Ένα λαϊκό ραδιόφωνο για την (επι)κοινωνία
Δημοσιεύτηκε στην Εποχή, 23/9/2005
ΑΠΟ ΤΗ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ
Ένα Λαϊκό Ραδιόφωνο
ΓΙΑ ΤΗΝ (ΕΠΙ) ΚΟΙΝΩΝΙΑ
της Ελένης Πορτάλιου
Λίγα πράγματα βλέπουν το φως της δημοσιότητας για το ραδιόφωνο που κυοφορείται στο χώρο του Συνασπισμού: διαρροές στον τύπο, σύντομη ενημέρωση στο ΣΥΡΙΖΑ, όμως με τον χαρακτήρα συμβατικής υποχρέωσης προς συμμάχους. Έχει οριστεί ο κύκλος των «αρμοδίων» στους οποίους δεν συμπεριλαμβάνονται, παραδείγματος χάριν, άνθρωποι της Εποχής όπως και άλλοι/ες που θα τους αφορούσε ένα ραδιοφωνικό εγχείρημα, θα είχαν να πουν πράγματα γι’ αυτό και διαθεσιμότητα να εργαστούν για την επιτυχία του.
Αλλά το ραδιόφωνο χρειάζεται πολλές ψυχές για να γίνει και να ξεδιπλώσει όλες τις δυνατότητές του, που στηρίζονται στην αμφίδρομη σχέση ανάμεσα στον πομπό και τον δέκτη , στη χαλάρωση των ορίων και των στεγανών ανάμεσα στους ομιλητές και τους ακροατές. Το ραδιόφωνο είναι μια ευκαιρία συν-ομιλίας. Και πολλοί άνθρωποι της ριζοσπαστικής αριστεράς έχουν σήμερα λίγες ευκαιρίες να συνομιλούν μεταξύ τους και με την κοινωνία. Περισσότερο παρακολουθούν τους « επαγγελματίες» της πολιτικής και λιγότερο συμμετέχουν, γίνονται οι ίδιοι/ες πομποί αυτών που ιδιωτικά ή σε μικρούς κύκλους επεξεργάζονται και πράττουν.
Ανάλογα και πολύ πιο σκληρά συμβαίνουν στην κοινωνία. Ο κατακερματισμός και οι ασύμπτωτες διαδρομές των κοινωνικών υποκειμένων και φορέων είναι το στίγμα της εποχής. Γιατί στο επίπεδο της επικοινωνίας βαραίνουν συνθλιπτικά τα αστικά μέσα, βασικά η ιδιωτική τηλεόραση που, με τον βομβαρδισμό από ασυνάρτητες εικόνες και την ομοιοχρωμία των γεγονότων και των μηνυμάτων, ισοπεδώνει τον κριτικό λόγο και τη διαφορά, πολτοποιεί το κοινωνικό φαντασιακό και αποτρέπει την έλλογη και αισθητική προσέγγιση του κόσμου. Ο τηλεοπτικός θεατής είναι ένας τρόπος να στέκεται κανείς απέναντι στα πράγματα και τον κόσμο : άβουλα, χωρίς δυνατότητα αντίδρασης, για να καταμετρηθεί , συμφωνώντας ή διαφωνώντας με την εκπομπή, στα ποσοστά των καναλιών από τα μηχανάκια της AGB.
Αντίθετα οι μέρες ραδιοφώνου είναι ζωντανές, ανήσυχες , ατίθασες, διεγερτικές, μορφωτικές, ψυχαγωγικές, δημιουργικές, τρυφερές, μαγικές, ονειροπόλες. Στις «Radio Days» του Γούντυ Άλεν ο αφηγητής θυμάται τη ζωή του σαν μια παράλληλη αφήγηση με τις εκπομπές που άκουγε και ξαναζεί τη συγκίνηση που άφησαν στη μνήμη του.
Ακόμα και αν η λεγόμενη ελεύθερη ραδιοφωνία στην Ελλάδα έστρωσε το χαλί για να περάσει και να επιβληθεί υπεροπτικά η ιδιωτική τηλεόραση, το ραδιόφωνο έχει εγκατασταθεί από παλιότερα στις λαϊκές αναμνήσεις και η αριστερά έχει μαζί με τις κοινές και της δικές της μέρες ραδιοφώνου. Τα σήματα των σταθμών των αντιδικτατορικών εκπομπών έφτιαχναν μια μυστική κοινότητα πιστών όπως θρόϊζαν ανεπαίσθητα στους φωταγωγούς των πολυκατοικιών. Αλλά και το θέατρο της Τετάρτης, το ποδόσφαιρο τα Κυριακάτικα μεσημέρια, η Λιλιπούπολη, έγιναν δίαυλοι επικοινωνίας, είχαν κοινότητες πιστών των ήχων τους.
