Μια πολύμορφη γειτονιά
| Δημοσιεύθηκε: Wed 05 Nov 2008 Περιγραφή: της Ελένης Πορτάλιου Κείμενο: Η ιστορική περιοχή χαρακτηρίζεται από κοινωνικό, ηλικιακό, λειτουργικό και ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό πλούτο. Τα Εξάρχεια είναι µια πλούσια αρχιτεκτονικά και πολεοδοµικά γειτονιά τής Αθήνας, πολύ περισσότερο που ο τόπος εµψυχώθηκε από µια έντονη κοινωνική και πολιτική ζωή. Οι συλλογικές και ατοµικές µνήµες και η ιστορία φωλιάζουν στα ιδιωτικά κτίρια, τον δηµόσιο χώρο και τα τοπωνύµια της περιοχής, η διαχρονία τού χώρου και της ζωής συγκροτούν την υψηλή ποιότητά της ως αστικού συντελεστή. Για πολλούς, τα Εξάρχεια µαραζώνουν σήµερα και υποβαθµίζονται. Η κρίση τους αυτή είναι επιφανειακή στον βαθµό που τροφοδοτείται από τα µιντιακά στερεότυπα για το άβατο, την παραβατικότητα και τα πρότυπα κατοίκησης. Ταυτόχρονα, είναι αλήθεια ότι στα Εξάρχεια ερχόµαστε πρόσωπο µε πρόσωπο µε το σοβαρό κοινωνικό και ανθρώπινο πρόβληµα της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών, που οδηγεί εκατοντάδες ανθρώπους να φυτοζωούν εγκαταλελειµµένοι, οδεύοντας µε µαθηµατική ακρίβεια στον θάνατο. Αυτή η πραγµατικότητα δεν απαξιώνει τη γειτονιά, αλλά δείχνει πόσο έχουν απαξιωθεί οι δηµόσιοι και δηµοτικοί θεσµοί περίθαλψης και φροντίδας και η κοινωνική αλληλεγγύη, που όταν είναι αναιµική µετασχηµατίζεται εύκολα σε περιφρόνηση, αγανάκτηση και παθητική αποδοχή τής καταστολής. Όσον αφορά την ελλείπουσα δηµόσια φροντίδα για την πόλη και τις κοινωνικές λειτουργίες, τα Εξάρχεια έχουν τα ίδια προβλήµατα µε όλες σχεδόν τις υπόλοιπες γειτονιές τής Αθήνας. Η αλλαγή αυτής της κατάστασης δεν θα έρθει, όπως έχει αποδειχθεί, από τις πολιτικές αρχές που εµπλέκονται στα θέµατα του χώρου και της καθηµερινής ζωής, αλλά από την αφύπνιση και τις παρεµβάσεις των ανθρώπων που κατοικούν την πόλη και επιθυµούν να ορίζουν οι ίδιοι τις υποθέσεις τού συλλογικού τους οίκου. Από το 1840 Ο πολεοδοµικός ιστός Όπως αναφέρει ο Κώστας Μπίρης στο βιβλίο του «Αι τοπωνυµίαι της πόλεως και των περιχώρων των Αθηνών», Προάστειον είναι η λόγια ονοµασία τής συνοικίας µεταξύ Ζωοδόχου Πηγής και Θεµιστοκλέους, που κτίστηκε αυθαίρετα το 1840 από κυκλαδίτες µάστορες και εργάτες οι οποίοι εργάζονταν στην ανοικοδόµηση της Αθήνας µετά την απελευθέρωση. Διασχίστηκε από την οδό Μπενάκη που ονοµάστηκε αρχικά οδός Προαστείου. Η πολεοδοµική συγκρότηση της περιοχής χαρακτηρίστηκε από στενά και ακανόνιστα δροµάκια, τα οποία διατηρήθηκαν στην αρχική τους µορφή και µετά την ένταξη της περιοχής