Μονόδρομος 2011 – Η θύελλα της προόδου
Κείμενο της Ε. Πορτάλιου με αφορμή την 3η Μπιενάλε της Αθήνας 2011.
Δημοσιεύτηκε στην Εποχή, 11/12/2011
Η 3η Μπιενάλε της Αθήνας 2011 ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ φιλοξενείται κατά το μεγαλύτερο μέρος της στο κτήριο της Διπλαρείου Σχολής Τεχνών στην πλατεία Θεάτρου, πίσω από την αγορά τροφίμων της οδού Αθηνάς και, επίσης, στο Κέντρο Τεχνών και το Μουσείο «Ελευθέριος Βενιζέλος» στο Πάρκο Ελευθερίας.
Διαρκεί έως την Κυριακή 11/12 (10π.μ. -9 μ.μ.).
Επιμελητές : Nicolas Bourriaud, Ξένια Καλπακτσόγλου και Poka Yio, συνιδρυτές της Μπιενάλε της Αθήνας.
Σε μια εποχή που η τέχνη μετέχει της κοινωνικής και ηθικής κρίσης και, όπως η πεταλούδα, στροβιλίζεται γύρω από την περασμένη της λάμψη, η 3η Μπιενάλε μας καλεί να περιπλανηθούμε και να ιχνηλατήσουμε έναν κόσμο παραδομένο στη λήθη, με οδοδείκτη το τρυφερό και στοχαστικό έργο του Walter Benjamin, κριτικού φιλοσόφου της νεωτερικότητας.
Η έκθεση μοιάζει με γιγάντια ανασκαφή ταπεινών ορυκτών του παρελθόντος μέσα στο περιφρονημένο σήμερα, υπό διωγμό, ιστορικό κέντρο της Αθήνας και, απ’ αυτή την άποψη, είναι μια αλληγορική υπόμνηση της ίδιας της πόλης και της ιστορίας της. Δεν φτάνει κανείς στη Διπλάρειο χωρίς να διασχίσει τα οικοδομικά τετράγωνα που την περιβάλλουν, με τους άπλυτους δρόμους των φτωχών, τη φθορά των κτηρίων, τα φτηνά λαϊκά μαγαζιά, ένα déjà vu παρόν – μέλλον μέσα στο παρελθόν που σαρώνει η θύελλα της προόδου. Σ’ αυτό το ανθρώπινο και αστικό τοπίο, που λεηλατεί ο νέος αιώνας του κεφαλαίου – ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ 2011, τρομαγμένος διπλώνει τα φτερά του ο Angelus Novus του Klee, εμβληματική μορφή στην αναπαραστατική αρχαιολογία του Walter Benjamin. «Το πρόσωπό του στρέφεται στο παρελθόν… βλέπει μια και μόνη καταστροφή που στοιβάζει συντρίμμια … θα ήθελε να παραμείνει, να ξυπνήσει τους νεκρούς, να ενώσει τα σπασμένα. Όμως μια θύελλα φυσά απ’ τον παράδεισο κι έχει πιαστεί με τέτοια φόρα μες στα φτερά του που ο Άγγελος αδυνατεί να τα κλείσει … Η θύελλα αυτή τον σπρώχνει συνεχώς στο μέλλον…είναι αυτό που αποκαλούμε πρόοδο»[1].
Οι επιμελητές της έκθεσης θέλουν τον μικρό πρίγκιπα να θέτει ερωτήσεις στο φιλόσοφο Benjamin με την αθωότητα ενός παιδιού. Ο πρίγκιπας δεν είναι άλλος από τον εκπατρισμένο άγγελο που έχει στερηθεί τον πλανήτη της βιωμένης εμπειρίας του, ένα alter ego του ίδιου του φιλοσόφου, που έζησε την άνοδο του ναζισμού και αποχωρίστηκε όλες τις πατρίδες του για να δώσει τέλος στη ζωή του σ’ ένα ξένο τόπο.
Η έκθεση αναπτύσσεται στο υπόγειο και τους 4 ορόφους της Διπλαρείου Σχολής, που και η ίδια εκθέτει τον εαυτό της ως χώρο σπουδής τεχνών, μέσα από το κτήριο, τα αντικείμενα και τα εργαλεία, στα οποία έδωσαν ζωή οι μαθητές της. Το άλλο κομμάτι της έκθεσης είναι μια διαδρομή στο χώρο της ατομικής και συλλογικής καθημερινής ζωής, ίχνη συλλογικών επιθυμιών και μορφών εμπειρίας.
Θα μπορούσαμε να συλλάβουμε την έκθεση ως διαδοχή αμοντάριστων πλάνων μιας αφηγηματικής υπόμνησης αυτού που έχει ήδη συντελεστεί, όμως δεν είναι νεκρό αλλά λιπόθυμο σώμα στην αγκαλιά της λήθης. Ο Walter Benjamin αποθησαυρίζει αποσπάσματα εικόνων, φράσεων, σημειώσεων, θραύσματα ατομικής και συλλογικής μνήμης, για να συνθέσει το έργο του, όχι ως ολοκληρωμένη φιλοσοφική πραγματεία αλλά ως απαράμιλλη σύνθεση από μινιατούρες, μικρογραφίες, minima moralia λόγου που, τραυλίζοντας, αποκαλύπτει τον κατακερματισμό του νεωτερικού κόσμου και την ανθρώπινη αποξένωση.
