Συνέντευξη στην εφημερίδα «Παρατηρητής της Θράκης», 25/1/2006

Ερ. Τα χρόνια περνούν, η κοινωνία υποτίθεται ότι εξελίσσεται, οι γυναίκες όμως, ακόμη και στα ανεπτυγμένα κράτη, εξακολουθούν να πέφτουν θύματα κακοποίησης. Ένδεκα χρόνια μετά την Παγκόσμια Διάσκεψη στο Πεκίνο ποια είναι η εικόνα όσον αφορά στο συγκεκριμένο θέμα;

Ε.Π. Πράγματι οι γυναίκες εξακολουθούν και στα αναπτυγμένα κράτη να πέφτουν θύματα ανδρικής βίας, η οποία εκδηλώνεται στο δημόσιο χώρο, στην εργασία και την οικογένεια. Οι ισχυρότατες, ακόμα, πατριαρχικές δομές συντηρούν αντιλήψεις ανισότητας ανάμεσα στα δύο φύλα και υποταγής της γυναίκας στον άνδρα, ιδιαίτερα στον άνδρα – σύζυγο ή σύντροφο. Η ανδρική αυτή εξουσία , όπως και κάθε εξουσία άλλωστε, θεωρείται ότι μπορεί να επιβληθεί και με τη βία: λεκτική, σωματική, σεξουαλική.

Οπωσδήποτε, οι αγώνες του γυναικείου και φεμινιστικού κινήματος έχουν επιφέρει πολύ σημαντικές αλλαγές στις κοινωνικές αντιλήψεις και τους θεσμούς, ιδιαίτερα σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες, όπως οι Σκανδιναβικές. Η Ελλάδα υστερεί σημαντικά και, αν και οι κυβερνήσεις εξαναγκάστηκαν σε ορισμένες περιπτώσεις να ευθυγραμμιστούν με ευρωπαϊκές οδηγίες , όπως πρόσφατα με τη οδηγία που αφορά τη σεξουαλικά παρενόχληση, βρισκόμαστε πολύ πίσω τόσο στους θεσμούς όσο και, κυρίως, στη διαπαιδαγώγηση των πολιτών σε θέματα ισότητας των δύο φύλων και στη δημιουργία υποδομών στήριξης των κακοποιημένων γυναικών.

Παρ’ ότι μόνο η ανατροπή της πατριαρχίας οδηγεί στην ουσιαστική ισότητα και απελευθέρωση, πολλά μπορούν να γίνουν και σήμερα μέσα από τους καθημερινούς αγώνες των γυναικών και των κοινωνικών και πολιτικών ομάδων  και φορέων, που πιστεύουν στην ισότητα των φύλων ως θεμελιώδη συνθήκη συγκρότησης μιας δημοκρατικής κοινωνίας.

11 χρόνια μετά τη Συνδιάσκεψη του Πεκίνου έχουμε προόδους αλλά και συντηρητικές παλινδρομήσεις. Η Ευρώπη, στο πλαίσιο των ασκούμενων νεοφιλελεύθερων πολιτικών, αναδιπλώνεται όσον αφορά τα δικαιώματα των γυναικών στον εργασιακό χώρο και πολλαπλασιάζει τα οικογενειακά βάρη τους λόγω συρρίκνωσης του κοινωνικού κράτους. Επανέρχονται, επίσης, οι συντηρητικές ιδεολογίες και τα σεξιστικά πρότυπα όπως και η αποδοχή της βίας και του αυταρχισμού έναντι των δημοκρατικών κανόνων και του αμοιβαίου σεβασμού στις κοινωνικές και ανθρώπινες σχέσεις. Άρα, παρ’ ότι οι θεσμοί βελτιώνονται – πρόσφατο παράδειγμα ο Ισπανικός νόμος για την προστασία των γυναικών από την ενδοοικογενειακή βία – οι γυναίκες δεν ευημερούν και η βία διαιωνίζεται.

