Πόλη και Μετανάστευση
Η μετανάστευση ως ένα κλειδί της μεγαλούπολης
Walter Benjamin
Ανάμεσα στο 1925 και το 1930 ο Walter Benjamin, ο φιλόσοφος της καπιταλιστικής μητρόπολης, σχεδίασε τα πορτραίτα τεσσάρων πόλεων : της Νάπολης (1925), της Μόσχας (1927), της Μασσαλίας (1929) και του Βερολίνου (1930), γενέθλιας πόλης του.
Αυτός που ταξιδεύει στην πόλη του ταξιδεύει στο παρελθόν αντί να ταξιδέψει μακριά, σχολιάζει ο Peter Szondi1. Η ξένη πόλη μοιάζει περισσότερο από τη δική μας, που υπόκειται στη συνήθεια, με τον λαβύρινθο – πατρίδα του δισταγμού και της έκπληξης, συστατικής κατάστασης της παιδικής ηλικίας. Η ξένη πόλη αποτελεί στο χώρο, αυτό που είναι η ανάμνηση στο χρόνο, δηλ. το ταξίδι του συγγραφέα στο Βερολίνο των παιδικών του χρόνων.
Οι τέσσερεις πόλεις ήταν τότε κινούμενοι κόσμοι. Η Μόσχα μπορούσε ν’ απορροφήσει τους κραδασμούς της καρδιάς ενός ξένου. Το σοκ της άγνωστης γης και των κινδύνων της νεωτερικότητας, που δοκίμαζε ο επισκέπτης ή / και ο κάτοικος της καπιταλιστικής μητρόπολης, εδώ δεν θα εκδηλωνόταν πια παρά με την μορφή ενός ταξιδιού, γεμάτου συγκρούσεις, στο άγνωστο του αναδυόμενου καινούργιου κόσμου.
Οι πόλεις της Μεσογείου πάλι, σμιλεμένες από παρελθόντα χρόνο, ήταν φιλικές, είχαν κάτι από το μέλλον, από την κυριαρχία της αυλής και του δρόμου που είναι τα καταφύγια της παιδικής ηλικίας και οι καταλληλότεροι τόποι για τα μάτια που ανοίγονται αχόρταγα στην εμπειρία. Η Μόσχα έπαιρνε τη σκυτάλη από την αρχαϊκή συλλογικότητα του Νότου και τη σύμπνοια της αρχιτεκτονικής με την αεικίνητη παιδική καθημερινότητα για να τις εκφράσει με όρους επαναστατικής κίνησης και παλλόμενης νέας κοινοτικής ζωής.
Στη Μόσχα ο ξένος θα μπορούσε να μην είναι πια παρείσακτος και οδυνηρά σοκαρισμένος ακόμα και αν δεν έφτανε εκεί από δική του επιλογή. Άλλωστε οι προλετάριοι της εποχής παρ’ ότι δεν είχαν καμιά ευκαιρία να γυρίσουν τον κόσμο ήξεραν να πεθαίνουν στη Μαδρίτη, δηλ. να οικειοποιούνται ένα ξένο τόπο όχι μόνο την ώρα των οδοφραγμάτων αλλά και στην πιο προσωπική ανθρώπινη στιγμή: τον θάνατο.
Το 1927 ο Benjamin ξεκινά το περίφημο έργο του για τις Παρισινές στοές – το Passagenwerk που αποτελεί μια κριτική ματιά στη νεωτερικότητα και μαζί στην έννοια της προόδου. Χωρίς να μιλά για τη μετανάστευση ανοικτά παρά σε μια φράση πυκνή και ανεξιχνίαστη – η μετανάστευση ως κλειδί της μεγαλούπολης – στο έργο του Σαρλ Μπωντλαιρ, ένας λυρικός στην ακμή του καπιταλισμού – την έχει σκιαγραφήσει και προσεγγίσει φιλοσοφικά μέσα από την κατακερματισμένη εικόνα της νεωτερικής πόλης που αναδύεται τον 19ο αιώνα και εγγράφεται θραυσματικά και οδυνηρά στην καρδιά ενός θνητού.
