Εισήγηση της Ε. Πορτάλιου στην εκδήλωση με θέμα “‘Διότι δεν συνεμορφώθην…’ Ο πολιτισμός στα χρόνια της δικτατορίας – Τομές και συνέχεια” του Ινστιτούτου Ν. Πουλαντζά σε συνεργασία με το Τμήμα Πολιτισμού του Συνασπισμού, 19-21 Απριλίου 2002.

 (σε συνεργασία με το Τμήμα Πολιτισμού του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ)

«διότι δεν συνεμορφώθην…»

Ο πολιτισμός στα χρόνια της δικτατορίας. Τομές και συνέχεια

Αθήνα, 19-21 Απριλίου 2002

Ενότητα :Αρχιτεκτονική, 21/4/2002

Ομιλήτριες : Ελένη Πορτάλιου, Μαρία Μαντουβάλου, Μάρω Ευαγγελίδου

Συντονιστής: Κωστής Χατζημιχάλης

Εισήγηση : Ελένη Πορτάλιου

Αφιερώνουμε τη συζήτηση για την Αρχιτεκτονική σε τέσσερις απόντες αρχιτέκτονες, αγαπημένους φίλους και συντρόφους, που υπήρξαν εκλεγμένα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων στα τελευταία χρόνια της δικτατορίας: τη Μαρία Δάρα, τον Γιώργο Θεοδοσόπουλο, τον Κάρολο Κάϊγερ και τον Ηλία Παπαγιαννόπουλο.

Ο αρχιτέκτονας  γράφει ο Leonardo Benevolo, πρέπει ν’ αφιερώνει στην εργασία του ένα τμήμα, σωστά αναλογισμένο, των δυνάμεών του και να μένει διαθέσιμος, κάθε φορά που υπάρχει η ανάγκη, και για άλλα καθήκοντα πιο σπουδαία και επείγοντα όπως απέδειξε ο Pagano  στα τελευταία χρόνια της ζωής του1. Ο Pagano ήταν Ιταλός Αρχιτέκτονας που συνέλαβαν και εκτέλεσαν οι ναζί για την αντιφασιστική δράση του.

Οι τέσσερις  αρχιτέκτονες, όπως και δεκάδες άλλοι που στεγάστηκαν στη συλλογική στέγη της οδού Ηπίτη, είχαν αυτή τη διαθεσιμότητα. Παρ’ ότι  δεν έπαψαν να εργάζονται με συνέπεια επαγγελματικά και να τους απασχολεί η αρχιτεκτονική κοινωνικά, η σχέση με τον Σύλλογο Αρχιτεκτόνων και η στήριξη  αυτού του ιστορικού φορέα ήταν, πρωτίστως,  συμμετοχή στον αντιδικτατορικό αγώνα.

Έτσι γινόταν τότε. Όσοι ανάσαιναν στους λιγοστούς χώρους ελευθερίας απέβλεπαν στην ανατροπή της δικτατορίας και γνώριζαν ότι για τις μικρές η μεγάλες πράξεις τους θα χρειαζόταν,  ίσως, να καταβάλουν ένα τίμημα. 

Απ’ αυτή την άποψη μια χειρονομία ρουτίνας, όπως η συμμετοχή σ’ ένα Σύλλογο, έπαιρνε διαστάσεις προσωπικής και πολιτικής στάσης, αποτελούσε εγγραφή στη συνείδηση, ανεξίτηλη για πάντα ή τουλάχιστον για καιρό μετά, μέσα στην τύρβη του μεταπολιτευτικού βίου.

Ο πολιτισμός δεν είναι μια αδιατάρακτη επιφάνεια του κοινωνικού οικοδομήματος ή οι καλές τέχνες μεταξύ των οποίων η αρχιτεκτονική.