Κάποτε το ραδιόφωνο δημιουργούσαν ανήσυχοι πομποί και το έκαναν δικό τους ανήσυχοι δέκτες, ενωμένοι με στενούς δεσμούς και προσηλωμένοι σ’ αυτή την επαφή. Δεν υπήρχε ζάπινγκ. Κρατούσαν τη σχέση , τόσο οικεία και συνάμα μαγική λόγω της φαντασίας που διεγείρει το μισοσκόταδο των ήχων και της φωνής.
Αργότερα το ραδιόφωνο απέκτησε πολιτικό ρυθμό και το ρεπορτάζ έγινε ο βασιλιάς των ερτζιανών. Η επικαιρότητα μας συνεπήρε. Και πολλοί/ες έδωσαν ψυχή για την είδηση, το γεγονός, το σχόλιο, την ενημέρωση , την αλήθεια, εν τέλει την παράσταση του πραγματικού κόσμου. Η γνώμη κυκλοφορούσε ελεύθερη μέχρι να δεσμευτεί στη σκοπιμότητα και τη ρουτίνα. Κόσμος έτρεξε στα ραδιόφωνα και μετέφερε κομμάτια από τη δράση και την εμπειρία του, μουσικά διαμάντια , αδιάφορα για τις εταιρείες, φώτισαν νύχτες και απομεσήμερα, λόγιοι και λαϊκοί είχαν ένα μερίδιο στο ραδιοφωνικό γίγνεσθαι, εκπέμποντας, ακούγοντας και «μπαίνοντας» με τον τρόπο τους στις εκπομπές.
Αλλά η άνοιξη ήταν σύντομη και οι ιδιοκτήτες των σταθμών κυνικοί , με διαπλεκόμενες σκοπιμότητες. Ένας κόσμος ανάποδα έγινε και ο κόσμος του ραδιοφώνου, συνθλίβοντας τόσους και τόσους εργαζομένους των FM. Δύσκολο το φτηνό μεροκάματο που συνόδευσε πολλούς μέχρι την ανεργία. Οι εκπομπές έμειναν εμπορεύματα, τώρα κακής ποιότητας, για να διευκολύνουν τη διακίνηση άλλων εμπορευμάτων. Οι ιδιωτικοί ραδιοσταθμοί ολοκλήρωσαν τον ρόλο που τους είχαν αναθέσει οι ιδιοκτήτες τους και, σήμερα, ή διατηρούνται προσδεδεμένοι σε απαρέγκλιτες πολιτικές σκοπιμότητες ή υποβαθμίζονται ή κλείνουν. Τα δημοτικά ραδιόφωνα εξανεμίστηκαν αφού η ταυτότητά τους ήταν δυσδιάκριτη και ο στόχος τους αμφιλεγόμενος ή ανύπαρκτος. Παρ’ όλ’ αυτά υπάρχουν ακόμα εκπομπές με αξία, που αντέχουν στο χρόνο.
Το καλό ραδιόφωνο παραμένει, όμως, ανάγκη όσο η επικοινωνία δεν παύει να είναι πρώτη ανθρώπινη ανάγκη όσο υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν στην πολιτική και μάλιστα αυτή που αλλάζει τον κόσμο, στην κοινωνική δράση και τη λαϊκή παρέμβαση, στην τραγικότητα και την ομορφιά της τέχνης, στην ευγένεια της σάτυρας, στην ελευθεριότητα της ευφυούς πένας, στην αντισυμβατικότητα του ευφαντάστου λόγου και γι’ αυτό υπολογίζουν σ’ ένα δημόσιο χώρο μαχόμενο, κριτικό, συγκρουσιακό, αλληλέγγυο. Και ένα λαϊκό ραδιόφωνο, ένα radio popolare όπως θα έλεγαν οι σύντροφοι στην Ιταλία, όπου η λαϊκή αυτενέργεια έχει γράψει ιστορία, είναι ένα είδος δημόσιου χώρου.
