Το δικαίωμα στην πόλη, τα κοινωνικά κινήματα και η τοπική αυτοδιοίκηση με την οπτική της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής αριστεράς
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εποχή, 6 / 5 / 2005
Οι πόλεις και οι οικισμοί συγκροτούν πολιτικές κοινότητες που διατρέχονται από ανταγωνιστικές κοινωνικές επιδιώξεις αλλά διαμορφώνουν και κοινούς τόπους για μεγάλες πλειοψηφίες ή / και το σύνολο των πολιτών τους.
Παρά την κρίση τους και τα εκφυλιστικά φαινόμενα στη διαχείριση της εξουσίας, που χαρακτηρίζουν σήμερα τους αυτοδιοικητικούς θεσμούς, όπως άλλωστε και το κεντρικό κράτος , η αποκέντρωση του κράτους με αυτοδιοίκηση εξακολουθεί να έχει νόημα για την αριστερά. Η αιρετή αυτοδιοίκηση στην περιφέρεια , το νομό και τον δήμο αποτελεί προνομιακό πεδίο εκδίπλωσης κοινωνικών αιτημάτων , συγκρότησης, πολιτικών που αφορούν μικρά και μεγάλα προβλήματα της καθημερινής ζωής , συμμετοχής των πολιτών και ελέγχου των αιρετών εκπροσώπων
Σε ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ιταλία και η Γαλλία, η αριστερά έχει δώσει σε συνθήκες ισχυρού κοινωνικού κράτους δείγματα γραφής πρότυπης διακυβέρνησης τόσο σε επίπεδο προγράμματος όσο και εφαρμοσμένων πολιτικών και δυνατοτήτων συμμετοχής. Οι λιγότερο συγκεντρωτικές, έναντι του κεντρικού κράτους, αποκεντρωμένες κρατικές δομές της αυτοδιοίκησης, σ’ ένα περιβάλλον άνθισης και απίστευτης μαζικότητας πλήθους κοινωνικών οργανώσεων, οδήγησαν στη δημιουργία σημαντικών κοινωνικών και πολιτιστικών υποδομών.
Στην Ελλάδα, προδικτατορικά καθώς και κατά την πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο, αρκετοί δήμοι αποτέλεσαν πολιτικά κέντρα της αριστεράς ή των δημοκρατικών δυνάμεων. Αποστερημένοι , όμως, από πόρους και αρμοδιότητες δεν είχαν πολλά περιθώρια άσκησης εφαρμοσμένης πολιτικής και οικονομικής αυτονομίας από το κεντρικό κράτος.
Το ΠΑΣΟΚ πραγματοποίησε θεσμικές αλλαγές στην τοπική αυτοδιοίκηση στην πρώτη και την πρόσφατη περίοδο διακυβέρνησής του , οι οποίες πρέπει να αποτιμηθούν με συστηματικό τρόπο. Το μεταπολιτευτικό τοπίο έχει αλλάξει σήμερα ριζικά. Πέραν των θεσμικών αρμοδιοτήτων και των πόρων, που διαθέτουν οι αυτοδιοικητικοί θεσμοί, χρειάζεται να αποτιμήσουμε την εφαρμογή του Καποδίστρια, τις επιπτώσεις του νεοφιλελευθερισμού στις ασκούμενες πολιτικές καθώς και προβλήματα γραφειοκρατικής, αδιαφανούς λειτουργίας των τοπικών κοινοβουλίων και των δημάρχων όπως και φαινόμενα διαπλοκής με ομάδες συμφερόντων ή ισχυρούς κοινωνικούς παράγοντες.
Απ’ όσο γνωρίζουμε εμπειρικά μια σειρά δημοκρατικές θεσμικές λειτουργίες, όπως αυτές των συνοικιακών συμβουλίων, έχουν αφυδατωθεί. Ταυτόχρονα, όμως, εμφανίζονται κινήσεις πολιτών μόνιμου ή περιστασιακού χαρακτήρα, που ενεργοποιούνται σε θέματα προάσπισης δημόσιων αγαθών , δημόσιων χώρων της πόλης , του περιβάλλοντος κ.λ.π.
Η ΑΚΟΑ δεν διαθέτει από μόνη της τις αναγκαίες προσβάσεις και εμπειρίες για μια βαθιά και ουσιαστική κριτική αποτίμηση. Για να μην αποδυθούμε σε εύκολες καταγγελιολογίες χρειάζεται να επιδιώξουμε τη συζήτηση και τον διάλογο σε ένα ευρύτατο κύκλο στο πλαίσιο του ΣΥΡΙΖΑ, της Πρωτοβουλίας, των κινημάτων πόλης και των ανθρώπων που ενεπλάκησαν ως εκλεγμένοι ή με άλλο τρόπο στους θεσμούς.