Αν με τον πολιτισμό αναφερόμαστε στην υλική, πνευματική και ηθική παραγωγή μιας κοινωνίας, πριν μιλήσουμε γι’ αυτή καθεαυτή την αρχιτεκτονική πρέπει να πούμε ότι τα μέλη του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων αντιπαράθεσαν  στον πολιτιστικό σκοταδισμό των δικτατόρων – στο Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών – το δημοκρατικό φρόνημα και την έμπρακτη προσήλωση στην ελευθερία. Αυτή η αντιπαράθεση, ανάλογη με προγενέστερες  που χαρακτήρισαν τη νεότερη ελληνική ιστορία, εμπεριέχει και ενεργοποιεί  την έννοια της εθελοντικής και ανιδιοτελούς στράτευσης για ένα κοινό σκοπό και είναι ίδιον ανθρώπων και ομάδων που έχουν ενσωματώσει στον πολιτισμό τους  οικουμενικές αξίες και συλλογικά αξιακά φορτία .

Αναφέρομαι στην αριστερά, αλλά όχι μόνο και ισχυρίζομαι ότι ανεξαρτήτως των σημαντικών ή ασήμαντων που έγιναν ή διατυπώθηκαν περί την αρχιτεκτονική στη διάρκεια της δικτατορίας, η απείθεια  κατά της αρχής είναι από μόνη της τομή στο σώμα του πολιτισμού, τομή που δημιουργεί  υποθήκες και, ενδεχομένως, συνέχειες ή τουλάχιστον χαρακτηρίζει τον πολιτικό πολιτισμό των επόμενων χρόνων.

Σήμερα που η έννοια της προόδου ως συνεχούς αδιατάρακτης εξέλιξης των κοινωνιών έχει αμφισβητηθεί, βλέπουμε καθαρότερα  τις  ασυνέχειες  που χαρακτήριζαν την εγγραφή του συλλογικού αντιδικτατορικού ήθους  στη μεταπολιτευτική περίοδο και ακόμα περισσότερο στην εποχή που διανύουμε . Παρ’ όλα  αυτά, πιστεύω, ότι οποτεδήποτε η συλλογική μνήμη των αρχιτεκτόνων κινητοποιηθεί θα μπορέσει να συναντήσει, διανύοντας  τις σκοτεινές περιοχές του χρόνου, τη φωτεινή αίθουσα του Συλλόγου το απόγευμα της 16ης  Νοεμβρίου 1973 και θα διακρίνει, σκιές πια, τα πρόσωπα που ετοίμαζαν το ψήφισμα συμμετοχής στην εξέγερση των φοιτητών για να συνοδεύσει τη συλλογική παρουσία τους στο Πολυτεχνείο.

Σύμφωνα με τον ορισμό του William Morris,  που επικαλείται ο  Leonardo Benevolo, η αρχιτεκτονική αγκαλιάζει τη θεώρηση όλου του φυσικού περιβάλλοντος  που περιβάλλει την ανθρώπινη ζωή . Δεν μπορούμε να ξεφύγουμε απ’ αυτήν όσο είμαστε τμήμα του πολιτισμού, γιατί η αρχιτεκτονική είναι το σύνολο των τροποποιήσεων και μεταβολών που παρουσιάστηκαν στη γήινη επιφάνεια  για να ικανοποιηθούν οι ανθρώπινες ανάγκες με μοναδική εξαίρεση την καθαρή έρημο.2