Τον 19ο αιώνα οι θνητοί προλετάριοι είναι εσωτερικοί μετανάστες, ξερριζωμένοι αγρότες, πρώην δουλοπάροικοι παρασυρμένοι από τη δίνη της ταχύτατης και ασίγαστης κίνησης του κεφαλαίου που, σαρώνοντας την παραδοσιακή έννοια του χρόνου, εμβάλλει στον τόπο με τη δυναμική σεισμικών αναταράξεων. Στη μεγαλούπολη επικρατεί το συναίσθημα του γυμνού τρόμου2 για όσους, όπως ο Μπωντλαιρ, η νεωτερικότητα αποδεικνύεται το πεπρωμένο τους.
Την επόμενη της επανάστασης του 1848 στο Παρίσι ο Βαρώνος Haussmann προχώρησε στην ανατροπή της εικόνας ης πόλης με τα λιτά μέσα που μπορεί κανείς να φανταστεί : φτυάρια, κασμάδες, λοστούς και τα παρόμοια. Ποιο μεγάλη καταστροφή είχαν κιόλας προκαλέσει από τα περιορισμένα εργαλεία! Και πώς αναπτύχθηκαν έκτοτε μαζί με τις μεγάλες πόλεις τα μέσα ισοπέδωσής τους3.
Ήδη από την εποχή της Γαλλικής επανάστασης είχε αρχίσει η αρίθμηση των κατοικιών που έγινε υποχρεωτική το 1805. Στις προλεταριακές συνοικίες του Παρισιού είχαν υπάρξει αντιστάσεις γιατί αυτό επέτρεπε τον αστυνομικό έλεγχο και οι άνθρωποι συνέχιζαν μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα να δίδουν την διεύθυνσή τους όχι μόνο με το όνομα του δρόμου αλλά και με το όνομα του σπιτιού, εμμένοντας σε μια παρωχημένη οικειότητα.
Όμως οι νέες κανονικότητες θα επιβληθούν τελικά στη μεγαλούπολη και τον ανθρώπινο τόνο θα δώσει το πλήθος – μια ασύνταχτη μάζα που τρομάζει με την απρόσωπη, γι’ αυτό ανοίκεια, παρουσία της αλλά που, ταυτόχρονα, καλύπτει τον καταζητούμενο ή τον ξένο όπως το σκοτάδι. Η ανωνυμία θα γίνει το πέπλο αυτού που έχει χάσει την ταυτότητά του και αυτού που του στερούν το όνομα.
Μαζί με την εμφάνιση του εμπορεύματος στην πόλη και τη μετατροπή της εργατικής δύναμης σε εμπόρευμα προς πώληση εμφανίζεται η αποξένωση από την ανθρώπινη κατάσταση μέσα στις κολοσσιαίες συγκεντρώσεις εκατομμυρίων ανθρώπων, που περιγράφει ο Engels μιλώντας για το Λονδίνο στην Κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία.
Αλλά αυτή η συσσώρευση πολλαπλασιάζει ταυτόχρονα τη δύναμη των μαζών, κυοφορεί τον σχηματισμό της ατσάλινης μάζας του προλεταριάτου4 που επιδίωκε ο Μαρξ.
Ας ξαναγυρίσουμε στον συγγραφέα μας, τον Walter Benjamin και τα πορτραίτα των τεσσάρων πόλεων- της Νάπολης, της Μόσχας, της Μασσαλίας και του Βερολίνου – γιατί τον καιρό της συγγραφής τους αντιμετώπιζε ένα περιβάλλον που εμφανίζει ορισμένες σύγχρονες αναλογίες: έβλεπε την δυνατότητα ενός άλλου κόσμου και διερευνούσε τις κοινωνικές και χωρικές προϋποθέσεις αλλά, ταυτόχρονα, ανοιγόταν μπροστά του η άβυσσος του επερχόμενου φασισμού.