Το μεγάλο πρόβλημα των δυνάμεων της δικής μας αριστεράς, που σήμερα συνδιαλέγονται, είναι ότι δεν έχουν σταθερή παρέμβαση στην αυτοδιοίκηση, ούτε και ευρύτερα στην πόλη, ώστε να δημιουργούν παράδοση, να εντάσσουν και να κινητοποιούν νέους ανθρώπους. Ιδιαίτερα οι δημοτικές και νομαρχιακές παρατάξεις που έλαβαν μέρος στις εκλογές , πολύ περισσότερο αυτές του Συνασπισμού οι οποίες εξυπηρέτησαν τη συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ, αλλά και κάποια σχήματα τα οποία στήριξαν αυτόνομες καθόδους, δεν έχουν εσωτερική ζωή και συστηματική κοινωνική και θεσμική παρέμβαση. Υπάρχουν ευτυχώς οι εξαιρέσεις. Στην Αττική π.χ. το Λιμάνι της Αγωνίας , η Συσπείρωση Χαλανδρίου, οι Πολίτες σε Δράση στο Χαϊδάρι και, πρόσφατα, οι Ενεργοί Πολίτες στην υπερνομαρχία Αθήνας – Πειραιά , αποτελούν πρότυπα δράσης και σκιαγραφούν την ταυτότητα της αριστεράς σήμερα στο χώρο της πόλης και της αυτοδιοίκησης.
Αντίθετα με ότι συμβαίνει στις περισσότερες δημοτικές παρατάξεις που αδρανούν , στα κινήματα πόλης και περιβάλλοντος ενεργοποιούνται αρκετοί άνθρωποι του χώρου μας. Με μια σχέση εξωτερική ως προς τον θεσμό της αυτοδιοίκησης , σε αντιπαράθεση ή συνεργασία μαζί της , τα κινήματα αυτά δημιουργούν με τη δράση τους ένα δίκτυο κριτικής της σημερινής πόλης και εναλλακτικών προσεγγίσεων ενώ ταυτόχρονα αναλαμβάνουν αγωνιστικές κινητοποιήσεις για την ανατροπή δυσμενών αποφάσεων της κεντρικής και τοπικής εξουσίας .
Μια νέα συγκρότηση της αριστεράς στην πόλη θα πρέπει να έχει ως αφετηρία αυτά τα κινήματα και τις ζωντανές δημοτικές παρατάξεις, οι οποίες, ούτως ή άλλως, διαπλέκονται με τους ενεργούς πολίτες. Θα πρέπει να βασιστεί στις πολιτικές τους εμπειρίες, τις επισημάνσεις και τις προσεγγίσεις τους.
Μέχρι σήμερα τα κύρια θέματα που τίθενται στο επίπεδο της πόλης αφορούν τη διαφύλαξη του δημόσιου χώρου, της ιστορικής κληρονομιάς, του πράσινου, των ελεύθερων χώρων και του φυσικού περιβάλλοντος. Αντίθετα, θέματα δικαιωμάτων στην πόλη που αφορούν στην καταπολέμηση των διακρίσεων σε βάρος κοινωνικών ομάδων ( μετανάστες, γυναίκες, ομοφυλόφιλοι, χρήστες ναρκωτικών ουσιών κ.λ.π.) δεν συνδέονται, από πλευράς των αντίστοιχων κινημάτων, παρά ελάχιστα με την αυτοδιοίκηση. Επίσης, σημαντικά κοινωνικά προβλήματα όπως αυτό των αστέγων δεν απασχολούν σχεδόν κανένα.
Τέλος πολύ λίγο ασχολούνται τα κινήματα πολιτών με τα θέματα κοινωνικών υποδομών αρμοδιότητας των δήμων ( παιδεία, πρόνοια, πολιτισμός, συγκοινωνίες). Και, όμως, στον τομέα αυτό παράγεται έργο, συχνά αξιόλογο, με τη συμμετοχή των ενδιαφερομένων, που πρέπει να πολλαπλασιαστεί και να αναβαθμιστεί και το οποίο κινδυνεύει από τις νεοφιλελεύθερες περικοπές των πόρων. Ένας θεσμός που άνθισε παλαιότερα στο πλαίσιο της πρωτοβάθμιας αυτοδιοίκησης ήταν τα ΚΑΠΗ, παράδειγμα συνεργασίας δήμων και πολιτών οι οποίοι λειτούργησαν αυτά τα κέντρα σε αυτοδιαχειριστική βάση.
Σε κάθε περίπτωση η σύγχρονη ατζέντα των θεμάτων της πόλης και της αυτοδιοίκησης έχει διευρυνθεί όπως ανάγλυφα απεικονίζει η Χάρτα για το Δικαίωμα στην Πόλη, που τέθηκε από τα κινήματα πόλης στο Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ.
