Μηνύματα από τον αντιδιδακτορικό αγώνα
Στον Πολυχώρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Πολιτισμού Ανοιχτή Πόλη επιχειρήσαμε μια συνάντηση των νέων του αντιδικτατορικού αγώνα με τους σημερινούς νέους που αντιμετωπίζουν τον ιδιότυπο γύψο του χρέος και ζουν ξένοι και αχρείαστοι στην ίδια τους τη χώρα. Από τα νέα παιδιά ήρθαν 4-5. Από εκείνους/ες που έζησαν και πολέμησαν τη δικτατορία μερικές δεκάδες. Μιλήσαμε, όμως, εκ βάθους, βυθομετρώντας τόπους και χρόνους επικίνδυνης δράσης, συγκίνησης και στοχασμού, αποτιμώντας νια ιστορία που δεν επικοινωνεί με τη σημερινή, γιατί η πραγματικότητα σήμερα βουλιάζει στην κυρίαρχη γραφειοκρατική διαχείριση της αντιμνημονιακής πολιτικής. Μέσα στη χασμωδία του επαναλαμβανόμενου καταγγελτικού λόγου οι βέβηλες λέξεις χάνουν τη φλόγα τους, τα μικρά γεγονότα αντίστασης συνθλίβονται στον παροξυσμό των ειδήσεων, ενώ τα εξαιρετικά συμβάντα κρέμονται σαν αμοντάριστα πλάνα ενός έργου που θυμίζει κοινοβουλευτική υπερπαραγωγή -όχι μια ατελή αλλά ζώσα κοινωνική και πολιτική σύνθεση εν τω γεννάσθαι. Δεν μπορούσα να φανταστώ πόσα νοήματα, πόσα άμεσα και καθαρά διδάγματα, μπορούν να μεταδώσουν οι εμπειρίες του αντιδικτατορικού αγώνα στη σημερινή εποχή. Κι όμως, όταν πήραν τον λόγο όσοι και όσες, ανυπότακτοι σε σκλαβωμένους καιρούς, κράτησαν τη φλόγα της νιότης τους δυνατή και άσβεστη, όπως γεννήθηκε μέσα σε ιδέες αμάραντες και ηρωικές πράξεις με τίμημα αίμα και πόνο, αισθάνθηκα ότι έχουμε σταθερές για να υπάρξουμε και να αγωνιστούμε σήμερα.
Γι’ αυτό θλίβει βαθύτατα το ότι στην «Ημερίδα Πρωτοβουλίας μελών του Συνδέσμου Φυλακισθέντων και Εξορισθέντων Αντιστασιακών 1967-1974» δεν μιλούν σε πρώτο πρόσωπο οι ίδιοι οι άνθρωποι που έγραψαν την ιστορία του αντιδικτατορικού αγώνα. Αυτοί και αυτές που χάραξαν με τις ανεξίτηλες πράξεις τους και έδωσαν νόημα στη ζωή μας, ψυχή σ’ ένα λαό καθημαγμένο ή αδιάφορο και αμνήμονα και υπόσταση στη βαθύτερη τάση του ανθρώπου σελίδες έχουν γραφτεί για την κατάργηση του συντάγματος του 1967, για το κράτος και το παρακράτος που κυβερνούσαν πριν, για τις μνημονιακές συνταγματικές εκτροπές. Αυτό που λείπει είναι το ηθικό έρεισμα και οι πρακτικές πρωτοβουλίες αντίστασης, η γνώση εκ του σύνεγγυς ενός αγώνα που φλόγισε τις συνειδήσεις και δόθηκε στο δρόμο, στα πανεπιστήμια, στις φυλακές και τις εξορίες. Αυτά δε λέγονται σιγανά και απρόσωπα πια στο δημόσιο λόγο, γιατί οι δημιουργοί τους επέλεξαν να μείνουν αφανείς, πολύ περισσότερο που ο κόσμος, όπως αναδύθηκε στη μεταπολίτευση, δεν τους εμπεριείχε. Το θέμα είναι ότι η δική μας αριστερά πρέπει να αναμετρηθεί με την πρόσφατη ιστορία της αδιαμεσολάβητα, πριν αυτή κυλίσει οριστικά στην άβυσσο της λήθης και στις (πολύτιμες) σελίδες των ιστορικών αρχείων.
