Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εποχή,  25/11/2009

Δύο ιδέες διατρέχουν την ιστορική ύπαρξη της αριστεράς : η ιδέα της δημοκρατίας και η ιδέα του κομμουνισμού. Η πρώτη έχει ιστορία αιώνων, η δεύτερη επινοήθηκε πριν 200 χρόνια. Και οι δύο έχουν εκκενωθεί από τα νοήματά τους, στα οποία επενδύθηκε ιστορικά η ανθρώπινη χειραφέτηση. Η  ύπαρξη της αριστεράς του 21ου αιώνα συνδέεται ευθέως με την επανανοηματοδότηση αυτών των δύο ιδεών.

Η γενική συμμετοχή στα κοινά συνεπάγεται τη δημιουργία ενός δημόσιου χώρου που ανήκει σε όλους – τα «κοινά». Η αρχαία πόλις, με τη μορφή της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, έθεσε το πρόβλημα της αυτοθέσμισης της κοινωνίας και το δικαίωμα του δήμου να ορίζει και να ανακαλεί τους νόμους. «Έδοξεν τη βουλή και τω δήμω», μ’ άλλα λόγιακανείς , ούτε θεός ούτε βασιλεύς, δεν μπορεί να είναι αρμόδιος για τους νόμους και την αλλαγή τους, μόνον ο δήμος.

Τρεις πλευρές της δημοκρατίας αυτής, που είναι άμεση, όπως τις αναφέρει ο Κορνήλιος Καστοριάδης, έχουν υπεριστορική σημασία : ο λαός σε αντίθεση με τους αντιπροσώπους, ο λαός σε αντίθεση με τους ειδήμονες, η κοινότητα σε αντίθεση με το “κράτος”. «Η ιδέα ενός “Κράτους” δηλαδή ενός θεσμού διακεκριμένου και χωρισμένου από το σώμα των πολιτών ήταν αδιανόητη για έναν Έλληνα». Η Δημοκρατία, που ασκείται άμεσα από το σώμα των Αθηναίων πολιτών, νοηματοδοτείται από τον κόσμο των ιδεών και της φιλοσοφίας («φιλοσοφούμεν μετ’ ευτελείας»), εξ’ ου και οι πολιτικές συγκρούσεις για τη θέσμιση της πόλεως, η οποία, όμως, είναι κοινά αποδεκτή ως υπέρτατη συνθήκη που ορίζει την ανθρώπινη υπόσταση.

Αλλά η δημοκρατία,  άριστη μορφή αυτοθέσμισης της κοινωνίας, παραμένει, εντούτοις, ατελής και μερική. Αυτό μας καταδεικνύει ο εξορισμός των γυναικών και των δούλων, που υπάρχουν μέσω προπολιτικών κοινοτήτων στις παρυφές ή/και εκτός δημοκρατίας. Παραπέμπουν, έτσι, σε αυτό που έχει επισημάνει για την εποχή μας ο Νίκος Πουλαντζάς, ότι δηλαδή δεν θα πρέπει να αναζητήσουμε παντού τη διάχυση του πολιτικού ή της πολιτικής, όπως και ότι δεν είναι καθόλου αναγκαίο ν’ αναχθούν όλες οι μορφές κοινωνικής έκφρασης στο κράτος και την πολιτική.

Η άλλη αντίφαση της δημοκρατίας της πόλεως όπως και τα όριά της,  εμπεριέχονται στην Αντιγόνη και στη σύγκρουσή της με τον Κρέοντα. Υπάρχουν χώροι ανθρώπινων αποφάσεων και ελευθερίας πέραν των νόμων, ακόμη και των πιο αποδεκτών.

Η ιδέα της δημοκρατίας επανέρχεται με τη Γαλλική Επανάσταση ως έννοια της πολιτικής ισότητας ίσων κατά φύσιν ανθρώπων. Οι σοσιαλιστικές ιδέες, δημιούργημα του 19ου αιώνα, αναδεικνύουν τη βαθιά διαίρεση της κοινωνίας σε τάξεις και το αδύνατο της ισότητας  άνισων κοινωνικά υποκειμένων. Θα χρειαστούν πολλές δεκαετίες αγώνων για την επιβολή της ισότητας κατά φύσιν , την οποία συνέτριψε ο ναζιστικός ολοκληρωτισμός.

Τον 19ο αιώνα, ο μαρξισμός επινοεί την ιδέα του κομμουνισμού, εισάγοντας την έννοια της ελευθερίας ως υπέρτατης συνθήκης της ανθρώπινης χειραφέτησης,  η οποία, όμως, προϋποθέτει την ισότητα και την υπέρβαση του καθεστώτος της ανάγκης. Οι άνθρωποι μπορεί να είναι πραγματικά ελεύθεροι αν απαλλαγούν από την ανάγκη, αν η κοινωνία επιλύσει για όλους τις βασικές υλικές προϋποθέσεις επιβίωσης.