Πως , λοιπόν, πρέπει να πολιτευτεί η ανανεωτική και ριζοσπαστική αριστερά στην πόλη και την αυτοδιοίκηση διαμορφώνοντας από σήμερα ένα σχέδιο δράσης που θα περιλαμβάνει και τις δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές του 2006 ;
- Πρώτα απ’ όλα πρέπει να ενεργοποιήσει τον κόσμο της και να μεγιστοποιήσει τη συμμετοχή. Είναι αδιανόητο να μιλάμε για τοπική δράση χωρίς ανθρώπους που συμμετέχουν με συνέπεια σε κινήσεις πολιτών και ομάδες πρωτοβουλίας ή / και δημοτικές κινήσεις ζωντανές και αναγνωρίσιμες από τις τοπικές κοινωνίες.
- Δεύτερον, η δική μας αριστερά πρέπει να επιδιώξει τη συνεργασία των διάσπαρτων δυνάμεων, όπου υπάρχουν, ώστε να επιχειρηθούν παρεμβάσεις μεγαλύτερης εμβέλειας και κυρίως να δημιουργηθούν δεσμοί συγγένειας και εμπιστοσύνης μεταξύ αριστερών, οικολογικών και κινηματικών δυνάμεων.
- Τρίτον, η δική μας αριστερά πρέπει να αποτιμήσει κριτικά τον θεσμό της αυτοδιοίκησης βασιζόμενη σε θεσμικές και κινηματικές εμπειρίες στο πλαίσιο του ΣΥΡΙΖΑ, της Πρωτοβουλίας, των Οικολόγων, των κινημάτων και των ομάδων πόλης.
- Τέταρτον, η δική μας αριστερά πρέπει να επαναφέρει το θέμα της δημοκρατίας και της συμμετοχής. Οι δήμοι θα μπορούσαν ν’ αποτελούν ουσιαστικά τοπικά κοινοβούλια, ανοιχτά στην συμμετοχή και τον έλεγχο των πολιτών. Ο εκλογικός νόμος το απαγορεύει στηρίζοντας τον συγκεντρωτισμό της εξουσίας και αποστερώντας σε ομάδες που δρουν τοπικά τη δυνατότητα να αντιπροσωπεύονται. Εμμένοντας στην ανάγκη θεσμικού εκδημοκρατισμού, θα πρέπει να προωθήσουμε από σήμερα μια de facto συμμετοχή όχι μόνο των δημοτικών σχημάτων που έλαβαν μέρος στις εκλογές αλλά και των ομάδων πολιτών που δρουν σε κάθε δήμο. Μια πολύ σημαντική παρέμβαση αφορά τη συμμετοχή των μεταναστών στα τοπικά κοινοβούλια, όπως γίνεται π.χ. στο Ρέθυμνο, με στόχο την επίλυση προβλημάτων τους τώρα αλλά και τη διασφάλιση της συμμετοχής τους στις εκλογές για την αυτοδιοίκηση στο μέλλον.
- Πέμπτον, η δική μας αριστερά πρέπει να πρωτοστατήσει στη διαμόρφωση αυτοδιοικητικών προγραμμάτων, με τη συμμετοχή όλων των δυνάμεων που ήδη έχουν περιγραφεί, για την ανάδειξη της φυσιογνωμίας ενός διακριτού από τα δύο αστικά κόμματα, αλλά και το ΚΚΕ, αυτόνομου αυτοδιοικητικού ρεύματος.
Οι εκλογές του 2006 δεν πρέπει να αποτελέσουν μια πολιτική μάχη ανεξάρτητη από το παραπάνω σχέδιο – πλαίσιο. Η στενή κομματικοποίηση είναι όχι μόνο στείρα από τη σκοπιά της κοινωνικής ενεργοποίησης αλλά και ατελέσφορη όσον αφορά τα εκλογικά ποσοστά.
Τα άρπα-κόλα σχήματα που γίνονται προεκλογικά για τη νομή της εξουσίας μέσω συνεργασιών ή για να καλύψουν τυπικά μια «αυτόνομη» κάθοδο δεν πείθουν το λαϊκό κόσμο και τους ενεργούς πολίτες. Αντίθετα, ο στόχος της διεύρυνσης της πολιτικής σε ένα ευρύ σώμα πολιτικών, κοινωνικών και κινηματικών δυνάμεων και ενεργών πολιτών αποτυπώνει από τη μια τη διευρυμένη αντίληψη της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής αριστεράς για την πολιτική και από την άλλη εντάσσει στην συλλογική δράση τους άμεσα ενδιαφερόμενους και διαμορφώνει αναγνωρίσιμη και επιλέξιμη από τον κόσμο πολιτική ταυτότητα του χώρου μας.