στο σχέδιο πόλεως, το 1865. Πρόκειται για τις οδούς Κιάφας, Σουλίου, Ζαλόγγου, Γραβιάς, Α. Λόντου. Μεσολογγίου, Μάνης, Τζαβέλα, Νικηταρά, Μαυροκορδάτου. Το σχέδιο πόλεως του 1865 περιέλαβε στο βορειοανατολικό του τµήµα την περιοχή από το Πολ. Νοσοκοµείο µέχρι τις οδούς Στουρνάρη, Αραχώβης, Ζωοδόχου Πηγής, Διδότου, Σίνα, Σκουφά, Πινδάρου, Αναγνωστοπούλου και την πλατεία Κολωνακίου και, έκτοτε, έφτασε µε διαρκείς επεκτάσεις, τον 19ο αιώνα, βορειοανατολικά ώς την Αλεξάνδρας. Γύρω από το µικρό άλσος τού Αγίου Νικολάου επικράτησε το τοπωνύµιο «Πευκάκια», ενώ στη γύρω της οδού Θεµιστοκλέους περιοχή το τοπωνύµιο «Εξάρχεια», από το επώνυµο ενός Ηπειρώτη Έξαρχου, που διατηρούσε παντοπωλείο στην προς τη νοτιοδυτική γωνία διασταύρωση των οδών Θεµιστοκλέους και Σολωµού. Εξάλλου το Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ελευθερουδάκη (1929) αναφέρει τα Εξάρχεια ως «τοποθεσία των Αθηνών εν τη συνοικία της Νεαπόλεως, περί τα σηµεία και την µικράν πλατείαν ένθα συναντάται η οδός Θεµιστοκλέους µετά των οδών Στουρνάρα, Σολωµού, Αραχώβης, Βαλτετσίου και Μεταξά». Τα Εξάρχεια εφάπτονται του κέντρου τής νέας Αθήνας και ταυτόχρονα θυµίζουν λαϊκό συνοικισµό. Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή της οδού Μαυροµιχάλη από τον Γρηγόριο Ξενόπουλο στο µυθιστόρηµά του «¶νθρωπος του κόσµου»: « ¶ρχεται από µεγάρων, από µαρµάρων, από δένδρων, από φανών και καταλήγει εις οικίσκους, εις πλίνθους, εις ανώµαλον έδαφος, εις σκότος. Εις την µίαν εσχατιάν υψούται η οικία του Πρωθυπουργού η σχηµατίζουσα την πρώτην γωνίαν, και εις την άλλην µόλις διαφαίνεται λευκάζων οικίσκος ταπεινός –η κατοικία πτωχού πατρός δύο θυγατέρων– σχηµατίζων την τελευταίαν.» Σοβαρές πολεοδοµικές επεµβάσεις στην περιοχή δεν γίνονται µετά τον πόλεµο, µεταπολιτευτικά διευθετούνται θέµατα που χαρακτηρίζουν τη σηµερινή φυσιογνωµία της. Στο Π.Δ. για την έγκριση του Γενικού Πολεοδοµικού Σχεδίου Δήµου Αθηναίων, το 1988, στο οποίο ονοµάζονται οι συνοικίες τής Αθήνας, αναφέρεται η ενότητα Μουσείο – Εξάρχεια – Νεάπολη, ορίζονται χρήσεις γης και περιγράφονται στοιχεία συγκρότησης του ιστού, κοινωνικού εξοπλισµού, καθώς και δηµόσιων χώρων και πράσινου, µε έµφαση στην προσέγγισή τους ως δικτύων απρόσκοπτης κίνησης πεζών. Με Π.