώσεις κοινωνικής κατοικίας, τοποθεσίες στις παρυφές των κεντρικών περιοχών επιχειρήσεων, ιστορικές κατασκευές, δημόσιοι χώροι). (Marcuse, van Kempen, 2000).
Η χωρική αναδυόμενη τάξη των πόλεων δεν απορρέει απλά από τη ζήτηση νέων κέντρων υπηρεσιών, κατοικίας υψηλών εισοδημάτων και ανέσεων που τη συνοδεύουν, στο πλαίσιο των διεθνών οικονομικών ανακατατάξεων ή νέων εγκαταστάσεων αναψυχής, πολιτισμού και τουρισμού, στο πλαίσιο του ανταγωνισμού των πόλεων. Η κερδοσκοπία στη γη και τα ακίνητα αποτελεί και αυτοδύναμο τομέα επενδύσεων με επιπτώσεις , όπως στην περίπτωση της Αθήνας μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες, στο κόστος στέγασης των λαϊκών τάξεων, των μικρών επιχειρήσεων και των επαγγελματιών. Όπως μας θυμίζει ο David Harvey πρόκειται για μια παλιά πραγματικότητα : στον καπιταλισμό, υπάρχει ένας διηνεκής αγώνας κατά τον οποίο το κεφάλαιο κατασκευάζει ένα φυσικό τοπίο, προσαρμοσμένο στη δική του συνθήκη σε μια ιδιαίτερη χρονική στιγμή, μόνο για να το καταστρέψει, συνήθως στον κύκλο των κρίσεων, σε μια επόμενη στιγμή στο χρόνο. Η χρονική και γεωγραφική άμπωτις και πλημμυρίδα των επενδύσεων σ’ ένα δομημένο περιβάλλον μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο με όρους μιας τέτοιας διαδικασίας .
Μήπως πρέπει εισαγωγικά ( προοίμιο )να γράψουμε τιμής ένεκεν το παρακάτω κείμενο του Soja ;
Ως αποτέλεσμα αυτού του απεριόριστου και της «επαναδιεθνοποίησης» του χώρου της πόλης, έχει γίνει περισσότερο δύσκολο από ποτέ πριν το να ξεμπλέξουμε τις λεγόμενες «εσωτερικές διεργασίες» – οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές, ψυχολογικές –ενδογενώς, που σημαίνει μέσω αυτών που συμβαίνουν τοπικά, εντός των συμβατικά ορισμένων συνόρων. Οι πρακτικές της καθημερινής ζωής, η δημόσια επικράτεια του σχεδιασμού και της διακυβέρνησης, η διαμόρφωση της αστικής κοινότητας και της αστικής πολιτικής κοινωνίας, οι διαδικασίες της αστικής και περιφερειακής οικονομικής ανάπτυξης και η αλλαγή, η αρένα της αστικής πολιτικής, η συγκρότηση του αστικού φαντασιακού και ο τρόπος με τον οποίο η «πόλη» αναπαρίσταται, όλ’ αυτά επηρεάζονται όλο και πιο πολύ από παγκόσμιες επιδράσεις και περιορισμούς, που μειώνουν σημαντικά αυτό που θα μπορούσαμε ν’ αποκαλέσουμε εννοιολογική αυτονομία του αστικού .