Το κείμενο υπήρξε αντικείμενο εισήγησης στην εκδήλωση που οργανώθηκε στις 3/6/2013, με θέμα «Ιστορικές διαδρομές στην Αθήνα. Κάτω εκεί … στο Μεταξουργείο, στον Κεραμεικό, στον Βοτανικό. Το χθες το σήμερα το αύριο», από τον τοπικό ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ, στον Πολυχώρο Ηριδανός

ΟΙ  ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΣΥΝΟΙΚΙΕΣ ΜΕΤΑΞΟΥΡΓΕΙΟΥ, ΚΕΡΑΜΕΙΚΟΥ, ΒΟΤΑΝΙΚΟΥ ΕΧΟΥΝ ΜΕΛΛΟΝ

της Ελένης Πορτάλιου

Οι ιστορικές συνοικίες της Αθήνας, Μεταξουργείου, Κεραμεικού, Βοτανικού, έχουν σημαντική χωρική και κοινωνική ταυτότητα, που διαμορφώθηκε διαχρονικά μέσα στην ιστορία. Διαθέτουν όλες τις προϋποθέσεις οικονομικής/παραγωγικής και κοινωνικής ανασυγκρότησης καθώς και ανάπλασης του δημόσιου και ιδιωτικού χώρου, στο πλαίσιο ενός συνολικού σχεδίου που θα απαντά στα σημερινά προβλήματα επιβίωσης και τον μαρασμό της καθημερινής ζωής στην πόλη λόγω των μνημονιακών πολιτικών.

Τρεις μεγάλοι αρχαίοι δρόμοι διέσχιζαν τις συνοικίες και συνέκλιναν στον Κεραμικό: η οδός Πειραιώς που ένωνε τον Πειραιά με την Αθήνα, η Ιερά Οδός που ένωνε την Ελευσίνα με την Αθήνα και ο λεγόμενος «δρόμος» που συνέδεε την Ακαδημία Πλάτωνος με τον Κεραμεικό. Η αρχαιότητα ζει σε πολλά σημερινά τοπωνύμια, δρόμους, διάσπαρτες αρχαιότητες και, βεβαίως, στο πρώτο δημόσιο νεκροταφείο της Αθήνας στον Έξω Κεραμεικό, που αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της πόλης. Στον Έσω Κεραμεικό υπήρχε στην αρχαιότητα οικιστική ανάπτυξη, η συνοικία των τεχνιτών κεραμέων – αγγειοπλαστών και αγγειογράφων – που είχαν εδώ τα εργαστήριά τους.

Μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους και με το πρώτο σχέδιο της Αθήνας των Κλεάνθη – Σάουμπερτ, τροποποιημένο από τον Κλέντσε, διαμορφώνεται το σημερινό ιστορικό κέντρο της πόλης, που στην περίοδο αυτή και για αρκετές δεκαετίες του 19ου αιώνα συμπίπτει σε μεγάλο βαθμό με την ίδια την πόλη. Αν τα Ανάκτορα είχαν τοποθετηθεί στις περιοχές της Ομόνοιας και του Διπύλου η εξέλιξη των τριών συνοικιών θα ήταν διαφορετική. Όμως, η τοποθέτηση των Ανακτόρων στην πλατεία Συντάγματος και η ταυτότητα που αυτή αποκτά ως φυσικός και συμβολικός χώρος της εξουσίας και της πολιτικής, περιορίζουν την Ομόνοια σε ένα δεύτερο πόλο με μέγαρα και επιβλητικά ξενοδοχεία, ενώ στα θέατρα και τα καφέ της στεγάζεται η αστική δημόσια σφαίρα. Στα τέλη του 19ου αι. η Ομόνοια αποτελεί χώρο συγχρωτισμού των κοινωνικών τάξεων, που περιστρέφονται γύρω από τα εμπορικά καταστήματα, ψυχαγωγούνται από τις μουσικές εκδηλώσεις και δημιουργούν στα καφενεία και την πλατεία ένα χώρο καθημερινής πολιτικής, ο οποίος αποτελεί, μαζί με την Κλαυθμώνος και το Σύνταγμα, τον άξονα της ιστορικά επαναλαμβανόμενης συγκρουσιακής παρουσίας των λαϊκών τάξεων στο κέντρο της πόλης. Αργότερα και κυρίως μετά τον πόλεμο, η Ομόνοια θ’ αποτελέσει τη λαϊκή καρδιά της Αθήνας, από την οποία διαβαίνει κανείς για να εισέλθει στις τρεις λαϊκές συνοικίες που μας ενδιαφέρουν.