Κατά τη γνώμη μου, η συνάρθρωση των δύο εννοιών – του κομμουνισμού και της δημοκρατίας –πραγματοποιείται στην Παρισινή Κομμούνα. Ο απλός λαός των αφανών πήρε την εξουσία με συντριπτική πλειοψηφία, ύστερα από ελεύθερες εκλογές, σ’ ένα περικυκλωμένο από εχθρούς Παρίσι και αμέσως υπήγαγε την ένοπλη πολιτοφυλακή στους ανακλητούς εκπροσώπους. Η Κομμούνα, στο εσωτερικό της οποίας συγκρούστηκαν δύο αντιλήψεις,  ώθησε τη δημοκρατία στα όρια της αυτοκατάργησής της ως κράτος, επειδή εμπεριείχε εν σπέρματι την ιδέα του κομμουνισμού, που αν και δημιούργημα του 19ου αιώνα, έχει την καταγωγή της στα αρχαιοελληνικά κοινά και στην έννοια της κοινότητας, η οποία με παραλλαγές συνοδεύει την ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού.

Η αστική τάξη έχει κακοποιήσει βάναυσα τη δημοκρατία, μετατρέποντάς την σε αδειανό πουκάμισο. Απ’ αυτή την άποψη, η δημιουργία των σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών κινημάτων και κομμάτων, έδωσε την ώθηση για τη μαζική είσοδο των αποκάτω στη σκηνή της ιστορίας , από τον 19ο και καθ’ όλο τον  20ο αιώνα  και νοηματοδότησε, έτσι, από την αρχή, την ιδέα της δημοκρατίας. Αυτή η κατακλυσμιαία πολιτική κίνηση των μαζών, που αποτελεί μια έμπρακτη κριτική του χαρακτήρα της τυπικής αστικής δημοκρατίας, εκβάλλει στην Οκτωβριανή Επανάσταση, μια αυθεντική και πρωτόγνωρη δημιουργία των κυριαρχούμενων τάξεων.

Η συνέχεια της ιστορίας είναι γνωστή και δεν είναι εδώ ο χώρος για να ερευνήσουμε τα αίτια της ανατροπής της επανάστασης και της μετεξέλιξής της σ’ ένα καθεστώς πανίσχυρου, κατασταλτικού κράτους, που εποπτεύει και οργανώνει όλες τις πτυχές της κοινωνικής παραγωγής, καταδυναστεύοντας την κοινωνία. Αυτό που έχει σημασία να κατανοήσουμε είναι ότι τα κομμουνιστικά κόμματα, ιδιαίτερα της Δύσης που μας ενδιαφέρουν, υπήρξαν συγκοινωνούντα δοχεία με τα καθεστώτα σοβιετικού τύπου και αναπαρήγαγαν στις εσωτερικές τους δομές και στις σχέσεις τους με την κοινωνία τον κρατισμό αυτών των καθεστώτων. Οι επαναστάσεις στην Ανατολή και τη Δύση, κατά του κράτους και του κόμματος, έφεραν στην επιφάνεια τα πολλαπλά προβλήματα και τις αντιφάσεις στη σχέση των ιδεών της δημοκρατίας και του κομμουνισμού  (ή του σοσιαλισμού). Έκτοτε, βρισκόμαστε συνεχώς μπροστά στο πρόβλημα της σημασίας τους και της μεταξύ τους σχέσης.  

«Η ωραία λέξη “κομμουνισμός”», λέει ο Αλαίν Μπαντιού, «καλύπτει μια κοινωνία ισότητας, κοινωνία της οποίας η κίνηση ρίχνει τους τοίχους και τις διακρίσεις, κοινωνία της πολυλειτουργικότητας και των πολλαπλών διαδρομών, τόσο στην εργασία όσο και στη ζωή. Αλλά “κομμουνισμός” θα πει επίσης : μορφές πολιτικής οργάνωσης των οποίων το μοντέλο δεν είναι η ιεραρχία των θέσεων. Αυτό ήταν ο τέταρτος Μάης : το σύνολο των εμπειριών που πιστοποίησαν ότι η αδύνατη ανατροπή των κοινωνικών θέσεων ήταν πολιτικά δυνατή μέσα από μια πρωτόγνωρη μορφή λήψης του λόγου και την ψηλαφητή αναζήτηση μορφών οργάνωσης που να βρίσκονται σε αντιστοιχία με την καινοτομία του συμβάντος» .

Η «επανάσταση» των μελών του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στις αντιλήψεις για την οργάνωση που εγγράφονται στην παράδοση του κατ’ ευφημισμόν υπαρκτού σοσιαλισμού ή στην αστική παράδοση, θέτει, ευτυχώς, όλα τα ζητήματα που εξέθεσα συνοπτικά.