Από τότε που ξεπεράστηκε η ιεραρχική διάταξη της κοινωνίας, συνεχίζει, ο Benevolo όπως παραδείγματος χάριν  στην εποχή των συντεχνιών, που η διάταξη αυτή μπορούσε να εξασφαλίζει οργανωτικά την ενότητα του τελικού αποτελέσματος, ξεπεράστηκε ο συμβατικός χωρισμός ανάμεσα σε αρχιτεκτονική και πολεοδομία μετά από έντονη πολεμική που οδήγησε στην κριτική ανάκτηση της χαμένης ενότητας. Σύμφωνα μ’ αυτή την προσέγγιση οι συζητήσεις πάνω στο αν η αρχιτεκτονική είναι τέχνη, τεχνική  ή μια σύνθεση τέχνης και τεχνικής, φαίνονται μακρινές και ξεπερασμένες.  Απεναντίας, και εδώ τελειώνω με τον  Benevolo, η μαχητική στάση για να διεκδικηθεί ο σφαιρικός χαρακτήρας της καλλιτεχνικής ευθύνης και η αδυναμία να ξεχωρίσουν οι εκφραστικές επιλογές από τις καθαρά πρακτικές και επιχειρησιακές, όλα αυτά συνδέονται με την πεποίθηση ότι η τέχνη – εννοώντας με αυτό την οργάνωση και την τροποποίηση του αστικού περιβάλλοντος που όλοι ζουν και εργάζονται – είναι μια χαρακτηριστική λειτουργία ολόκληρης της κοινότητας και γίνεται προς όφελος της κοινότητας σαν τίμημα του αναπαλλοτρίωτου δικαιώματος της αυτοκυβέρνησης.3

Απ’ όλα τα παραπάνω θέλω να κρατήσω όχι μόνο ένα περίγραμμα του ορισμού της αρχιτεκτονικής αλλά και να μπορέσω να θέσω τρία σημεία καθοριστικά της συζήτησης που κάνουμε.

Σημείο 1: Για τους αρχιτέκτονες ακόμη και αυτούς που δεν θ’ ασχοληθούν ποτέ με την πόλη, η πολεοδομία αποτελεί μία αναφορά.

 Σημείο 2: Η αρχιτεκτονική επειδή εξ’ ορισμού κινείται από την  ανάγκη μπορεί να διασφαλίζει μεγαλύτερες ελευθερίες κινήσεων στα εκφραστικά της μέσα απ’ ότι, παραδείγματος χάριν, ο κινηματογράφος ή η λογοτεχνία, σε καιρούς ελεγχόμενης έκφρασης και επιβεβλημένης λογοκρισίας. Και παρότι, όπως θα έλεγε ο Άλκης  Χριστοφέλλης, ο πέμπτος απών φίλος και σύντροφος  που θα ήθελα απόψε να μνημονεύσω, η ιδεολογία του αρχιτέκτονα εκτός από θέσεις και απόψεις εμπεριέχει κάποιους ειδικούς εκφραστικούς τρόπους – την ιδιαίτερη μορφολογική του ιδεολογία,4 η ιδεολογία αυτή είναι δυσδιάκριτη για τους λογοκριτές και αποτρέπει άμεσες παρεμβάσεις στο αρχιτεκτονικό έργο.

Σημείο 3: Ο κοινωνικός ρόλος του αρχιτέκτονα είναι αυτονόητος και πολυσήμαντος, προφανής θα έλεγε κανείς αν συγκριθεί με άλλους τομείς της ανθρώπινης παραγωγής και δημιουργίας .Ίσως και γι’ αυτό, λοιπόν, να γίνεται ευκολότερη όχι μόνο η πολυπραγμοσύνη  των αρχιτεκτόνων αλλά και η ευθεία αναγωγή του έργου τους στη σφαίρα της πολιτικής, ιδιαίτερα όταν  οι συνθήκες ευνοούν μια τέτοια προσέγγιση.