Η σημερινή πλατεία Ελευθερίας, πρώην Λουδοβίκου και αργότερα Κουμουνδούρου, αναπτύσσεται στα μέσα του 19ου αιώνα και βρίσκεται στα όρια μεταξύ παλιάς πόλης και της νεότερης Οθωνικής προς το Μεταξουργείο, στην άκρη του τείχους του 18ουαι. που περιτείχιζε τη μέχρι τότε κατοικημένη περιοχή της Αθήνας. Η πλατεία συγκεντρώνει αρχικά, μετά την Αιόλου, τα περισσότερα και καλύτερα εμπορικά καταστήματα και κέντρα της κοινωνικής και πολιτικής ζωής, ξενοδοχεία, εστιατόρια και ζαχαροπλαστεία. Σταδιακά έρχεται πιο κοντά στο λαϊκό δυτικό κομμάτι της πόλης, αποτελώντας σήμερα, μετά την ανάπλασή της, ένα σημαντικό ποιοτικά δημόσιο χώρο.

Αφήνοντας την πλατεία Ελευθερίας, που αποτελεί ένα συνδετικό στοιχείο μεταξύ των συνοικιών Μεταξουργείου και Κεραμεικού και είσοδο στην περιοχή του Ψυρρή, εισερχόμαστε στο Μεταξουργείο, από την απέναντι στην πλατεία πλευρά της Πειραιώς.

Η σημερινή πλατεία Αυδή είναι το κέντρο της συνοικίας και χαρακτηρίζεται από το εργοστάσιο της «Σηρικής Εταιρείας της Ελλάδος, Αθανάσιος Δουρούτης & Σία», το γνωστό Μεταξουργείο, από το οποίο πήρε το όνομά της η γειτονιά. Έκλεισε, ήδη, από το 1875 και σήμερα στεγάζει πολιτιστικές δραστηριότητες του δήμου Αθηναίων στη νέα δημοτική Πινακοθήκη, ελκύοντας συναφείς χρήσεις σε μια ευρύτερη περιβάλλουσα περιοχή. Ιστορικά η συνοικία του Μεταξουργείου αποτέλεσε περιοχή θεάτρων και καφενείων με έντονη καλλιτεχνική ζωή.

Όταν ιδρύεται το εργοστάσιο Μεταξουργείο η περιοχή δεν έχει ακόμα ενσωματωθεί στον ιστό της πόλης, όμως με την ίδρυσή του εντάσσεται στην παραγωγική ζώνη της πρωτεύουσας, και, όπως αναφέρει η Χριστίνα Αγριαντώνη, μαζί με τα εργαστήρια που ίδρυσε το Ορφανοτροφείο Χατζηκώστα και το εργοστάσιο Φωταερίου, που εγκαθίσταται στην ομώνυμη σημερινή περιοχή του Γκαζιού το 1859-1861, αποτελούν το πρώτο βήμα προς τη μεταμόρφωση της οδού Αθηνών – Πειραιώς στον μεγάλο άξονα παραγωγικών αλλά οχλουσών χρήσεων. Η παραγωγική ζώνη της Αθήνας διαμορφώνεται σταδιακά, είναι εκτεταμένη και χαρακτηρίζεται, πλην των δύο μεγάλων εργοστασίων Μεταξουργείου και Φωταερίου, από μικρές βιοτεχνίες και εργαστήρια.  Το εργοστάσιο Φωταερίου κλείνει, όπως και το Μεταξουργείο, και μετατρέπεται σε νεώτερο βιομηχανικό μνημείο, ανοιχτό μουσείο που σήμερα στεγάζει την «Τεχνόπολι» του Δήμου Αθηναίων, χώρο πολλαπλών πολιτιστικών δραστηριοτήτων.

Γύρω από τα εργοστάσια και τους παραγωγικούς χώρους αναπτύσσεται κατά τον 19ο αι. η κατοικία των λαϊκών τάξεων που απασχολούνται στην περιοχή, πραγματικότητα που ορίζει τόσο τη συνοικία του Κεραμεικού όσο και του Μεταξουργείου και του Γκαζιού ως περιοχές μικτών χρήσεων : παραγωγής, κατοικίας αλλά και εμπορίου και αναψυχής. Αργότερα η κοινωνική γεωγραφία της κατοίκησης διευρύνεται και σήμερα η κοινωνική σύνθεση των κατοίκων είναι διαταξική και πολυφυλετική. Ιστορικά, λοιπόν, οι συνοικίες Κεραμεικού και Μεταξουργείου διαμορφώνονται πολυλειτουργικά και, όταν τα δύο εργοστάσια απομακρύνονται, απαλλάσσονται από μεγάλης έκτασης οχλούσες χρήσεις.