Ας δούμε το πρόβλημα στη χώρα μας.

Σύμφωνα με έρευνα του ΚΕΘΙ (Κέντρο Έρευνας Θεμάτων Ισότητας) για την Ελλάδα οι μορφές κακοποίησης που υφίστανται οι γυναίκες από τους συζύγους

/συντρόφους είναι : σωματική βία 3,6% , σεξουαλική βία 3,5% , λεκτική – ψυχολογική βία 56%. Οι γυναίκες εκμυστηρεύονται το πρόβλημα σε συγγενείς (35,9%), σε μέλη της οικογένειας (60,9%), σε φίλους (46,9%). Σε συμβουλευτικά κέντρα απευθύνεται το 1,6%, σε δικηγόρο το 9,4 % και σε γιατρό το 3,1%. Στις περιπτώσεις των γυναικών που φεύγουν από το σπίτι, η πλειοψηφία τους επιστρέφει λόγω προσωπικών ή κοινωνικών παραγόντων όπως η αρνητική εικόνα εαυτού, η έλλειψη οικονομικών πόρων, η δυσχέρεια εύρεσης εργασίας, η δυσκολία ανατροφής των παιδιών και η πίεση από τρίτους. Η ασκούμενη βία κατά των γυναικών είναι διαταξική.

Ερ.  Υπάρχει κοινός ορισμός των διαφόρων προσεγγίσεων της βίας κατά των γυναικών;

Ε.Π. Υπάρχει κοινή βάση ορισμών για τη βία όπως προσδιορίζεται από διεθνείς αποφάσεις για το σύγχρονο δουλεμπόριο γυναικών και παιδιών ( trafficking in human beings ) και την ενδοοικογενειακή βία , η οποία περιλαμβάνει και την ασκούμενη βία στο πλαίσιο της διαπροσωπικής σχέσης άνδρα / γυναίκας. Όσον αφορά την ενδοοικογενειακή βία, που σήμερα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή του ενδιαφέροντος των γυναικείων και φεμινιστικών οργανώσεων στη χώρα μας, λόγω του σχετικού νομοσχεδίου, αυτή περιγράφεται ως λεκτική – ψυχολογική βία, περιορισμός κοινωνικών επαφών, οικονομική αποστέρηση, ελαφριά ή βαριά σωματική και σεξουαλική κακοποίηση.

Ερ.  Ποια η πολιτική και κοινωνική διάσταση της βίας κατά των γυναικών;

Ε.Π. Η κοινωνική βάση της βίας είναι η πατριαρχία, όπως ήδη ανέφερα. Οι σύγχρονες αλλά και οι παλαιότερες κοινωνίες είναι πατριαρχικές. Η πολιτική αποδοχή της πατριαρχίας αποβλέπει στη χρησιμοποίηση μιας φυσικής διαφοράς, μιας δημιουργικής ανθρώπινης διαφορετικότητας, για τη θεμελίωση κοινωνικών, ανισοτήτων, με σκοπό τη μεγαλύτερη εκμετάλλευση των γυναικών έναντι των ανδρών στην εργασία και την επιφόρτιση των γυναικών με τη μη αναγνωρισμένη κοινωνικά, γι’ αυτό απλήρωτη, εργασία στο σπίτι. Ταυτόχρονα, και εξ’ αιτίας των προηγούμενων ανισοτήτων, οι γυναίκες έχουν περιορισμένες δυνατότητες πρόσβασης στο δημόσιο χώρο και την πολιτική. Δεύτερο φύλο και πολίτες δεύτερης κατηγορίας, λοιπόν,  υπόκεινται σε εκδηλώσεις « δομικής  » βίας.