Στη δεκαετία του ’60 συγκροτήθηκε στην Ελλάδα ένα συλλογικό πλαίσιο προσέγγισης της αρχιτεκτονικής και της πολεοδομίας γύρω από τον Σύλλογο με την ενεργό συμμετοχή όλων των τότε αρχιτεκτόνων παλαιότερων και νεότερων. Λίγο πριν, μετά τον εμφύλιο, οι κάνες των όπλων άνοιγαν τον δρόμο της ανοικοδόμησης και οι αρχιτέκτονες με τη διαθεσιμότητα του Pagano έδιδαν άλλη παρουσία στο προσκλητήριο των νεκρών και των φυλακισμένων. Τώρα κοιτάζω πίσω από το τζάμι, όπως έγραφε ο Τάκης Σινόπουλος. Στο βάθος η πολιτεία οργανωμένη με σύγχρονες οικοδομές. Κανένα δένδρο και το φως αλύπητο. Προσχέδιο για την κόλαση.5

Αλλά η δεκαετία του ’60 ήταν η χρυσή δεκαετία της δημιουργίας και των ελπίδων που σφραγίστηκε από την παρουσία της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς. Όπως άνθισαν το θέατρο, η ζωγραφική ή η μουσική πάσχιζε ν’ ανθίσει και η αρχιτεκτονική. Μόνο που η τελευταία έχει περισσότερες δουλείες, είναι λιγότερο  σχετικά αυτονομημένη από τις διαδικασίες παραγωγής και τους κατόχους των προϊόντων της.

Η προπολεμική περίοδος του ριζοσπαστικού μοντέρνου κινήματος  είχε διαμορφώσει όρους καθολικής επικράτησης του μοντερνισμού στην Ελλάδα. Όπως γράφει ο Δημήτρης Φιλιππίδης στα αφιερώματα του περιοδικού Ζυγός σε νέους αρχιτέκτονες το 1962 (τεύχη 72-75),  η επιλογή υποδηλώνει την ύπαρξη μιας αντίληψης για το ποιό πρέπει να είναι το περιεχόμενο της ελληνικής αρχιτεκτονικής. Από τα αφιερώματα λείπουν οι εκπρόσωποι της υψηλής  αρχιτεκτονικής και της λαϊκότροπης όπως και του προπολεμικού μοντερνισμού.6

Σε ανάλογο μήκος κύματος κινούνται τα Αρχιτεκτονικά Θέματα που κυκλοφορούν το 1967. Μέσα από προσωπικές διαδρομές ή συνεργαζόμενοι σε μικρές ομάδες, και παρά την απουσία θεωρητικής συζήτησης και κριτικής,  οι αρχιτέκτονες έχουν διαμορφώσει κατά μόνας ένα σχεδιαστικό ύφος που αφομοιώνει άμεσα ή περισσότερο στοχαστικά διεθνή μεταπολεμικά ρεύματα του μοντερνισμού, από τους μαέστρους Le Corbusier και Mies Van der Rohe μέχρι πιο αγοραίες εκδοχές του International Style που, όμως, κρατούν πάντα την ποιότητα μιας σχεδιασμένης αρχιτεκτονικής.

 Όταν σχεδόν όλοι οι αρχιτέκτονες προστρέχουν στη δεκαετία του ’60 στο Σύλλογο Αρχιτεκτόνων θέλουν να στηρίξουν την αρχιτεκτονική και να κατοχυρώσουν θεσμικά τον επαγγελματικό ρόλο των αρχιτεκτόνων στη συντελούμενη οικοδομική κοσμογονία με κίνητρα ευγενή  και, πάντως, μέσα, από συλλογικές παρεμβάσεις. Είναι η περίοδος της ενότητας και των κοινών στόχων . Οι αρχιτέκτονες της αριστεράς σφράγισαν με την παρουσία τους τον Σύλλογο αλλά δεν είναι οι μόνοι.

 Στο όνομα της επιστήμης και της τεχνικής που επιστρατεύονται στην υπηρεσία κοινωνικών στόχων οι αρχιτέκτονες θα διεκδικήσουν την κατοχύρωση της επιστημονικής τους παρουσίας ως αναγκαίας προϋπόθεσης για την αντιμετώπιση των οξυμένων κοινωνικών προβλημάτων του χώρου, θα συνδεθούν με τα προβλήματα αυτά και θα κάνουν τον σχεδιασμό, την πολεοδομία και τη λαϊκή κατοικία προμετωπίδες των αγώνων τους.