Για τη δικτατορία, λοιπόν, όπως την ξανασκέφτηκα μετά τις αφηγήσεις των αντιδικτατορικών αγωνιστών και αγωνιστριών. Θα μπορούσαμε να διακρίνουμε δύο εποχές. Την πρώτη, με τη μοναξιά του δρομέα μακρινών αποστάσεων, χαρακτηρίζει η ριψοκίνδυνη δράση των οργανώσεων της αριστεράς και άλλων αντιστασιακών οργανώσεων και ομάδων, που σκίζουν το σκοτάδι του ζόφου, ανακαλούν τη μνήμη και παραπέμπουν στη ζώσα ιστορία ενός μαζικού και μεγαλειώδους κινήματος, το οποίο τσακίστηκε στις φυλακές και τις εξορίες αλλά δε σίγησε.
Η ηθική γράφει ο Έντγκαρ Μορέν, αναμετριέται με την ατομική συνείδηση, την κοινωνία και το ανθρώπινο είδος, είναι έννοια και κατάσταση αντιφατική, συγκρουσιακή. Το ηθικό παράδειγμα της πρώτης μετά τη δικτατορία αντίστασης ήταν μια εσωτερική χειρονομία ταυτοποίησης της ανθρώπινης ύπαρξης με την ελευθερία: «ότι ψηλά, όμως, έπεσεν και απέθανεν ελεύθερος». Ταυτόχρονα, έστελνε μποτίλιες στο πέλαγος ενός χρόνου που έμοιαζε ακίνητος και μακρύς, ατελείωτος. Ο χρόνος του πόνου, ο χρόνος του εγκλεισμού αλλά και των ρωγμών στην παντοδυναμία του καθεστώτος και την αμηχανία των συνειδήσεων που γνώριζαν αλλά σιωπούσαν. «Θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία κ.κ. στρατοδίκε».
Η πρώτη περίοδος του αντιδικτατορικού αγώνα γράφτηκε από τους γενναιόφρονες και ελευθερόφρονες άνδρες και γυναίκες, παιδιά και νέους -ήταν σχεδόν όλοι/ες νέοι.
Η δεύτερη εποχή του αντιδικτατορικού αγώνα ήταν αυτή του μαζικού κινήματος. Όχι ότι δεν υπήρξαν μαζικές και μαχητικές διαδηλώσεις στις αρχές της δικτατορίας: η κηδεία του Γεώργιου Παπανδρέου και αργότερα η κηδεία του Γιώργου Σεφέρη. Αλλά η μαζική, φανερή αντίσταση αποκτά διάρκεια και μονιμότητα με τη συγκρότηση του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος, στο οποίο συνέβαλαν τόσο η ηρωική προηγούμενη εποχή όσο και γενικευμένες δράσεις δημοκρατίας και πολιτισμού, που ενέπλεκαν όχι μόνο τους πρωτοπόρους της πρώτης γραμμής αλλά και χιλιάδες κόσμου, με άμεσους και έμμεσους τρόπους. Λίγο ακόμα να σπάσουμε το φόβο. «Λίγο ακόμα να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα». Όπως είπε ο φίλος μου ο Μάκης, στη συνάντηση του Πολυχώρου, τα παραδείγματα των ηρωικών αγωνιστών και αγωνιστριών που προηγήθηκαν «μας φλόγιζαν». Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ιστορία μιλούσε ζωντανά και παρέπεμπε από την αλλαγή τιμητικής φρουράς των νέων στο φέρετρο του Σεφέρη, στον Άγγελο Σικελιανό στην κηδεία του Παλαμά «σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα».
