Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «αληthεια», φθινόπωρο 2015, τ.8, σελ, 273-279,

με τίτλο «Η χωρική συνθήκη της Μετανάστευσης»

Ερευνητικό Πρόγραμμα GeMIC (Gender, Migration, and Intercultural Interactions)

Παρουσίαση συλλογικού τόμου : «Φύλλο, μετανάστευση, Διαπολιτισμικότητα»

Εργαστήριο Σπουδών Φύλου, Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής, Πάντειο Πανεπιστήμιο

3 Δεκεμβρίου 2013

Σχολιασμός : Ελένη Πορτάλιου, καθηγήτρια Αρχιτεκτονικής Σχολής ΕΜΠ,

                                                      δημοτική σύμβουλος δήμου Αθηναίων

 
Η έκδοση στα ελληνικά, από τις εκδόσεις «νήσος» σε συνεργασία με το Εργαστήριο Σπουδών Φύλου – Πάντειο Πανεπιστήμιο, της ενότητας του Ερευνητικού Προγράμματος GeMIC (Gender, Migration, and Intercultural Interactions) που πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα από ελληνίδες ερευνήτριες και έναν έλληνα ερευνητή, αποτελεί μια σημαντική κατάθεση στη διαπραγμάτευση θεωρητικών και πρακτικών διαστάσεων του Φύλου, της Μετανάστευσης, της Διαπολιτισμικότητας και των μεταξύ τους αλληλεπιδράσεων. Πολύ περισσότερο που η έρευνα πεδίου συγκροτεί ένα είδος εξαιρετικά παραστατικού ντοκιμαντέρ αμοντάριστων πλάνων, χωρίς εικόνα, με τη φυσική παρουσία των έμφυλων υποκειμένων τα οποία αφηγούνται τη ζωή τους – εδώ στην Ελλάδα, σε αναφορά με το εκεί – των χωρών προέλευσης.

Έχει σημασία να τονίσουμε ότι το Ερευνητικό Πρόγραμμα διεξήχθη από το 2007 έως το 2010, δηλαδή σε ένα χρονικό διάστημα που για την Ελλάδα αποτελεί το τέλος μιας εποχής και την αρχή μιας νέας. Το 2010 είναι τομή τόσο για τους ημεδαπούς/ες όσο και για τους αλλοδαπούς/ες.  Αρχίζει η περίοδος της μαζικής ανεργίας και της εργασιακής επισφάλειας που πλήττει πρώτ’ απ’ όλους τους μετανάστες/τριες.

Όπως αναλυτικά μας παρουσιάζει η Μαρία Στρατηγάκη στο κείμενό της «Το φύλο στις πολιτικές μετανάστευσης και οι μετανάστριες στις πολιτικές ισότητας των φύλων», βασικά κείμενα της ελληνικής πολιτικής για την ένταξη των μεταναστών εντάσσονται αυτή την περίοδο στην ελληνική νομοθεσία, συγκεκριμένα το Πολυετές Πρόγραμμα του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ένταξης Υπηκόων Τρίτων Χωρών 2007-2013. Εντάσσονται, επίσης, μετά το 2004, κείμενα σχετικά με τη μετανάστευση και τις πολιτικές ισότητας των φύλων, όπως τα Προγράμματα Δράσης για τις περιόδους 2004-2008 και 2010-2013. Εξ’ άλλου, σταδιακά από το 1991 έως το 2005 ψηφίζονται ελληνικοί νόμοι για τους μετανάστες χωρίς να περιλαμβάνουν την έμφυλη διάσταση των υποκειμένων, με θετική εξέλιξη τον νόμο περί ελληνικής ιθαγένειας το 2010, ο οποίος περιλαμβάνει τις μετανάστριες μέσω αναφοράς σε χορήγηση ιθαγένειας στα τέκνα μονογονεϊκών οικογενειών.