Υπάρχουν, βέβαια, διαχωριστικές γραμμές. Ο Αριστομένης Προβελέγγιος αντιπαραθέτει στον  Κωνσταντίνο Δοξιάδη  ότι ένα χωροταξικό σχέδιο δεν είναι υπόθεση ενός γραφείου ή μιας ομάδας αρχιτεκτόνων. Υπάρχει η ΕΜΟΚΑ7 και η Επιθεώρηση Τέχνης που ασχολείται περιθωριακά με την αρχιτεκτονική. Αλλά στο Σύλλογο Αρχιτεκτόνων, μέσα από το δελτίο που αρχίζει να εκδίδεται το 1961 και τα 6 Πανελλήνια Συνέδρια, προκύπτουν κοινές προτάσεις που απευθύνονται στο κράτος και την κοινωνία και διαγράφουν την ανάγκη ρύθμισης του χώρου – σε αντίθεση με τη συντελούμενη απρογραμμάτιστη ανάπτυξη – και κρατικής παρέμβασης στο ζήτημα της λαϊκής κατοικίας για ν’ αντιμετωπιστούν οι άθλιες στεγαστικές συνθήκες μεγάλου μέρους του πληθυσμού.

 Καθώς απουσιάζει η έρευνα της συγκεκριμένης ελληνικής πραγματικότητας αλλά και η εκτεταμένη επαγγελματική εμπειρία, οι θέσεις των αρχιτεκτόνων έχουν ένα διακηρυκτικό, οραματικό χαρακτήρα. Κυριαρχούν αφηρημένες πολεοδομικές και ρυθμιστικές αρχές και σπανίζουν οι ταξικές προσεγγίσεις. Άλλες πιο ριζοσπαστικές οπτικές, εντοπισμένες στα δεδομένα του ελληνικού χώρου θα προετοιμαστούν στη διάρκεια της δικτατορίας στην Ελλάδα και το εξωτερικό και θα εμφανιστούν, όπως θα δούμε, στη μεταπολίτευση. 

                Όσον αφορά το περιεχόμενο της αρχιτεκτονικής, αυτό δεν αποτελεί αντικείμενο διαλόγου σε συλλογικό επίπεδο. Το ενδιαφέρον είναι στραμένο αποκλειστικά στην κατοχύρωση των αρχιτεκτονικών διαγωνισμών που θεωρούνται ο   μόνος αντικειμενικός θεσμός πρόσβασης των αρχιτεκτόνων στην αρχιτεκτονική και μέσω αυτών στα δημόσια και κοινόχρηστα κτίρια. Η κατοικία, ειδικότερα με τη μορφή της μικροαστικής και μεσοαστικής πολυκατοικίας, δεν αποτελεί, επίσης,  επίδικο αντικείμενο διαλόγου και κριτικής.

Δεν είναι όμως, μόνο έτσι, τα αρχιτεκτονικά  πράγματα. Παρά τη γενικότερη πολιτιστική υστέρηση μιας χώρας εξαρτημένης όπως η Ελλάδα και παρά την απουσία θεωρητικού και κριτικού λόγου παράγονται μέσα από μοναχικές πορείες  όχι μόνο αξιόλογα κτίρια αλλά και πρωτότυπος αρχιτεκτονικός λόγος που εκφράζεται σε αντίστοιχες πρακτικές.