Δ. του 1989 χαρακτηρίστηκε ως παραδοσιακό τµήµα τής πόλης των Αθηνών η περιοχή Εξαρχείων – Μουσείου – Στρέφη και καθορίστηκαν ειδικοί όροι δόµησης των οικοπέδων. Τέλος, το 1993, εκδίδεται ειδικό διάταγµα χρήσεων γης στις περιοχές Εξαρχείων, Μουσείου, Λόφου Στρέφη. Η σταδιακή διαµόρφωση του πολεοδοµικού ιστού απεικονίστηκε στη µορφολογική πολυτυπία των ιδιωτικών, κοινόχρηστων και δηµόσιων κτιρίων, ανάλογα µε την περίοδο οικοδόµησης και εκφράστηκε στην κλίµακα της περιοχής, που προκύπτει ως συνάρτηση του µεγέθους των οικοπέδων, πριν ή µετά από συνενώσεις, και του ύψους των οικοδοµών. Η ανοµοιοµορφία τού ιστού και των κτιρίων των Εξαρχείων έχει αντιφάσεις αλλά παράγει και πλούτο, είναι ζωντανή ιστορία και, ταυτόχρονα, έµπρακτη κριτική αποτίµηση των δυνατοτήτων που προσφέρει ο χώρος για διάφορες µορφές κατοίκησης. Η αρχιτεκτονική των κτιρίων Στα Εξάρχεια σώζονται ακόµα όλα τα είδη τού ελληνικού λαϊκού κλασικισµού σε µονώροφα ή διώροφα κτίρια κατοικίας, µονοκατοικίες ή διπλοκατοικίες που αντλούν από την επίσηµη κλασικιστική αρχιτεκτονική, όσον αφορά στην αυστηρή διαµόρφωση της όψης στον δρόµο, και µεταφέρουν στην τυπολογική συγκρότηση (τυπολογίες Γ ή Π) και τον εσωτερικό υπαίθριο χώρο στοιχεία τής λαϊκής παράδοσης: αυλές, χαγιάτια, τζαµωτά. Στην περιοχή των Εξαρχείων και ευρύτερα της Νεάπολης εµφανίζεται ο τύπος συλλογικής κατοικίας που παραπέµπει στη µετέπειτα πολυκατοικία –τα «µεταπρατικά», δηλαδή διώροφες ή ηµιτριώροφες οικοδοµές που κτίζονται για να πουληθούν κυρίως στους οµογενείς τής Αιγύπτου, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα ύστερα από το 1880. Καθώς δύει ο ελληνικός, µετά την απελευθέρωση, κλασικισµός, οι µορφές αποδεσµεύονται από αυστηρούς κανόνες. Στις περιοχές τού κέντρου και τις γύρω από αυτό, όπως τα Εξάρχεια, οι οποίες οικοδοµούνται µε γρήγορους ρυθµούς, εµφανίζονται κτίρια που θα µπορούσαµε να χαρακτηρίσουµε µε µια γενική έννοια εκλεκτικιστικά, καθώς αντλούν, τροποποιούν ή/και απλοποιούν προγενέστερες µορφές, ενσωµατώνουν στοιχεία αρ νουβό, αρ ντεκό και άλλα, εισάγοντας ταυτόχρονα κατασκευαστικές µεθόδους και υλικά που θα επικρατήσουν στη δεκαετία του 1930. Η πολυτυπία/πολυµορφία τής κατοικίας χαµηλού ύψους στα Εξάρχεια προκύπτει και λόγω της κοινωνικής σύνθεσης του πληθυσµού τους, που αποτελείται ταυτόχρονα από χαµηλά και µεσαία αστικά στρώµατα, καθώς και ορισµένους επιφανείς ενοίκους, όπως ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, του οποίου η οικία ευτυχώς διασώθηκε. Στα Εξάρχεια και ευρύτερα τη Νεάπολη κατοικούν επίσης, από τον 19ο αιώνα και σταθερά µέχρι σήµερα, πολλοί φοιτητές. Πάλι ο Γρηγόριος Ξενόπουλος περιγράφει στο µυθιστόρηµά του «Νικόλας Σιγαλός» την οικία Πάλλη, που στέγαζε οικότροφους φοιτητές. Στα Εξάρχεια και την ευρύτερη περιοχή