Παρά το ότι η ελληνική νομοθεσία εκσυγχρονίζεται με όλες τις αντιφάσεις και τις στερεοτυπικές προσεγγίσεις, που ακριβώς αποτελούν αντικείμενο της έρευνας, το ρατσιστικό φαινόμενο – αν εκλάβουμε ως σχηματική χρονική τομή το 2010 – αρχίζει έκτοτε να πολλαπλασιάζεται ραγδαία και να αποκτά ανεξέλεγκτες διαστάσεις τόσο στις κρατικές όσο και στις κοινωνικές και ιδεολογικές του εκφάνσεις. Αν, δηλαδή, η έρευνα γινόταν την περίοδο 2010-2013, και μάλιστα συγκριτικά με την προηγούμενη τριετία, θα αντιλαμβανόμασταν τις εξαιρετικά δυσμενείς ανατροπές ακόμα και στην απλή ανοχή της παρουσίας των μεταναστών/τριων από μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Θα διαπιστώναμε για παράδειγμα ότι η διαπολιτισμικότητα σε αντιπαράθεση με την αφομοιωτική πολυπολιτισμικότητα, που βασίζεται στην προβαλλόμενη ανωτερότητα του δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού, παραμένει μεν μια θεωρητική αφετηρία διαπραγμάτευσης της μετανάστευσης, όμως τόσο στην κρατική πολιτική όσο και στις κοινωνικές αντιλήψεις έχουν επικρατήσει η απόρριψη του ξένου και η μηδενική ανοχή. Η άνοδος του ρατσισμού στην Ελλάδα, όπως εκφράστηκε με την εγκληματική οργάνωση της Χρυσής Αυγής και τον θεσμικό και έμπρακτο ρατσισμό του κράτους, κατέστησε σχεδόν αδύνατη την παρουσία των μεταναστών/τριων στο δημόσιο χώρο λόγω των εκτεταμένων πογκρόμ, που είχαν ως συνέπεια εκατοντάδες βαρείς τραυματισμούς, αλλά και των επιχειρήσεων σκούπας, οι οποίες κατέληγαν σε συλλήψεις και μαζικούς εγκλεισμούς σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Πρόκειται για μια εκτεταμένη εκκένωση του δημόσιου χώρου και για άρση της παραδοσιακής  προστασίας του ιδιωτικού.

Όσον αφορά την εργασία, παρότι ανήκει στην ιδιωτική σφαίρα της παραγωγής και της κατανάλωσης, η εργασιακή συνθήκη,  ακόμα και στις περιπτώσεις των οικιακών βοηθών και των υπηρεσιών φροντίδας ηλικιωμένων και ασθενών, αποτελεί ένα πεδίο διαπραγμάτευσης της μεγαλύτερης δυνατής κοινωνικής ένταξης και δημόσιας παρουσίας των μεταναστών/τριων. Πολύ περισσότερο που, επειδή συνήθως είναι το βασικό κίνητρο εγκατάστασης στην Ελλάδα, η ζωή των αλλοδαπών συγκροτείται γύρω από την εργασία. Είτε δουλεύουν μεροκάματο, είτε κάνουν δουλειές του ποδαριού ή διατηρούν μικρά καταστήματα, μέσω της εργασίας οι μετανάστες/τριες κάνουν αισθητή δημόσια την ύπαρξή τους στην πόλη και την κοινωνία πόλης. Συχνά το ψωμί που κερδίζουν είναι φτωχό και πολύ πικρό καθώς έρχονται αντιμέτωποι/ες με πολλαπλές διακρίσεις. Η μετά το 2010 και η σημερινή, όμως, συνθήκη μετατρέπει την εργασία σε άχθος αρούρης  καθώς αυτή, πλην των εγγενών προβλημάτων της, εμπεριέχει πολλαπλούς εξωτερικούς κινδύνους (επισφαλής μετακίνηση, πυρπολήσεις καταστημάτων, αστυνομικοί έλεγχοι, προσαγωγές στα αστυνομικά τμήματα, κ.λπ.). Η εργασία ως διαδικασία δημοσιότητας και εξόδου στο δημόσιο χώρο βρίσκεται σε καθεστώς επιτήρησης και ο δημόσιος χώρος της καθημερινής ζωής εμφανίζεται εκ προοιμίου απειλητικός.