Ερ.  Η διεθνής κοινότητα έχει αναγνωρίσει ότι η βία λόγω φύλου συνιστά παραβίαση των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η ελληνική πολιτεία τι έχει κάνει πάνω στο συγκεκριμένο θέμα;

Ε.Π. Η σημερινή ελληνική κυβέρνηση δεν έχει αναγνωρίσει ότι η βία λόγω φύλου συνιστά παραβίαση των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και τούτο αποδεικνύεται από το ότι το πρόσφατο νομοσχέδιο « για την ενδοοικογενειακή βία» δεν αναφέρει ούτε λέξη από τις σχετικές αποφάσεις του Πεκίνου, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Αλλά και η προηγούμενη κυβέρνηση, παρ’ ότι επεξεργάστηκε ένα ικανοποιητικό νομοσχέδιο, απαξίωσε να το ψηφίσει στη Βουλή.

Ερ.  Το νομοσχέδιο για την «Ενδοοικογενειακή Βία», που προωθεί η κυβέρνηση, πιστεύετε ότι καλύπτει το πρόβλημα της κακοποίησης των γυναικών στο πλαίσιο της οικογένειας;

Ε.Π. Το κυβερνητικό νομοσχέδιο είναι έωλο. Αφού δεν αναγνωρίζει το πρόβλημα δεν δημιουργεί καμμία προϋπόθεση να το αντιμετωπίσει. Δεν ασχολείται με τη στήριξη – ιατρική, νομική, ηθική, οικονομική – των κακοποιημένων γυναικών ώστε να μπορέσουν να ανακτήσουν την ανθρώπινη αυτοπεποίθηση και αξιοπρέπειά τους, που έχουν βάναυσα διαταραχθεί από την κακοποίηση, και να απομακρυνθούν από τον δράστη και τις συνεχείς βιαιοπραγίες και απειλές του. Αντίθετα, το νομοσχέδιο ενδιαφέρεται για τη διάσωση της οικογένειας έναντι οποιουδήποτε τιμήματος, δηλαδή για το κοινωνικό φαίνεσθαι και όχι για την αρωγή προς τα θύματα  – γυναίκες, που οδηγούνται σε κατάθλιψη ή /και αυτοκτονία, όπως άλλωστε και τα παιδιά τους, σύμφωνα με τις έρευνες αλλά και  τις καθημερινές μας εμπειρίες.

Το νομοσχέδιο επιδιώκει τη δικαστική διαμεσολάβηση και απαλλάσσει τον δράστη αν και μόνο δώσει τον λόγο της τιμής του ότι δεν θα επαναλάβει τις βίαιες πράξεις. Θέτει έτσι στο αρχείο σοβαρότατες, ποινικά κολάσιμες, πράξεις και επανεγκλωβίζει τις ελάχιστες γυναίκες, που θα τολμήσουν να φτάσουν στο δικαστήριο, στο βίαιο οικογενειακό περιβάλλον.

Το ότι οι κακοποιημένες γυναίκες δεν μπορούν παρά σε πολύ μικρά ποσοστά να σπάσουν τη σιωπή συνδέεται και με τη λειτουργία και τη στάση της αστυνομίας και της δικαιοσύνης απέναντί τους. Η επικοινωνία με αυτές τις αρχές αποτελεί, συνήθως, ένα δεύτερο βιασμό, μια δεύτερη κακοποίηση. Το νομοσχέδιο δεν κάνει τίποτε απέναντι σ’ αυτή την πραγματικότητα. Επίσης, δεν αντιμετωπίζει το κύριο θέμα της οικονομικής αρωγής και της εργασιακής στήριξης των θυμάτων. Πολλές γυναίκες δεν σκέφτονται καν τη φυγή γιατί, μη εργαζόμενες, δεν έχουν δυνατότητα να επιβιώσουν.

Πολύ περισσότερο δεν απασχολεί το νομοσχέδιο η πρόληψη, που έχει  ως βάση την παιδεία των πολιτών, και η οποία αποτελεί το Α και το Ω μιας πολιτικής αντιμετώπισης της ενδοοικογενειακής βίας .