συγκεντρώνονται τα περισσότερα πανεπιστηµιακά κτίρια. Τα εµπρός κτίρια του Πολυτεχνείου είχαν ολοκληρωθεί µέχρι το 1876 σε σχέδια του Λύσανδρου Καυταντζόγλου, σχεδόν ταυτόχρονα µε το Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών σε σχέδια Παναγιώτη Κάλκου, που αποπερατώθηκε το 1880. Ήδη από το 1864 υπήρχε το Πανεπιστήµιο, έργο του Χριστιανού Χάνσεν. Το κτίριο του Παλαιού Χηµείου, έργο του Ερνέστου Τσίλλερ, στη συµβολή των οδών Σόλωνος, Χαρ. Τρικούπη και Μαυροµιχάλη, λειτούργησε το 1880. Τα τρία αυτά ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύµατα διαµορφώνουν µαζί µε τη µεταγενέστερη Νοµική Σχολή έναν κεντρικό άξονα ενεργού φοιτητικής παρουσίας τόσο καθηµερινά όσο και στις ξεχωριστές µέρες σηµαντικών κοινωνικών και πολιτικών γεγονότων. Τα Εξάρχεια αποτέλεσαν ενδοχώρα αντίστασης και µαχών στην περίοδο της γερµανικής κατοχής και των Δεκεµβριανών, και τον ζωτικό χώρο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Στην εικοσαετία 1900-1919 και πολύ περισσότερο στην εικοσαετία 1920-1939 οικοδοµούνται πολυώροφα κτίρια κατοικίας στην Αθήνα. Με τον Οικοδοµικό Κανονισµό του 1929 και τη δυνατότητα σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας κτίζονται στις κεντρικές περιοχές οι νέες πολυκατοικίες που απευθύνονται σε µεσαία και ανώτερα αστικά στρώµατα. Αρκετές από αυτές χωροθετούνται περί το Μουσείο και εντός τής περιοχής τής Νεάπολης. Δύο πολυκατοικίες, η µια µε αρχιτέκτονα τον Θουκυδίδη Βαλεντή στη γωνία Στουρνάρα και Ζαΐµη και η άλλη Θεµιστοκλέους και Αραχώβης, επί της πλατείας Εξαρχείων, µε αρχιτέκτονα τον Κυριάκο Παναγιωτάκο αποτελούν εµβληµατικά κτίρια της µοντέρνας µεσοπολεµικής αρχιτεκτονικής και έχουν κηρυχθεί διατηρητέα µνηµεία. Η µεταπολιτευτική έντονη οικοδόµηση πολυκατοικιών υποβάθµισε τη µέχρι τότε αρχιτεκτονική ποιότητα των Εξαρχείων, αλλά, παρότι στέρησε από σηµαντικά ιστορικά κτίρια την περιοχή, δεν άλλαξε ριζικά το τοπίο. Υπάρχουν µάλιστα και ορισµένα αξιόλογα δείγµατα σύγχρονης αρχιτεκτονικής στα Εξάρχεια: µεταξύ αυτών ξεχωρίζει η πολυκατοικία της οδού Μπενάκη, των αρχιτεκτόνων Δηµήτρη και Σουζάνας Αντωνακάκη. Οι χρήσεις και η κοινωνική ζωή τής γειτονιάς Τα Εξάρχεια χαρακτηρίζονται ως περιοχή «γενικής κατοικίας» που σηµαίνει συνύπαρξη της κατοικίας µε χρήσεις συµβατές και µη οχλούσες, κυρίως εµπορίου, πολιτισµού και αναψυχής. Το θεσµικό πλαίσιο και η παράδοση έχουν διατηρήσει οικεία µικρά καταστήµατα και στέκια σε µπαρ, ταβέρνες και καφέ που, όταν δεν παρανοµούν, αξιολογούνται ως σηµαντικοί χώροι