Στις «Αναγνώσεις» της Αυγής της Κυριακής (18/11/2012) υπάρχει αφιέρωμα:
Πολυτεχνείο 1973. Γράφουν οι Άλκης Ρήγος, Δημήτρης Παπαχρήστος, Ολύμπιος Δαφέρμος. Παραπέμπουν σε μία από τις δύο κορυφαίες στιγμές του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος που υπήρξαν η Νομική και το Πολυτεχνείο. Αλλά το κίνημα δεν είναι μόνο οι κουφώσεις του. Ήταν μια διαρκής επινόηση των νέων παιδιών, που με τόλμη και πρωτοβουλία δόθηκαν απόλυτα στο μοναδικό στόχο ο οποίος έμοιαζε να έχει αξία: αυτόν της μαζικής αντιδικτατορικής πάλης. Ανοίγοντας άγνωστους δρόμους, βαδίζοντας στα τυφλά, κτίζοντας ένα δικό τους όραμα ανακαλύπτοντας καινούργιους τρόπους να κάνουν πολιτική, οι νέοι έγραψαν ένα έπος στη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Δεν ήταν πολλοί/ές. Ήταν μερικές χιλιάδες περιβεβλημένοι από μερικές άλλες χιλιάδες μιας κοινωνικής μειοψηφίας που τους αγκάλιασε.
«Απάντηση θα πάρεις μ’ ενότητα και αγώνα, να βρουν ανάπαυση οι πρώτοι νεκροί». Το νήμα της ιστορίας είναι αόρατο. Αλλά αν το χάσεις δεν θα βγεις από το λαβύρινθο. Και σήμερα είμαστε μπλεγμένοι σε άσκοπους λαβύρινθους.
Γράφει ο Δημήτρης Παπαχρήστος
«Οι εξεγερμένοι νέοι του Πολυτεχνείου οργάνωσαν αυθόρμητα την εξέγερσή τους στο πιο ψηλό και βαθύ επίπεδο της δημοκρατίας. Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι δημιούργησαν μια κομμούνα αληθινή, με συνελεύσεις των σχολών, με ανακλητούς εκπροσώπους, με τη συντονιστική επιτροπή, με τον ελεύθερο ραδιοφωνικό σταθμό, με τη συντροφικότητα και την αλληλεγγύη, με το ξεπέρασμα των αντιθέσεων και των διαφορετικών απόψεων και τη δύναμη της ενότητας».
Ο Ολύμπιος Δαφέρμος μιλά για εκείνη την «ποιητική εποχή». «…και το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα να πορεύεται, ανασκευάζοντας δοκιμασμένες πρακτικές, καταργώντας βεβαιότητες, εκπλήσσοντας τις παραδόσεις, αυτοεκπλησσόμενο και το ίδιο. Το κίνημα αυτοδιαμορφώνεται μέσα από τη δράση του…το καθορίζει η ανιδιοτέλεια, η αντίσταση και η αξιοπρέπεια…Περάσαμε καλά. Η ψυχή μας ήταν γεμάτη. Λέγαμε δημοκρατία και ελευθερία και συγκλονιζόμασταν. Λέγαμε σοσιαλισμός και απογειωνόμασταν…».
Έτσι γράφεται η ιστορία της ανθρώπινης απελευθέρωσης από τα δεσμά που διαφέρουν ανάλογα με την εποχή. Τόσο κοντά μας και τόσο μακριά μας ο αντιδικτατορικός αγώνας. Κι όμως όσοι και όσες έγραψαν ιστορία βρίσκονται ανάμεσά μας και πρέπει να μιλήσουν γι’ αυτά που μας συγκλόνισαν τότε και μένουν επίκαιρα. Το σύνθημα «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία» λάμπει άσβεστο όταν οι σημερινοί αγώνες αποκτούν νόημα και έχουν πραγματική αξία.