Μεταξουργείο και Κεραμεικός διαθέτουν επαρκές οικιστικό απόθεμα σε σύγχρονες πολυκατοικίες αλλά και κτήρια λαϊκής και αστικής κατοικίας από την εποχή του νεοκλασικισμού και του μοντέρνου κινήματος. Πολλά κτήρια περιλαμβάνουν μαζί με την κατοικία καταστήματα και εργαστήρια. Οι δύο συνοικίες διαθέτουν χώρους κατάλληλους για μικρή παραγωγή, εμπόριο και άλλες δραστηριότητες του τριτογενούς τομέα. Καθώς γειτνιάζουν ή περιλαμβάνουν σημαντικά ιστορικά μνημεία της Αθήνας μπορούν να φιλοξενήσουν στους πολυλειτουργικούς χώρους που διαθέτουν υπηρεσίες πολιτιστικού τουρισμού, συμβατού με το πνεύμα του τόπου.

Η τρίτη συνοικία, ο Βοτανικός, αναπτύσσεται εκατέρωθεν της οδού Πειραιώς ως βιομηχανική περιοχή, της οποίας η παραγωγική βάση πλήττεται σταδιακά με την κρίση αποβιομηχάνισης στη 10ετία του 1980. Ορίζεται, πλην της Ιεράς Οδού, από τη λεωφόρο Κωνσταντινουπόλεως, τη λεωφόρο Πέτρου Ράλλη και φτάνει μέχρι το Ρουφ. Η ονομασία της προέρχεται από τον «Βοτανικό Κήπο Αθηνών» στο χώρο του Γεωπονικού Πανεπιστημίου, στον οποίο και διατηρείται σήμερα τμήμα του ιστορικού Βοτανικού Κήπου. Ένας αριθμός από τα μεγάλα κτήρια που έμειναν αδρανή στέγασε και στεγάζει τα γνωστά διασκεδαστήρια υψηλής όχλησης, που σε ορισμένες περιπτώσεις ελέγχονται από τη μαφία της νύχτας. Η ίδια πραγματικότητα έχει φτάσει κοντά στο Γκάζι και η οχλούσα διασκέδαση έχει αναπτυχθεί γύρω από τη νέα πλατεία με το μετρό του Κεραμεικού. Η παραγωγή δεν εκτόπισε ιστορικά την κατοικία, όμως σήμερα οι παραπάνω χρήσεις λειτουργούν ανταγωνιστικά, συμπιέζουν τη γειτονιά και εκτοπίζουν την κατοικία.

Ο Βοτανικός διαθέτει μεγάλες ανενεργές εκτάσεις που μπορούν να ενεργοποιηθούν για την ανάπλαση της περιοχής, θέση που διατυπώθηκε έμπρακτα στον αγώνα για το  3ο Μητροπολιτικό Πάρκο της Αθήνας/Αττικής στην περιοχή του Ελαιώνα, με τους αγώνες που δώσαμε για να σταματήσουμε το mall Βωβού και τις συναφείς τριτογενείς χρήσεις  του δήμου Αθηναίων.

Στον άξονα της Κωνσταντινουπόλεως και τους παρακείμενους δρόμους έχουν αναπτυχθεί χώροι πολιτισμού, συμβατοί με την επιθυμητή κλίμακα και την πολυλειτουργικότητα της συνοικίας. Η υπογειοποίηση του προαστιακού, τουλάχιστον στα τμήματα που οι προτάσεις των συλλογικών φορέων και των κινημάτων των κατοίκων έγιναν αποδεκτές, θα λειτουργήσει ενοποιητικά για τα ασύνδετα μεταξύ τους τμήματα της συνοικίας, που διαχωρίζουν οι σημερινές γραμμές του τρένου.

Συνοψίζοντας, οι τρεις συνοικίες Κεραμεικός, Μεταξουργείο, Βοτανικός διαθέτουν σημαντικές χωρικές προϋποθέσεις ανασυγκρότησης.

