Ομιλία της Ε. Πορτάλιου στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής

του Κ. Κρεμμύδα, «Σαντιγκάρ», 31/1/2014

Για την ποιητική συλλογή Σαντιγκάρ του Κώστα Κρεμμύδα

της Ελένης Πορτάλιου

Ο ποιητής της Σαντιγκάρ Κώστας Κρεμμύδας περιπλανάται στο φτερό μιας παρατεταμένης εφηβείας – Οι θύελλες αργούν να ασπρίσουν τα μαλλιά σου – χαρακτηριστικής της πεισματικής άρνησης να συμφιλιωθεί με ότι εξοργίζει και πονά. Ταξιδεύοντας στο χρόνο και το χώρο συναντά τόπους και συμβάντα μιας κοινής εμπειρίας, που το είδωλό τους πολλαπλασιάζει η ποίηση.

Η ιστορία με το βλέμμα του αριστερού, ο έρωτας, το παρόν ως τετριμμένες διαδοχικές εικόνες από τις οποίες αναδύονται αξιομνημόνευτα γεγονότα και ανθρώπινες πληγές, όλ’ αυτά συνιστούν την  ποιητική ύλη του βιβλίου. Αυτή η ύλη μορφοποιείται σε στίχους μέσα από τη συναισθηματική ένταση, την οργή, την επιθυμία, την κατήφεια  και την έπαρση του ποιητή.

Γράφει γιατί, όπως μας λέει,

Μέρες που ‘ναι

μας χρειάζονται ακόμα οι αυταπάτες

Τα εύθραυστα χέρια σου Τα αποδεκατισμένα ορόσημα Η ποίηση οικόσημο ως

θάνατος

Από την προσωπική ανάγνωση των ποιημάτων – δεν θα έλεγα βιβλιοπαρουσίαση ή κριτική – του Κώστα Κρεμμύδα εστιάζω σε τρεις επανερχόμενες αναφορές που τα συνέχουν.

Η πρώτη αναφορά αφορά την ιστορία ως καταγωγή, ως βιωμένα γεγονότα στον παρόντα χρόνο και ως ποιητική σύλληψη.

Διαβάζω τρία αποσπάσματα για την ιστορία

Ίσως τότε κατάφερνα να αποδώσω τάχιστα και κατ’ οικονομίαν

το ακροτελεύτιο άρθρο του Συντάγματος

στις πίσω ραφές ενός γκρι κουστουμιού

παρωχημένη μόδα του ΄60

Διαδήλωναν με τις τραγιάσκες οι άλλοι συνθήματα

σε μια Ελλάδα μακρινή μέχρι την Κλαυθμώνος

Μαζί με τους εξεγερμένους φοιτητές του Ίμρε Νάγκι τα τάνκς να επιστρέφουν συσ-

σωμα στις αλέες της Βουδαπέστης μείον πενήντα εφτά χρόνια και πάλι τίποτα 

ΠΕΘΑΙΝΕΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΠΕΘΑΙΝΕΙ η Ελλαδα Κι οι Έλληνες μαζί της πεθαίνουν

και παραπεθαίνουν

Ας το ξεκαθαρίσουμε λοιπόν μια για πάντα :

είμαστε ρεαλιστές ! όχι όμως όταν είμαστε ποιητές !

Γιατί δεν στέκουμε άψυχες κούκλες στους παιχνιδότοπους

της ιστορίας να κατεβάζουμε το κεφάλι  

Η δεύτερη αναφορά που επανέρχεται στα ποιήματα του Κώστα Κρεμμύδα είναι

η χωρικότητα της εξουσίας  και του αποκλεισμού/εγκλεισμού, των παρείσακτων, των «περιττών» ανθρώπων, θα έλεγε ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν.