Να σημειώσω ότι, αν και στην Ελλάδα τα νέα δεδομένα στην αντιμετώπιση της μετανάστευσης αφορούν σε μαζικές μορφές ακραίας βίας και καταστολής, η όξυνση του ρατσισμού δεν αποτελεί μόνο ελληνικό φαινόμενο. Η άνοδος των ακροδεξιών και ανοιχτά ναζιστικών/φασιστικών κομμάτων είναι πραγματικότητα τόσο στην ανατολική όσο και τη δυτική και βόρεια Ευρώπη.

Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα πυροδότησε σοβαρές εξελίξεις στη χώρας μας. Η διαδικασία εξάρθρωσης της Χρυσής Αυγής, αν και δεν έχει περιλάβει τα μέλη και τις εγκληματικές τους ενέργειες, αλλάζει εκ νέου τα δεδομένα της καθημερινής ζωής των μεταναστών/τριών. Όπως είπε η εκπρόσωπος των Αφρικανών Γυναικών έφυγε ένα μαύρο σύννεφο από πάνω μας. Αρκετοί, όμως, είτε έχουν ήδη φύγει/απελαθεί ή βρίσκονται έγκλειστοι σε στρατόπεδα και, πάντως, πολλοί δεν επιθυμούν να παραμείνουν αλλά να μεταναστεύσουν εκ νέου όπου αυτό είναι δυνατόν ή να επιστρέψουν στον τόπο καταγωγής τους, καθώς η εξεύρεση της εργασίας είναι σχεδόν αδύνατη.      

Τούτων δεδομένων θα προσεγγίσω την έρευνα από την πλευρά του δημόσιου χώρου, που αποτελεί ένα οικείο σε μένα αντικείμενο και θα προσθέσω στα συμπεράσματα της έρευνας υποσημειώσεις των ριζικών ανατροπών οι οποίες έχουν συντελεστεί μετά το 2010.

Σπεύδω να πω ότι το θεωρητικό πλαίσιο ανάγνωσης των ερευνητικών αντικειμένων συνιστά μια αυτόνομη και σχετικά ανεξάρτητη από τον χρόνο συνθετική παραγωγή, η οποία συνδιαλέγεται με τη διεθνή βιβλιογραφία, κατασκευάζοντας δημιουργικά και εντόπια τη θεωρητική βάση εξέτασης του ερευνητικού υλικού. Ο δημόσιος χώρος εμπλέκεται και στα 6 θεματικά πεδία της έρευνας : διαπολιτισμική εκπαίδευση, συγκρότηση της γειτονιάς και κινήματα πόλης, συγκρότηση της εθνικής ταυτότητας από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τον κινηματογράφο, βία κατά των γυναικών, παράνομη διακίνηση και εμπορία ανθρώπων, θρησκευτικές πρακτικές, μεικτοί γάμοι και δια-εθνικές οικογένειες. Επομένως θα αναφερθώ στα περισσότερα κεφάλαια.

Το κεφάλαιο «Πρακτικές συνύπαρξης στις γειτονιές της πόλης. Συναντήσεις στην Κυψέλη», των συγγραφέων Ντίνας Βαϊου, Όλγας Λαφαζάνη και Ρούλης Λυκογιάννη, είναι το κατ’ εξοχήν κείμενο του ερευνητικού προγράμματος στο οποίο αναπτύσσεται με οξυδερκείς εστιάσεις η μικροφυσική των σχέσεων συνύπαρξης ημεδαπών και αλλοδαπών στο δημόσιο χώρο και οι πρακτικές παρουσίας και οικειοποίησής του από την πλευρά των μεταναστών/τριών.

Η πλατεία Κυψέλης, η Φωκίωνος Νέγρη και η Δημοτική Αγορά είναι οι τόποι συνάντησης, αναγνώρισης, οριοθετήσεων και υπερβάσεων. Ως τόποι μετακίνησης αλλά και ξεκούρασης/αναψυχής, που καθορίζονται από τη φυσική παρουσία και τη συνύπαρξη ημεδαπών και αλλοδαπών, επιτρέπουν κατ’ εξοχήν την ανάπτυξη σχέσεων ανοχής, συμβίωσης, επιμέρους γνωριμιών και επικοινωνίας, μέσα από τις οποίες οι μετανάστες/τριες αποκτούν πρόσωπο, όνομα, ταυτότητα. Οι σχέσεις ορίζονται από την επωνυμία των σωμάτων και αφορούν ανθρώπους «με εθνικότητα, φύλο, ηλικία, ατομική και συλλογική ιστορία, πολιτισμικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά».