Η έκθεση είναι στημένη με τον ειρμό της φαινομενικής ακαταστασίας. Γιατί, όπως θα έλεγε ο Benjamin «Συγύρισμα θα σήμαινε να γκρεμίσεις ένα κτίριο γεμάτο κάστανα αγκαθερά, που είναι αστέρια της αυγής, ασημόχαρτα, που είναι ένας θησαυρός ασήμι, αγκωνάρια, κιβούρια, που είναι κάκτοι, νεκρόδεντρα και μπρούτζινες δεκάρες, που είναι ασπίδες»[2].
Απ’ αυτή την άποψη το παρελθόν, μέσα από εφήμερες εγκαταστάσεις – αναπαραστατικά στιγμιότυπα, επανακατοικεί τη Σχολή Τεχνών. Τα μεμονωμένα έργα και τα ονόματα όσων μετέχουν στην έκθεση δεν έχουν μεγάλη σημασία. Γιατί το σύνολο είναι αυτό το οποίο διαμορφώνει την αλληγορική σύνθεση που αντιπαραθέτει τον χρόνο της ζωής ενός θνητού στον αμείλικτο χρόνο της ιστορίας. Στο υπόγειο, τα εργαστήρια είναι κλειστά, αλλά το ανοιχτό προς στιγμήν (;) μηχανουργείο είναι η πιο δυνατή παράσταση της σχέσης ενός επιδέξιου και δημιουργικού τεχνίτη με τα εργαλεία της εργασίας του, όταν η αποξένωση στη σχέση τους δεν έχει συντελεστεί. Στο ισόγειο κυριαρχούν δύο ενότητες. Η μία προκύπτει από αντικείμενα και εργαλεία της σχολής σε μια σύνθεση που θυμίζει σωρούς επίπλων και αντικειμένων προς αποκομιδή, με εμβόλιμες ένθετες υπομνήσεις. Η άλλη είναι οι λυπημένοι μικρόκοσμοι της λαϊκής κατοικίας με σωρούς τάπερ και στολισμένες τηλεοράσεις, που οι γονείς μας αγάπησαν ως ένδειξη της δικής τους συμμετοχής στην πρόοδο.
Στους άλλους ορόφους μέχρι το δώμα, έργα μιας παλαιότερης και σύγχρονης arte povera από καθημερινά υλικά, που ένα ολόκληρο καλλιτεχνικό κίνημα τα απέσπασε από τον εφήμερο κύκλο ζωής τους για να τα τιμήσει, συνυπάρχουν με σπουδαστικές μακέτες , ομοιώματα αγαλμάτων – μοντέλων για το ελεύθερο σχέδιο, έργα από την Καλών Τεχνών, εξοπλισμό που έληξε ο κύκλος της ζωής του, ωραίες αφίσες του ελληνικού τουρισμού και κούκλες της Ολυμπιακής Αεροπορίας, όταν οι πτήσεις της ισοδυναμούσαν με ταξίδι στους αιθέρες του εκσυγχρονισμού.
Νομίζω ότι αυτή η περιήγηση στην Κιβωτό του Νώε, με αντικείμενα που διασώθηκαν από τον κατακλυσμό, θα έμενε ανολοκλήρωτη χωρίς μια ματιά στο έξω από τα παράθυρα της Διπλαρείου Σχολής αστικό τοπίο. Κτήρια φθαρμένα και σιωπηλά, μελαγχολικές φωλιές απόκληρων ανθρώπων που περιπλανήθηκαν στον κόσμο και ναυάγησαν στο κέντρο της πόλης, στρώματα ύπνου σε κρύες ταράτσες, παπούτσια στις μαρκίζες των όψεων και πλυμένα ρούχα απλωμένα σε σχοινιά. Είναι οι νέοι μικρόκοσμοι – απόβλητα της προόδου. Είναι οι άνθρωποι που συνωστίζονται στο παρόν και θα εξακολουθούν να κατακλύζουν το μέλλον, ενώ το δικαίωμά τους στη ζωή είναι ήδη παρελθόν.
Απέναντι σ’ αυτές τις αδυσώπητες παρουσίες, έλαμπε στο βάθος του ορίζοντα η Ακρόπολη, σαν ένα πελώριο σημάδι σωτηρίας, ένα φιλικό νεύμα της ιστορίας. Όπως θα σκεφτόταν ο Benjamin, τίποτε δεν αποκλείει να αναζητήσουμε και να κερδίσουμε τον χαμένο χρόνο, όχι ίσως μέσα από την τέχνη του Marcel Proust, που βλέπει στο μέλλον μόνο το θάνατο και επιστρέφει στο παρελθόν, αλλά διασώζοντας τις ανθρώπινες επιθυμίες που λεηλατήθηκαν και δημιουργώντας εικόνες του δικού μας μέλλοντος – οδοδείκτες της ιστορίας[3].
Ελένη Πορτάλιου
[1] Ανδρικοπούλου Νέλλη, «Βάλτερ Μπένγιαμιν ή η πορεία του θραύσματος», από το έργο
Μονόδρομος, Walter Benjamin, 1928, εκδ. Άγρα, 2004.
[2] Walter Benjamin, Μονόδρομος,, 1928, εκδ. Άγρα, 2004.
[3] Δημήτρης Καρύδας- Σταύρος Σταυρίδης, «Εικόνες – οδοδείκτες της Ιστορίας», από το έργο
Μονόδρομος, Walter Benjamin, 1928, εκδ. Άγρα, 2004.