Όπως σχολιάζει, ο Peter Szondi, ο Βenjamin δεν αποφεύγει το μέλλον , αλλά το αναζητεί σε εκείνα τα βιώματα της παιδικής ηλικίας μέσα στην ταραχή των οποίων μοιάζει να έχει διαχειμάσει. Το βλέμμα που ρίχνει προς τα πίσω είναι το βλέμμα της τσακισμένης ουτοπίας, η οποία δεν μπορεί να ανάψει «τη σπίθα της ελπίδας» παρά μόνο στο «παρελθόν». Αυτός που σε εκείνα τα χρόνια της ανόδου του Τρίτου Ράιχ δεν μπορούσε ούτε να κλείσει τα μάτια στην πραγματικότητα ούτε να παραιτηθεί από την υπόσχεση μιας πιο ανθρώπινης εποχής, οδηγήθηκε στο να συνδέσει ελπίδα και απελπισία σε ένα παράδοξο5.
Μετά το 1933, που ο Walter Benjamin παίρνει τον δρόμο της εξορίας, δεν ξανασχεδιάζει πορτραίτα πόλεων. Εκείνη την εποχή, στους κύκλους των μεταναστών κυκλοφορούσε το ανέκδοτο για τον Εβραίο που σχεδίαζε να μεταναστεύσει σε μια μακρινή χώρα και ο οποίος, όταν οι φίλοι του στο Παρίσι απόρησαν που θα πήγαινε τόσο μακριά, απάντησε: «μακριά από πού;». Με την απώλεια της πατρίδας χάνεται και η κατηγορία της απόστασης. Αν όλα είναι ξένα, τότε δεν υπάρχει και εκείνη η ένταση ανάμεσα στην απόσταση και την εγγύτητα, από την οποία αντλούν ζωή τα πορτραίτα των πόλεων του Benjamin. Τα ταξίδια του μετανάστη δεν είναι από αυτά που αναπολεί κανείς. Ο γεωγραφικός του χάρτης δεν γνωρίζει το Αρχιμήδειο σημείο από το οποίο η ξένη χώρα θα μπορούσε να μπει στην εικόνα6.
Εξόριστος ο συγγραφέας μας στο Παρίσι βάζει τέλος στη ζωή του, το 1940, μετά την μάταιη απόπειρα να περάσει τα Πυρηναία προς την Ισπανία και να φύγει στις ΗΠΑ. Αυτό το τραγικό τέλος εγκλείει μια συμβολική παραπομπή: ως ξένος ο Βenjamin συνδύαζε ελπίδα και απελπισία, ως ξένος που αναζητεί να μεταναστεύσει δεν γνωρίζει παρά μόνο την απελπισία και γίνεται αυτόχειρας για να μην σκοτωθεί από εχθρικό χέρι.
Έχουμε εδώ μπροστά μας μια καλπάζουσα οδύνη, τα κύματα του φόβου και του πόνου που περιγράφουν οι σημερινοί μετανάστες καθώς μετακινούνται σε τεράστια σύνολα ξερριζωμένοι από τις γενέθλιες χώρες τους, με ανάμικτα αισθήματα απαισιοδοξίας και ελπίδας που συχνά διαψεύδεται.
Η νεωτερικότητα του 19ου αι. έχει πάρει τη μορφή της παγκοσμιοποίησης που εκλαμβάνεται ως πρόοδος. Η Μελαγχολία του Durer θα μπορούσε να είναι μια μελαψή γυναίκα σ’ ένα λεωφορείο της γραμμής και ο Νέος Άγγελος του Κlee, με τα τσακισμένα φτερά από τις θύελλες της ιστορίας, ένα παιδί τσακισμένο από τα κύματα της θάλασσας μέσα στα σαπιοκάραβα που μεταφέρουν ανθρώπους χειρότερα κι’ από πραμάτειες .