Η Δημοτική Αγορά της Κυψέλης αποτελεί τον κατ’ εξοχήν τόπο εμπρόθετης άρσης των στερεοτυπικών ταυτοτήτων και διακρίσεων μέσα από τις επιτελούμενες κοινωνικές πρακτικές και σχέσεις ανδρών/γυναικών, ημεδαπών/αλλοδαπών. Εδώ η συνύπαρξη και η δημιουργία σχέσεων εμφορείται από την επιθυμία αναγνώρισης τόσο της ισοτιμίας όσο και της διαφοράς, χωρίς να σημαίνει ότι αυτό είναι απλό και πάντοτε εφικτό. Όπως φαίνεται στο διάλογο με τη δασκάλα του σχολείου διδασκαλίας ελληνικής γλώσσας, υπάρχουν «αντιφάσεις, δυσκολίες και όρια» όπως βέβαια  και «ευκαιρίες και δημιουργικές αναθεωρήσεις».

Η λειτουργία της Δημοτικής Αγοράς της Κυψέλης, ως τόπος πραγμάτωσης του ανήκειν και υποστασιοποίησης της γειτονιάς, έδωσε την ευκαιρία στους αλλοδαπούς άνδρες και γυναίκες να συνυπάρξουν, αποτελώντας μέρος της πολύχρωμης αυτής έμφυλης κοινότητας των γειτόνων. Η λειτουργία της Αγοράς συνέβαλε στην αποτροπή εμφάνισης ρατσιστικών φαινομένων στην περιοχή, όπως συνέβη στις πλατείες Αγίου Παντελεήμονα και Αττικής, που κατέλαβε εξ’ ολοκλήρου η Χρυσή Αυγή. Αντίθετα, οι πλατείες Βικτωρίας, Αγίου Νικολάου Αχαρνών, Αγ. Γεωργίου Κυψέλης, Φωκίωνος Νέγρη, Αμερικής και Καραμανλάκη, διατηρήθηκαν ως τόποι κοινής παρουσίας, ημεδαπών/αλλοδαπών, χωρίς ν’ αποκλείονται εντελώς οι συγκρούσεις, μέσα από τη δράση του αντιρατσιστικού κινήματος. Τη Δημοτική Αγορά Κυψέλης κατέλαβαν στις 17 Αυγούστου 2012 τα ΜΑΤ με εντολή του δημάρχου Αθηναίων κ. Καμίνη, διακόπτοντας βίαια μια ιστορία συνύπαρξης η οποία είχε το τελευταίο διάστημα εμπλουτιστεί με δράσεις αλληλεγγύης.    

Μέσα από το κείμενο της Αλεξάνδρας Ζαβού «Η κατασκευή της ταυτότητας και της ετερότητας στο σχολείο : πολιτισμικός λόγος και οι αναπαραστάσεις του φύλου και της μετανάστευσης», το σχολείο εμφανίζεται ως δημόσιος χώρος, όπου η συνύπαρξη των εθνοτήτων είναι δεδομένη και υποχρεωτική. Πλην, όμως, στο σχολείο «οι πολιτισμικές αναπαραστάσεις συνιστούν κομβικό σημείο για την οικοδόμηση του ανήκειν και τη διαφοροποίηση ανάμεσα στο “εμείς” και οι “άλλοι”, βάσει των οποίων κάποιοι αλλοδαποί μαθητές επανεγγράφονται ως “προσαρμόσιμοι/προσαρμοσμένοι” και άλλοι ως “ξένα σώματα” ».