Υπάρχουν σήμερα οι προϋποθέσεις για ένα τέτοιο ραδιόφωνο ; Υπάρχουν αλλά χρειάζεται ένα αισιόδοξο σχέδιο συνάντησης των ανθρώπων της δικής μας ευρύτερης αριστεράς και όχι μόνο, που θα το πιστέψουν, θα το αγαπήσουν και θα το φτιάξουν, εκπέμποντας, ακούγοντας και σχολιάζοντας τις εκπομπές του. Χρειάζεται ένα προσκλητήριο ευρέος φάσματος, ένα ουράνιο τόξο, που ν’ αγκαλιάζει μια κοκκινοπράσινη καρδιά, με τους πολιτικούς σχολιαστές του, τους δαιμόνιους ρεπόρτερς του, τους δράστες της καθημερινής ζωής αυτοπροσώπως, τις υπάρχουσες κοινωνικές οργανώσεις και τους φορείς, τους πειρατές των ερτζιανών, τους ερασιτέχνες των πομπών, τους συνδικαλιστές, τους διανοούμενους, τους καλλιτέχνες, όλες και όλους, τελοσπάντων, αυτούς τους δημιουργούς, να εκπέμπουν ελεύθερα, συνεργάτες σε ένα συλλογικό σχέδιο.
Μια ραδιοφωνική κοινότητα, όπως και κάθε δημιουργική κοινότητα, δεν φτιάχνεται, όμως, κατ’ εντολήν. Αυτοσυγκροτείται και θα ήταν αστείο να φοβούνται κύκλοι του Συνασπισμού ότι εκατοντάδες χαρισματικοί άνθρωποι, επώνυμοι και μη, μικροί και μεγάλοι, άνδρες και γυναίκες, που είναι σήμερα το αλάτι της κοινωνίας και της πολιτικής, που ξεχωρίζουν στους αγώνες και τη δουλειά τους, που έχουν τη μακριά ή τη σύντομη ιστορία τους, που μόνο αφιλοκερδώς δούλεψαν στη ζωή τους, δεν θα μπορέσουν να βρουν τον δρόμο της συνάντησης, της σύνθεσης και της αυτοδιαχείρισης ενός ραδιοφώνου. Μαζί με επαγγελματίες ; Προφανώς. Αλλά οι επαγγελματίες δεν είναι πανάκεια επειδή απασχολούνται επ’ αμοιβή – διαθέτουμε άφθονα παραδείγματα μηδενικής απόδοσης έμμισθων στελεχών. Ούτε, άλλωστε, η αυτενέργεια, ο εθελοντισμός και η αυτοδιαχείριση σέρνονται στα δώματά μας. Είναι, όμως, ενδιάθετες δυνατότητες της αριστερής κουλτούρας και των αριστερών και χρειάζεται να βρεθούν οι διαδικασίες που αρμόζουν για να σχηματιστεί μια, λανθάνουσα σήμερα, φυσιογνωμία της αριστεράς από την οποία εξαρτάται και το μέλλον της.
«Εθελοντικά» ήταν ένα κείμενο του Τάκη Μπενά σε μια πρόσφατη Εποχή. Δεν τους υποχρέωσε κανείς να προσφέρουν το αδύνατο στην κοινή υπόθεση της αλλαγής του κόσμου. Δεν τους τσάκισε το ανελέητο ξόδεμα σώματος και ψυχής διότι τους υπερπλήρωνε το μεγαλείο μιας συλλογικής δημιουργίας που συντάραζε την ιστορία και την οποία ανέλαβαν εθελοντικά.
Βεβαίως βρισκόμαστε σε άλλους χρόνους και σε άλλους τόπους, ατομικής αναδίπλωσης και μειωμένων κοινών προσδοκιών. Αλλά το κάθε τι που πράττουμε με την αριστερή μας ιδιότητα δεν παύει να αποτελεί ένα υπόδειγμα, ένα αποτύπωμα αυτού που φανταζόμαστε ότι είναι ένας άλλος εφικτός κόσμος. Γι’ αυτό, αν μη τι άλλο, χρειάζεται να συζητήσουμε δημόσια τη δυνατότητα, τη μορφή και το χαρακτήρα ενός «λαϊκού ραδιοφώνου» από τη ριζοσπαστική αριστερά, για την (επι)κοινωνία.