Η επίθεση του καπιταλισμού στην πόλη του 19ου αι. είχε δυο συμπτωματικές διαστάσεις που μας αφορούν: τη συμπίεση των χωρικών αρχαϊκοτήτων που θα μπορούσαν να σηματοδοτήσουν τη νέα μορφή της πόλης και την ενσωμάτωση των κατοίκων της στο πλήθος. Παρ’ όλα αυτά επειδή ο κόσμος και στην πιο ακραία επαφή του με την άβυσσο θα μπορεί να την εισπράττει ως ανεστραμμένο είδωλο του ουρανού, οι ισορροπίες είναι πάντα ασταθείς και, οπωσδήποτε, το μέλλον ανέκδοτο.
Τον 19ο και τον 20ο αιώνα η πόλη δεν παραδόθηκε τελειωτικά, ούτε και οι προλεταριοποιημένοι αγρότες. Στις πόλεις φτειάχτηκαν κοινωνικές ταυτότητες και χώροι οικείοι ή και χώροι ελευθερίας.
Σήμερα η Ευρώπη και η Ελλάδα δέχονται χιλιάδες μετανάστες. Είναι οι νέοι προλετάριοι του 21ου αιώνα και ας μην εκληφθεί αυτό ως ταξική ανάλυση αλλά ως αναλογία για ένα μέλλον που δεν ξέρει άλλο καταφύγιο από το παρελθόν. Ας εκληφθεί ως αναφορά στο άουτελ και την τελευταία αρκούδα του Πίνδου από το Διπλό Βιβλίο του Δημήτρη Χατζή που μίλησε γι’ αυτά τα πράγματα στην ελληνική εκδοχή τους: για τον ξερριζωμό, την αποξένωση, το πλήθος, την επιστροφή, τα σημεία αναφοράς της προσοικείωσης του ανθρώπου με τον εαυτό του και τους άλλους.
Ο Χατζής είδε τη βιομηχανική ευρωπαϊκή πόλη της μεταπολεμικής περιόδου με τα μάτια του μετανάστη. Η γραφή του διαθέτει τη σχεδόν άχρονη φυσικότητα των προς εξαφάνιση σημαντικών ειδών και συναισθημάτων. Μπόρεσε, νομίζω, να νοιώσει τις καταστάσεις και να επαναφέρει τη χαμένη διάσταση της εμπειρίας, οδυνηρής εν προκειμένω, γιατί διέθετε τη στόφα εκείνων των ανθρώπων της αριστεράς για τους οποίους το μέλλον δεν έχει σχηματοποιηθεί αλλά αποτελεί ένα σπόρο από το παρελθόν που ανοίγει, ίσως, μια ρωγμή στο παρόν.
Οι μετανάστες από ξένες χώρες είναι, λοιπόν, οι σημερινοί ξερριζωμένοι των πόλεων αλλά και μια ανθρώπινη δύναμη ενός πολυπολιτισμικού κόσμου που δεν μπορεί ν’ αποκλειστεί στο μέλλον.
Το χέρι που απλώνουμε στον φίλο μας – αναφέρομαι στην ανοιχτή παλάμη και το ne touche pas a mon pote του γαλλικού sos racisme – είναι χέρι στον εαυτό μας.
Η ένταξη των μεταναστών στην πόλη αφορά και τη δική μας αποξένωση από τον χώρο της, αφορά τον εξανθρωπισμό του πλήθους που μας κληροδότησε ο 19ο αι., αφορά την αντίσταση στις συνεχείς διαδικασίες της gentrification δηλ. της απώθησης των λαϊκών τάξεων από τα κεντρικά σημεία της πόλης μέσα από μηχανισμούς εμπορευματοποίησης των ιστορικών περιοχών της.