Ο Δημήτρης Πικιώνης ήδη προπολεμικά, ο Άρης Κωνσταντινίδης από τη δεκαετία του ’50  και οι αρχιτέκτονες Δημήτρης και Σουζάνα Αντωνακάκη αργότερα αναζητούν να εκφράσουν, μεταπλάθοντας δημιουργικά μέσα από την ιδιαιτερότητα του ελληνικού τόπου, τις γενικές αρχές του μοντερνισμού, συμβάλλοντας στη γενικότερη άνθιση των τεχνών με ελληνική ταυτότητα, ανοιχτή στον κόσμο, που χαρακτηρίζει τη δεκαετία του ’60.  Ακόμα και η παραμελημένη αρχιτεκτονικά συλλογική κατοικία στα χέρια του Νίκου Βαλσαμάκη στη δεκαετία του ’50, του Άρη Κωνσταντινίδη, του εργαστηρίου 66 αργότερα και άλλων, αποκτά τη σημασία που έχει χάσει ως «δοχείο ζωής» στη μαζικά παραγόμενη πολυκατοικία αλλά και στην εκδοχή της λαϊκής αυτοστέγασης που ακολουθεί τα εμπορευματικά πρότυπα.

Η σχετικά μακροσκελής, αν και επιγραμματική, αναφορά στη δεκαετία του ’60, στα χρόνια πριν την επιβολή της επτάχρονης δικτατορίας, είναι απαραίτητη γιατί πάνω σ’  αυτή την αρχιτεκτονική και πολεοδομική δημοκρατική συλλογική προετοιμασία θεμελιώθηκε  όση αντίσταση υπήρξε και χάρις σ’ αυτήν αποτράπηκαν αρχιτεκτονικά έργα που θα απέδιδαν στο χώρο την ιδεολογία και την αισθητική των συνταγματαρχών.

Κανείς δικτάτορας δεν μπορεί να επιβάλει, όπως ήδη έχω αναφέρει, ένα μορφολογικό ιδίωμα, ενώ μπορεί ν’ απαγορεύσει ένα βιβλίο με δημοκρατικό περιεχόμενο. Αλλά δεν είναι αυτονόητο το ότι μόνο ελάχιστοι αρχιτέκτονες  θα πάρουν μέρος στο διαγωνισμό του Τάματος ή θα σχεδιάσουν κτίρια όπως το Ελληνικό Περίπτερο στη Διεθνή Έκθεση της Οζάκα ή το Μουσείο Πασά. Γι’ αυτή την παθητική, ας την πούμε έτσι, αντίσταση είχε υπάρξει προετοιμασία. Άλλωστε, επειδή ακριβώς η αρχιτεκτονική μορφή δεν προκαλεί συνήθως πολιτικά, οι αρχιτέκτονες μπορούσαν να συνεχίζουν τις ατομικές αρχιτεκτονικές αναζητήσεις τους σε ιδιωτικά έργα ή μέσω αρχιτεκτονικών διαγωνισμών που δεν σταμάτησαν να γίνονται όπως δεν σταμάτησε και η φροντίδα του συλλόγου για τον θεσμό.

Μπορούμε να πούμε, λοιπόν, ότι για την εξέλιξη της αρχιτεκτονικής η δικτατορία, με τη γενική έννοια της στέρησης  της ελευθερίας του λόγου, αποτέλεσε ανασταλτικό παράγοντα, δεν βάρυνε όμως συνθλιπτικά όπως σε άλλους τομείς.

Θα ολοκληρώσω την παρέμβαση αυτή με ορισμένες πλευρές που αφορούν την αντιδικτατορική δράση γύρω από τα θέματα αυτά  στο πλαίσιο του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων.

Ο Σύλλογος Αρχιτεκτόνων συνέχισε να λειτουργεί κατά την επταετία με εκλεγμένη διοίκηση. Ήταν μια δημοκρατική στέγη, ασχολιόταν με επαγγελματικά προβλήματα και πραγματοποιούσε αρχιτεκτονικές εκδηλώσεις με κοινωνικό και πολιτιστικό περιεχόμενο που εξέφραζαν έμμεσα την αντίθεση στην δικτατορία.