Ερ.  Υπάρχουν κατάλληλες υποδομές στήριξης γυναικών, που έχουν υποστεί βία, ή εκπαιδευτικά προγράμματα για  την ευαισθητοποίηση και τη διαπαιδαγώγηση στην αποδοχή της προσωπικότητας και της αυτονομίας των γυναικών;

Ε.Π.   Δεν υπάρχουν παρά ελάχιστα συμβουλευτικά κέντρα, κέντρα διαμονής για τις κακοποιημένες γυναίκες και γραμμές SOS. Οι ευρωπαϊκές προδιαγραφές μιλούν για ένα κέντρο ανά 10.000 κατοίκους. Εδώ, κέντρα υπάρχουν στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και τα Γιάννενα. Επομένως, δεν γίνονται καμπάνιες ενημέρωσης των γυναικών ως προς τη δυνατότητα που έχουν να ζητήσουν ανά πάσα στιγμή βοήθεια σ’ ένα φιλόξενο περιβάλλον και από κει να κατευθυνθούν για ιατρική φροντίδα και, εφ’ όσον θελήσουν, στην αστυνομία και τη δικαιοσύνη. Ελλείψει υποδομών οι γυναίκες δεν παροτρύνονται να ασκήσουν το δικαίωμά τους να αμυνθούν, αναζητώντας τρόπους στήριξης και διαφυγής από την ενδοοικογενειακή βία. Επίσης, δεν υπάρχουν προγράμματα  ευαισθητοποίησης και διαπαιδαγώγησης στο θέμα της ισότητας και ούτε, όπως είπα, το νομοσχέδιο προβλέπει σχετικά μέτρα.

Ερ.  Ζούμε σε μια κοινωνία η οποία τελευταίως παρουσιάζει μία στροφή προς το συντηρητισμό. Ποιός πιστεύετε ότι πρέπει να είναι ο ρόλος θεσμών όπως το σχολείο, η οικογένεια ή και τα ΜΜΕ, ώστε να σταματήσουν να αναπαράγονται συμπεριφορές που διαιωνίζουν την ανισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών;

Ε.Π.  Ο ρόλος του σχολείου είναι καθοριστικός. Ως δημόσιος θεσμός και ιδεολογικός μηχανισμός θα εγγράψει στις παιδικές συνειδήσεις και πρακτικές ή την ισότητα ή την ανισότητα ανάμεσα στα φύλα. Άρα πρέπει να επιμείνουμε πολύ στο σχολείο. Και τα ΜΜΕ έχουν καθοριστικό ρόλο γιατί είναι ο ισχυρότερος σήμερα ιδεολογικός μηχανισμός με, κατά βάση, αρνητικό ρόλο. Εδώ οι παρεμβάσεις είναι δυσκολότερες αλλά, τουλάχιστον, η δημόσια τηλεόραση οφείλει να προωθεί την ισότητα. Η οικογένεια είναι ταυτόχρονα φορέας παιδείας και χώρος εκδήλωσης βίας. Το μέλλον των παιδιών που ανατρέφονται σ’ ένα περιβάλλον κακοποίησης της μητέρας, ακόμα και αν δεν κακοποιούνται αυτά, είναι, αν όχι εξαιρετικά δυσοίωνο, τουλάχιστον τραυματισμένο. Οι γυναίκες σε μια ομαλή οικογενειακή συμβίωση αναπαράγουν συχνά τα φυλετικά στερεότυπα. Ανατρέφουν τους γιούς ως άνδρες και τις κόρες ως γυναίκες. Έτσι, όμως, δεν σπάζει ο φαύλος κύκλος της ανισότητας ανάμεσα στα φύλα στην οποία εδράζεται και η ανδρική βία κατά των γυναικών.

Ελένη Πορτάλιου

αν. καθηγήτρια Αρχιτεκτονικής Σχολής ΕΜΠ

Γυναίκες για μια Άλλη Ευρώπη