κοινωνικής συναναστροφής και επικοινωνίας. Τα Εξάρχεια έχουν δύο από τους ελάχιστους θερινούς κινηµατογράφους της Αθήνας –το Βοξ και τη Ριβιέρα– αρκετά θέατρα, πολλά βιβλιοπωλεία, εκδοτικούς οίκους και τυπογραφεία. Με όλη αυτή την αλληλεπίθεση χρήσεων και την παρουσία διαφορετικών κοινωνικών οµάδων, γηγενών και µεταναστών, τα Εξάρχεια χαρακτηρίζονται από κοινωνικό, ηλικιακό, λειτουργικό και, όπως ήδη εξηγήσαµε, αρχιτεκτονικό πλούτο. Ταυτόχρονα, ακουµπούν στον Λόφο τού Στρέφη και διαθέτουν γοητευτικούς πεζόδροµους στους οποίους αναπνέει η κατοικία. Γι’ αυτό πολλοί/ες επιλέγουµε να ζούµε, να εργαζόµαστε και να έχουµε τα πολιτικά µας στέκια στην περιοχή. Βεβαίως, δεν µιλάµε για µια µικροκοινωνία αγγέλων κι έναν χώρο αγγελικά πλασµένο. Είναι γνωστά η ρύπανση, η κυκλοφοριακή ασφυξία, η ανεπάρκεια ελεύθερων και πράσινων δηµόσιων χώρων καθώς και δηµόσιων χώρων υγιεινής, οι πιέσεις που ασκούνται στον Λόφο τού Στρέφη, η αδιαφορία τού Δήµου για την καθαριότητα και την ευπρέπεια της περιοχής. Είναι γνωστή η παρουσία ΜΑΤ και αστυνοµίας και ορισµένες αναιτιολόγητες εκρήξεις νέων εις βάρος των υπόλοιπων κατοίκων. Αντιθέσεις υπάρχουν, όχι όµως ανυπέρβλητες, και πάντως αντιµετωπίσιµες στη λογική τής συνύπαρξης και της αµοιβαίας κατανόησης. ¶λλο, όµως, τα παραπάνω προβλήµατα που ζητούν λύσεις και άλλο η προσδοκία µιας «εξευγενισµένης» συνοικίας σύµφωνα µε τις γραµµές τού σύγχρονου life style, που θα αλλάξει την κοινωνική σύνθεση και θα αναδιανείµει τις αξίες γης και ακινήτων στην περιοχή σε βάρος τής σηµερινής της πολυµορφίας, εκτοπίζοντας τις πιο ευπαθείς οικονοµικά κοινωνικές οµάδες. Ναι! στην πλατεία που σώσαµε από τη λαίλαπα των Ολυµπιακών Αγώνων πρέπει να µπορούν να παίζουν παιδιά, όµως η λύση γι’ αυτό δεν είναι τα εξαρτηµένα παιδιά να πεταχτούν στον Καιάδα αλλά να βρουν περίθαλψη και αγάπη σε µονάδες παροχής πρώτων βοηθειών και µονάδες αποτοξίνωσης. Τα Εξάρχεια έχουν µεγάλα αποθέµατα αρχιτεκτονικής και ζωής για ν’ ανασυγκροτηθούν και να οµορφύνουν περισσότερο. Μόνο που για τις όποιες αλλαγές πρέπει να ενεργοποιηθούν οι εσωτερικές δυνάµεις και οι υπαρκτές χωρικές δυνατότητες και όχι οι αγοραίες ρυθµίσεις, οι κερδοσκόποι και οι κατασταλτικές επεµβάσεις που έχουν πάρει το πάνω χέρι στην πόλη. * Η Ελένη Πορτάλιου είναι δηµοτική σύµβουλος του Δήµου Αθηναίων µε την Ανοιχτή Πόλη, εργαζόµενη στα Εξάρχεια, στην Αρχιτεκτονική Σχολή ΕΜΠ. Το κείμενο αρχικά δημοσιεύθηκε στην: Ιστοσελίδα: galera.gr – URL: http://galera.gr/magazine/modules/articles/article.php?id=1419 |