Από το 1972, όμως, και μετά η αντιπαράθεση έχει σαφή πολιτικό χαρακτήρα. Ο Σύλλογος θα πάρει θέση υπέρ των φοιτητικών αιτημάτων για την Ανώτατη Παιδεία και κατά της στράτευσης των φοιτητών. Αυτή την περίοδο όλα τα θέματα, που τίθενται με ανοιχτές εκδηλώσεις, αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου και των γενικών συνελεύσεων ή με άρθρα στο δελτίο, αφορούν ρυθμίσεις του χώρου: την προκήρυξη αρχιτεκτονικού διαγωνισμού για 2 10όροφα δημοτικά σχολεία 2500 μαθητών το καθένα, αναγκαστικές απαλλοτριώσεις γης, προβλήματα λαϊκής κατοικίας και περιβάλλοντος, κοινωνικούς αγώνες στο χώρο που συμβαίνουν στην Ελλάδα, τη Χιλή, τη Γαλλία, ή οπουδήποτε στον κόσμο.

Μετά το Πολυτεχνείο η σύγκρουση θα γίνει ανοιχτή, θα παρέμβει η Ασφάλεια και θα υπάρξει συλλογική ενιαία αντίδραση των αρχιτεκτόνων. Θα επιχειρηθεί ακόμα και κατάληψη του ΤΕΕ με πρόσχημα – θα το χαρακτηρίσω έτσι – την επιβολή του περίφημου «καπέλλου» στην οικοδομή.

Σ’ αυτό το πολιτικό περιβάλλον καθιερώνεται η πολεοδομία που αποτελεί προνομιακή οδό για τη συνάντηση των αρχιτεκτόνων με την κοινωνία και την πολιτική δράση. Ως προς το αντικείμενο και τις θεματικές των παρεμβάσεων υπάρχει συνέχεια με τη δεκαετία του ’60. Ήδη, όμως, στη δίνη των διεθνών κινημάτων της δεκαετίας του ’60, η πολεοδομία έχει εμπλουτιστεί θεωρητικά, έχει αναβαθμιστεί πολιτικά και συχνά έχει επεκταθεί μέχρι να συναντήσει την κοινωνική επανάσταση.

Στα δυο τελευταία χρόνια της δικτατορίας και, κυρίως, μέσα στο Σύλλογο Αρχιτεκτόνων διαμορφώνεται η πρωτοκαθεδρία της πολεοδομίας ως κοινωνικής επιστήμης επί της αρχιτεκτονικής ως κοινωνικής τέχνης, δυϊσμός που θα χαρακτηρίσει τη μεταπολιτευτική περίοδο.

Ανοίγω εδώ μια παρένθεση για να σημειώσω ότι η συμφιλίωση της αρχιτεκτονικής με την πόλη και η συνείδηση ότι μια χωρική ρύθμιση, που ασφαλώς προσδιορίζεται οικονομικά και κοινωνικά, γίνεται αντιληπτή οπωσδήποτε και ως χωρική μορφή, δεν αποτελούν κοινό τόπο  ακόμη και σήμερα για πολύ διαφορετικούς, όμως, λόγους από αυτούς της δεκαετίας του ’70. Τότε προείχε, σωστά θα έλεγα, ν’ ασχοληθούμε με τις απαλλοτριώσεις της γης των αγροτών που πραγματοποιούσε με αστυνομικές επεμβάσεις  η δικτατορία για να εγκατασταθούν σε ένα ήδη βιομηχανικά κορεσμένο περιβάλλον οι επιχειρήσεις του Λάτση. Τώρα έχουν τεθεί πολύ περισσότερα ζητήματα. Ή, μήπως, όπως θα έλεγε και ο Μανόλης Αναγνωστάκης, Τώρα μπορεί ο καθένας να μιλά και κυρίως να γράφει για την αγωνία της εποχής, το αδιέξοδο……8