Έτσι, ενώ η χωρική συμβίωση δημιουργεί προϋποθέσεις ανοχής ή πρόσληψης της ετερότητας ως φυσικής κατάστασης, όμως επικυριαρχούν οι πολιτισμικές και κοινωνικές προσλαμβάνουσες όσον αφορά τις εθνικές, θρησκευτικές και λοιπές ταυτότητες των παιδιών και των οικογενειών τους. Ιδιαίτερα, όταν αναδύονται δημόσια κακές πρακτικές γονέων και παιδιών, οι οποίες μπορούν κάλλιστα να συμβαίνουν και στον ιδιωτικό βίο άλλων, αυτές αποτελούν αντικείμενο  στιγματισμού και απόρριψης. Σ’ αυτά τα συμφραζόμενα, οι γλωσσικές, κοινωνικές, εμφανισιακές και άλλες διαφορές και ανισότητες οι οποίες εκτίθεται δημόσια, παγιώνουν διακρίσεις σε διάφορες κλίμακες με μέτρο το ανώτερο ελληνικό  πρότυπο.

Πρέπει να σημειώσουμε ότι οι μετανάστες/τριες χωρίς χαρτιά είναι δεύτερης κατηγορίας ξένοι και τα παιδιά τους δεν πηγαίνουν στο σχολείο. Το ίδιο συμβαίνει και με τους πρόσφυγες σε αναμονή πολιτικού ασύλου και τα παιδιά τους. Είναι ο αόρατος θίασος των ανθρώπων χωρίς καμία αναγνώριση της ύπαρξής τους, που στερούνται και των πιο στοιχειωδών τυπικών δικαιωμάτων. Σήμερα αυτές οι κατηγορίες αλλοδαπών επιδιώκουν να είναι κυριολεκτικά αθέατοι στο δημόσιο χώρο. Όσον αφορά την ένταση του ρατσισμού στα σχολεία είχαμε πρόσφατα παραδείγματα ρατσιστικών διακρίσεων από εξωτερικές παρεμβάσεις και διώξεις δασκάλων που αντιμετωπίζουν τη σχολική τάξη  ως ένα σύνολο παιδιών με αποδεκτές διαφορετικότητες, ακολουθώντας μια διαπολιτισμική παιδαγωγική τακτική.    

Το κείμενο με τίτλο «Φύλο, μετανάστευση και υβριδικές θρησκευτικότητες» από τη Νέλλη Καμπούρη και τον Παύλο Χατζόπουλο, χωρίς να εστιάζει στους λατρευτικούς χώρους παρουσίας και συνύπαρξης ημεδαπών/αλλοδαπών, παρουσιάζει αυτή τη θετική διάσταση της «θρησκευτικότητας ως πλέγματος δυναμικών κοινωνικών πρακτικών που καθορίζονται από συλλογικές και προσωπικές εμπειρίες». Επειδή ακριβώς οι θρησκευτικές κοινότητες συντίθενται με πλήρη απουσία του πολιτικού στοιχείου, η συμβίωση και η συμμετοχή στις θρησκευτικές τελετουργίες γίνεται εύκολα αποδεκτή στο όνομα της ισότητας των πιστών ενώπιον του εκάστοτε θεού. Οι διαδρομές πρόσβασης των μεταναστριών από τις ανατολικές χώρες, όπου οι θρησκείες ήταν απαγορευμένες ή αυστηρά περιορισμένες στον ιδιωτικό χώρο, δεν είναι μονοσήμαντες. Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε πλην των ψυχικών, υπαρξιακών και λοιπών σχετικών διαδρομών, την επιθυμία πρόσβασης σε ένα χώρο δημόσια ορατό, όπου επικρατούν η ανοχή, η συνύπαρξη και η τυπική ισότητα. Σίγουρα, επίσης, πρακτικές φιλανθρωπίας ή και πραγματικής αλληλεγγύης υφαίνουν στους χώρους αυτούς αντιφατικές σχέσεις, οι οποίες συναντώνται σπανιότερα σε άλλους τόπους.

Σε αντίθεση με την προσέγγιση των θρησκευτικών πρακτικών ως ιδιωτικών και απολιτικών στο κείμενο «Όψεις της μετανάστευσης και εννοιολογικές προσεγγίσεις» των συγγραφέων Αλεξάνδρας Ζαβού και Νέλλης Καμπούρη, στο οποίο παρουσιάζονται παραδείγματα του ενεργού ρόλου των μεταναστριών για την οικοδόμηση των δικαιωμάτων που σχετίζονται με την ιδιότητα του πολίτη, περιγράφεται το τζαμί στο  Τσεντοτσέλλε στη Ρώμη. Το τζαμί αυτό «έγινε σημείο συνάντησης γυναικών διαφορετικής προέλευσης και κοινωνικής τάξης, τόπος επαναδιαπραγμάτευσης του δημόσιου χώρου και των δικαιωμάτων … Οι πρακτικές που επιτελούνται από μουσουλμάνους σε αυτό το χώρο διασποράς, τόσο μέσα όσο και έξω από το τζαμί, μπορούν να ενταχθούν ευθέως στις δημόσιες πρακτικές που σχετίζονται με την ιδιότητα του πολίτη».