Η μετανάστευση είναι σύμφυτη κατάσταση στη βιομηχανική και την μεταβιομηχανική πόλη. Δεν έχει σημασία ότι τα κύματα προσφύγων ήρθαν το 1922 στην Ελλάδα από την Μικρά Ασία και σήμερα από την Αλβανία ή το Μπαγκλαντές. Αυτό που έχει σημασία είναι ν’ αποκρούονται, τόσο περισσότερο όσο οι ανθρώπινες μετακινήσεις είναι εξαναγκαστικές, τα παλιά και νέα τείχη που δημιουργούν τα πολλαπλά όρια στο εξωτερικό και το εσωτερικό των πόλεων και τα οποία, μετατρέποντας τους κατοίκους τους σε εξόριστους, μετατρέπουν τις ίδιες σε τόπους εξορίας .
Η βάναυση αδιαφορία και η απαθής απομόνωση κάθε ανθρώπου στα ιδιωτικά του συμφέροντα, όπως γράφει ο Engels, είναι η κατάσταση του πλήθους. Αυτή η κατάσταση εκκολάπτειτο αυγό του φιδιού και διαμορφώνει τις ψευδείς ταυτότητες του ρατσισμού.
Οι μετανάστες με την παρουσία τους στις πόλεις έκαναν πρόδηλη τη κατάσταση της ανισότητας και της αδικίας, επαναφέροντας, έτσι, ρητά το πανάρχαιο περιεχόμενο των κοινωνικών αγώνων. Ταυτόχρονα, οι μετανάστες, για τους οποίους η κατοικία είναι πρώτιστο δικαίωμα όπως για όλους, οδηγημένοι από την ανάγκη επανανοηματοδότησαν τον ξεχασμένο δημόσιο χώρο της πόλης που είχε αποδοθεί στην κατανάλωση.
Τέσσερεις πόλεις σκιαγραφούσε ο Walter Benjamin. Η Μόσχα δεν είναι πια το εργαστήρι της επαναστατικής κίνησης αλλά ο καθένας διαθέτει την ψυχική βάση του γενέθλιου Βερολίνου του. Οι πόλεις του Νότου, η Νάπολη και η Μασσαλία μπορεί να είναι οι πόλεις καταγωγής που κουβαλούν μέσα τους οι σύγχρονοι μετανάστες.
Όπως έβαλαν χρώμα στα πανό μας, μουσική στους δρόμους μας και ζωή στις πλατείες μας, μπορούν να νοηματοδοτήσουν από τη μεριά τους τη θαμπή εικόνα της πόλης που χάνεται ως τόπος οικειότητας, συγκρούσεων, συνύπαρξης και ελευθερίας.
Σήμερα μπορεί να βλέπουμε την οθόνη των προσδοκιών μας να κατακλύζεται από την οδύνη των εξαναγκασμένων ταξιδιών των μεταναστών τα οποία δεν είναι από αυτά που αναπολεί κανείς. Και αναμφίβολα μοιάζειη κυρίαρχη ανθρώπινη κατάσταση να είναι ο πόνος που παράγει η σύγχρονη καπιταλιστική βαρβαρότητα. Αλλά όπως τα λουλούδια ανθίζουν στην ξερή γη έτσι και οι άνθρωποι που φτάνουν σε ένα τόπο θέλουν να ριζώσουν με αξιοπρέπεια και να δημιουργήσουν. Αυτό λέγεται, συνήθως, να ενταχθούν. Αυτή την ένταξη πρέπει να την εκλαμβάνουμε πρωτίστως ως αλληλέγγυα ανταλλαγή που προοιωνίζεται ένα πολυπολιτισμικό κόσμο.
Παραπομπές:
1, 5, 6 Peter Szondi,
Δοκίμια, Τα πορτραίτα πόλεων του Walter Benzamin
2, 3, 4 Walter Benzamin,
Σαρλ Μπωντλαιρ – Ένας λυρικός στην ακμή του καπιταλισμού