Διαβάζω τέσσερα σχετικά αποσπάσματα

Προέχει η ασφάλεια των κάστρων

Στο άγρυπνο μάτι μιας εξουσίας οχυρωμένοι

ας κλείσουμε για πάντα τ’ όνειρό μας ενωμένοι

στον κίνδυνο μιας διαρκούς αφλογιστίας των οστράκων

Μια αγκαλιά η θάλασσα Κάπου στα βάθη της Λαμπεντούζα άλλοι τριακόσιοι

νεκροί που δεν ανασύρονται – δεν έχουν πού να πάνε απόψε

Θα

μπορούσαν

να

ονομαστούν

πόλεις

θυλάκων

ή και

πόλεις

θανάτων

Πόλεις

βασανιστηρίων

και βίας

σε αστυνομικά

τμήματα

μιας

Ομονοίας

Η τρίτη αναφορά των ποιημάτων είναι ο έρωτας, λίγο στραπατσαρισμένος και ανέστιος μέσα στις συγκρούσεις των καιρών, αλλά παρών στη μνήμη.

Διαβάζω δύο αποσπάσματα

Τα μαλλιά σου κρύα και αχτένιστα βράδια

Αγκυλωμένο το σώμα κι οι ψυχές μας

Σκέτα οστά τα κρίνα των δακτύλων

Ένα καινούριο άνθος θα λύσει τη μοναξιά για να μας περάσει

στην απέναντι όχθη

Το ποίημα που θα διάλεγα για την αθανασία του ποιητή, γιατί μ’ αρέσει πολύ, το άφησα τελευταίο

ΤΗ ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΑΚΟΥΜΠΗΣΑ σε μια κορνίζα

πλάι στη ραπτομηχανή της

που άρχισε να λειτουργεί αυτόματα

χωρίς τηλεχειριστήριο

Σας  συνιστώ να το διαβάσετε ολόκληρο

Δεν συνηθίζεται ο σχολιασμός της θεματογραφίας στην οποία ακουμπά η ποίηση. Βεβαίως, ποιητική αδεία, ο Κώστας Κρεμμύδας δικαιούται να συγκροτεί το ποιητικό του σύμπαν γύρω από μια εμβληματική λέξη/πόλη τη Σαντιγκάρ. Το αποδέχομαι. Όμως ο μοντερνισμός στην αρχιτεκτονική, η Σαντιγκάρ και η Μπραζίλια θέτουν ζητήματα πολυπλοκότερα μιας στερεοτυπικής καταδίκης. Ανοίγω, λοιπόν, κλείνοντας το σημερινό μας θέμα της παρουσίασης της Σαντιγκάρ του Κώστα Κρεμμύδα, μια επόμενη συζήτηση με το σχόλιο που ακολουθεί :

Παρά την κριτική που μπορούμε να ασκήσουμε εκ των υστέρων στη στατική προσέγγιση ενός κόσμου συγκρουσιακού, στη φορμαλιστική αντίληψη του χώρου που, όμως, παράγεται και βιώνεται ως κοινωνική συνθήκη, στη σχηματική – ουτοπική θεώρηση των πόλεων που, όμως, διαμορφώνονται μέσα στις παραγωγικές και κοινωνικές σχέσεις και όχι στα σχεδιαστήρια της πρωτοπορίας, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι αρχιτέκτονες του Μοντέρνου Κινήματος ήταν, πρωτίστως, κοινωνικοί ακτιβιστές και όχι εστέτ του χώρου. Μπορεί να σχηματοποιούσαν και να γενίκευαν αδιακρίτως ένα νέο τρόπο ζωής, πίστευαν, όμως, ότι αυτός μπορεί να δράσει απελευθερωτικά για τους πολλούς. Αγωνίστηκαν για τη μαζική λειτουργία της αρχιτεκτονικής στην υπηρεσία αυτού του τρόπου ζωής, όχι για την ενσωμάτωσή της στην κερδοσκοπική εκμετάλλευση της γης και των ακινήτων και στα καταναλωτικά life styles.