Πρωτ’ απ’ όλα το κτηριακό τους απόθεμα μπορεί να περιλάβει πολλές χρήσεις και να στηρίξει την επιθυμητή πολυλειτουργικότητα στο μέλλον. Επιπλέον, οι συνοικίες έχουν διαχρονική ταυτότητα, την οποία συνθέτουν αρχαία και νεώτερα μνημεία,  χώροι παραγωγής και κατοικίας. Εγκλείουν ελεύθερους χώρους μεγάλης και μικρής κλίμακας που αποτελούν σημαντικά αποθέματα για αναπλάσεις και συνδέονται με τρεις σταθμούς του μετρό με την Αθήνα και άλλες περιοχές της Αττικής.  

Η ανασυγκρότησή τους, όμως, πρέπει να βασιστεί σε συνολικού χαρακτήρα δημόσιες ρυθμίσεις και παρεμβάσεις. Από τη μία, σε πολεοδομικά σχέδια και σχετικές μελέτες, και, από την άλλη, σε επενδύσεις από τον δημόσιο προϋπολογισμό, το ΕΣΠΑ, ή άλλη αποδεκτή χρηματοδοτική πηγή. Έτσι θα δημιουργηθεί ένα πλαίσιο, βασισμένο στο δημόσιο συμφέρον και τις κοινωνικές ανάγκες, που θα ορίζει και τις ιδιωτικές δραστηριότητες και τους κανόνες λειτουργίας της ιδιωτικής πρωτοβουλίας.

Η ανασύσταση των κοινωνικών υποδομών της πόλης, η ανάπλαση του οικιστικού αποθέματος και των δημόσιων χώρων, δεν αναβαθμίζουν μόνο τους χώρους της καθημερινής ζωής και τα μέσα συλλογικής κατανάλωσης. Αποτελούν ταυτόχρονα μια από τις πλευρές της παραγωγικής ανασυγκρότησης, η οποία δημιουργεί κοινωνικά χρήσιμες θέσεις εργασίας. Η άλλη πλευρά αφορά στην ανασυγκρότηση και ανανέωση της μικρής παραγωγής, του λιανικού εμπορίου και του πολιτιστικού τομέα, που ιστορικά αναπτύχθηκαν στις τρεις συνοικίες.

Σήμερα ένα τέτοιο σχέδιο φαίνεται μακρινό. Γιατί η Αθήνα και ιδιαίτερα οι λαϊκές γειτονιές ζουν σε συνθήκες ανθρωπιστικής κρίσης. Γιατί η επιβίωση είναι δύσκολη ή αδύνατη για χιλιάδες συμπολίτες μας. Γιατί 60% των νέων, με απίστευτα προσόντα και δυνατότητες, φυτοζωούν με κομμένα φτερά. Γιατί οι κοινωνικές υπηρεσίες του δήμου Αθηναίων (βρεφονηπιακοί σταθμοί, σχολική μέριμνα, δημοτικά ιατρεία, ΚΑΠΗ, πολιτισμός, αθλητισμός, δομές αλληλεγγύης κ.λπ.) συρρικνώνονται δραματικά ενώ οι ανάγκες πολλαπλασιάζονται. Όμως, η έξοδος από την κρίση προϋποθέτει βέβαια κατ’ αρχήν μία ρήξη – ένα τέλος στα μνημόνια που καταστρέφουν τη ζωή μας. Ταυτόχρονα, όμως, η έξοδος από την κρίση χρειάζεται ένα σχέδιο για την πόλη και τους ανθρώπους της, που θα στηριχθεί σε υπαρκτούς υλικούς πόρους και υπαρκτές ανθρώπινες δυνάμεις, ένα σχέδιο που θα αναπτυχθεί σε διάρκεια χρόνου και θα έχει προοπτική.

Μπορούμε να καταθέσουμε για τη δημιουργία αυτού του σχεδίου κατ’ αρχήν τα αιτήματα που έχουν αναδείξει  συλλογικοί φορείς και κοινωνικές ομάδες των τριών συνοικιών. Εδώ έχουν γίνει αγώνες που αποδείχθηκαν νικηφόροι, έχουν περιγραφεί βασικές κοινωνικές προτεραιότητες για την πόλη και τη ζωή των κατοίκων, έχει διαμορφωθεί με κάποιο τρόπο ένα συλλογικό όραμα, που αποτελεί και την απάντηση στο there is no alternative της δημοτικής και της κεντρικής μνημονιακής εξουσίας.