Στην Αθήνα υπάρχουν αυτοσχέδιοι λατρευτικοί χώροι που αποτέλεσαν αντικείμενο εμπρησμών από τη Χρυσή Αυγή στην περιοχή του Αγίου Παντελεήμονα. Πολύ πρόσφατα  η αστυνομία σφράγισε 4 τέτοιους χώρους στην ίδια περιοχή, ενώ η ανέγερση τζαμιού στην Ελλάδα χρονίζει. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι οι μετανάστες οι οποίοι σύχναζαν στα 4 αυτοσχέδια τζαμιά τα έβλεπαν, κατά δήλωση τους, όχι μόνο ως χώρο λατρείας αλλά και επικοινωνίας των μελών της κοινότητας. Με την ευκαιρία να επισημάνουμε ότι οι μετανάστες έχουν δικές τους οργανώσεις και λέσχες, που, επίσης, διέτρεχαν στο παρελθόν τον κίνδυνο επιθέσεων από τη Χρυσή Αυγή.

Στο κείμενο της Νέλλης Καμπούρη «Φύλο, μετανάστευση και βία» που εστιάζει στην παράνομη διακίνηση και εμπορία ανθρώπων (trafficking), ο δημόσιος χώρος αποτελεί τον κατ’ εξοχήν χώρο εκμετάλλευσης και βιασμού των μεταναστριών που βρίσκονται κυριολεκτικά στο έλεος των εμπόρων – διακινητών τους. Η δημόσια έκθεση των μεταναστευτικών σωμάτων, που θεωρούνται είτε ως «εγκληματικά/αρρενωπά» ή ως «θυματοποιημένα/θηλυκά» και, πάντως, προσλαμβάνονται «ως προβληματικά και επικίνδυνα»  αποτελεί την απόλυτη απαξίωση της ανθρώπινης υπόστασης.

Ο δημόσιος χώρος δεν αποτελεί ούτε χώρο διαφυγής από τον ιδιωτικό εγκλεισμό ούτε χώρο διαπραγμάτευσης της παρουσίας των αλλοδαπών και της συνύπαρξης ημεδαπών/αλλοδαπών αλλά χώρο καταναγκασμού, διακίνησης και εκμετάλλευσης ανθρώπων.

Τέλος στο κείμενο «Φύλο, μετανάστευση και κινηματογράφος (1990-2008)» της Μαρίας Παραδείση αναδύεται ο, χωρίς όρια, άγνωστος, απειλητικός και επικίνδυνος διεθνής χώρος των μεταναστευτικών ροών. Στρατιωτικές και παραστρατιωτικές δυνάμεις, δουλέμποροι, τρικυμισμένες θάλασσες, χιονισμένα βουνά, ξένες γλώσσες, πείνα, δίψα, κακουχίες, ασθένειες ενίοτε θανατηφόρες, χαρακτηρίζουν ένα χώρο ασύλληπτων μεγεθών και επίφοβων συνόρων μέσα στον οποίο η ανθρωπιστική υπόσταση εκμηδενίζεται.

Τελειώνοντας θέλω να ευχαριστήσω τις συγγραφείς και τον συγγραφέα των κειμένων για την ευκαιρία που μου έδωσαν να μετέχω σ’ αυτή τη συνομιλία. Εμπλεκόμενη στα θέματα που διαπραγματεύεται η έρευνα  από τη σκοπιά της συμμετοχής μου στα κοινωνικά κινήματα και τις υποθέσεις της πόλης, είχα την ευχαρίστηση να ξαναδώ από μια απόσταση τα θέματα που με απασχολούν με τη βοήθεια μιας πολύ σημαντικής θεωρητικής και εμπειρικής εργασίας.