Η αντιδικτατορική δράση εξόπλισε αρκετούς μ’ ένα ασίγαστο πάθος  για τα κοινά που, όμως, έπρεπε να διανύσει για να καρποφορήσει κοινωνικά και πολιτικά όλες τις δύσβατες και χαώδεις ατραπούς της μεταπολίτευσης. Η συγκρότηση ενός αριστερού λόγου καθολικού και ταυτόχρονα εντοπισμένου στην αρχιτεκτονική και την πόλη περνούσε, τουλάχιστον για τους ανθρώπους της δικής μου παράταξης –της ανανεωτικής κομμουνιστικής αριστεράς, μέσα από αφόρητες εσωτερικές και εξωτερικές πιέσεις.

Η ενότητα των αρχιτεκτόνων για τους κοινούς αντιδικτατορικούς σκοπούς εξανεμίστηκε μέσα στην πολυδιάσπαση και τον σκληρό ανταγωνισμό των παρατάξεων της αριστεράς. Άλλωστε, οι αρχιτέκτονες έγιναν πολλοί κι’ έπαψαν ν’ αποτελούν ένα σχετικά ενιαίο στρώμα. Οι επαγγελματίες της αρχιτεκτονικής αποσύρθηκαν σταδιακά από τον Σύλλογο, αργότερα αρκετοί από τους στρατευμένους της πολιτικής κουράστηκαν ή στράφηκαν σε φορείς εξουσίας.

Τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια, ήταν για την  αρχιτεκτονική και την πολεοδομία βίαια αλλά, τελικά, δημιουργικά. Δεν είναι, λίγο, το ότι έστω και για ένα μικρό διάστημα εκατοντάδες άνθρωποι απέδωσαν στην πολιτική το κύριο νόημα της ζωής τους. Ούτε είναι λίγο το ότι, παρά τις απερίγραπτες αντιμονοπωλιακές και εθνοκεντρικές σχηματοποιήσεις του ΚΚΕ και των οργανώσεων της λεγόμενης άκρας αριστεράς, δημιουργήθηκαν αξιόλογοι πυρήνες αρχιτεκτόνων για να σκεφτούν πάνω στα θέματα της αρχιτεκτονικής, και πρωτίστως, της πόλης. Παρά  την αμετροέπεια και τις εμφύλιες διαμάχες, στηριγμένες στην πρώτη ύλη που φτιάχτηκε στη διάρκεια του αντιδικτατορικού αγώνα, μορφοποιήθηκαν οι αξίες και τα προτάγματα που σήμερα χρειάζεται να συντηρήσουμε.

Δεν είναι ότι δεν φοβηθήκαμε. Δεν είναι ότι δεν μας έμεινε μια γεύση πικρή γιατί ως παιδιά πήραμε στις πλάτες μας μεγάλες ευθύνες και ενηλικιωθήκαμε αναγκαστικά.

Αλλά εκείνο που μένει πάνω απ’ όλα είναι ότι αυτά που ζήσαμε εκείνη την εποχή έφτιαξαν για πολλούς ένα πλούσιο και πυκνό κόσμο που ακόμα μας τρέφει και αποτελεί πυξίδα της ζωής μας.

                                                                                                           Ελένη Πορτάλιου

                                                                                                                  αρχιτέκτων

  1,2,3.    Leonardo Benevolo : Η ιστορικότητα του αρχιτεκτονικού έργου

  • Άλκης Χριστοφέλλης : Λειτουργία και στρατηγική της αρχιτεκτονικής σύνθεσης

        Εισήγηση  στο Ζ΄ Πανελλήνιο Αρχιτεκτονικό Συνέδριο

  • Τάκης Σινόπουλος : Το χρονικό
  • Δημήτρης Φιλιππίδης : Ιστορία της Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής.
  • Εταιρεία Μελετών Οικονομικής και Κοινωνικής Ανάπτυξης, που πρόσκειται στην ΕΔΑ.
  • Μανόλης Αναγνωστάκης : Το περιθώριο ’68 ’69.