Κοινωνικές αντιστάσεις στην εμπορευματοποίηση της πόλης
Ομιλία στα Ιωάννινα 29/7/2005
Της Ελένης Πορτάλιου
Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές εφαρμόζονται σήμερα στο χώρο της εργασίας αλλά και στο χώρο της πόλης και της καθημερινής ζωής.
Ιστορικά, μετά τον β΄ παγκόσμιο πόλεμο, για λόγους οικονομικούς, που αφορούσαν στην άρνηση ανάληψης από το κεφάλαιο μη κερδοφόρων τομέων επενδύσεων αλλά και κοινωνικούς, που αφορούσαν στην παρέμβαση ισχυρών κοινωνικών κινημάτων και πολιτικών κομμάτων της αριστεράς, αναπτύχθηκε σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες ένας δημόσιος τομέας υπηρεσιών που απευθυνόταν, συνήθως μέσω αποκεντρωμένων θεσμών, στους πολίτες. Το κοινωνικό κράτος, παράγωγο ενός ευνοϊκού για τους εργαζόμενους συσχετισμού δυνάμεων, εξασφάλιζε μαζί με τη σύνταξη, την ασφάλεια και την απασχόληση ή την επιδότηση της ανεργίας, κοινωνικά δικαιώματα που οι λαϊκές τάξεις δεν θα μπορούσαν να αποκτήσουν ατομικά και αφορούσαν στην κατοικία, τη μετακίνηση, τον πολιτισμό, την υγεία και την εκπαίδευση, τις κοινωνικές υποδομές γενικά.
Ο χώρος της πόλης, που ήδη από την εποχή της πρώτης εκβιομηχάνισης είχε γίνει αντικείμενο εκτεταμένης κερδοσκοπίας, μέσω των διαδικασιών της παραγωγής αλλά και της αγοράς γης και κατασκευών, τέθηκε εκ νέου υπό διαπραγμάτευση τόσο ως προς τους όρους εκμετάλλευσής του όσο και ως προς το κοινωνικό και πολιτικό του νόημα. Η συζήτηση αυτή για τον χώρο της πόλης μαζικοποιήθηκε και απέκτησε κριτικό, συγκρουσιακό αλλά και οραματικό χαρακτήρα στο γόνιμο έδαφος των μεγάλων κοινωνικών και πολιτικών κινημάτων των 10ετιών ’60 και ’70, ενώ εμπλουτίστηκε με την οικολογική προβληματική της 10ετίας του ’80.
Οι άνθρωποι εργάζονται στο εργοστάσιο, το γραφείο, την επιχείρηση, υπόκεινται στους νόμους της μαζικής μετακίνησης και κατανάλωσης, αλλά δεν παύουν να συνδέονται με την πόλη τους ως τόπο της βιωμένης εμπειρίας, των κοινωνικών και διαπροσωπικών σχέσεων, της συλλογικής κουλτούρας και παράδοσης καθώς και της πολιτικής τους ταυτότητας, που αποδίδεται με την έννοια του πολίτη.
Οι πόλεις είναι συγκρουσιακά κοινωνικά και πολιτικά πεδία αλλά ταυτόχρονα εκφράζουν κοινά συμφέροντα και εκπέμπουν κοινά νοήματα για μεγάλες πλειοψηφίες των πολιτών τους, οι οποίοι μέσα από τη δράση τους μετασχηματίζουν την πόλη και ανανεώνουν το νόημα του αστικού. Νέες αντιθέσεις διατρέχουν σήμερα τις πόλεις και οδηγούν σε διασπάσεις και κατακερματισμούς όχι μόνο με βάση την τάξη αλλά, επίσης, με βάση το φύλο, τη φυλή, τη θρησκεία, τις πολιτιστικές διαφορές.
Παρά τα εσωτερικά και εξωτερικά πλήγματα, που το παγκοσμιοποιημένο καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής και διανομής έχει επιφέρει στις πόλεις και παρά το ότι το μέλλον των πόλεων διεθνώς είναι άδηλο, οι ευρωπαϊκές πόλεις εμφανίζουν μια αξιοθαύμαστη αντοχή στο χρόνο. Τρέφονται, ίσως, ακόμα από τα ισχυρά υπολείμματα της ιστορικής τους διαδρομής, τους ιστορικούς τους πυρήνες, που αν και δεν αποδίδονται στο σύνολο των πολιτών τους – γιατί συνήθως οι πιο φτωχοί απωθούνται σε αποαστικοποιημένες ζώνες στις περιφέρειες – εξακολουθούν να συμπυκνώνουν συμβολικά την ιδέα της πόλης ως κοινότητας, αγκυρωμένης σε μια εδαφική επικράτεια και εν δυνάμει αυτοδιοικούμενης από τον λαό της.
Αυτή η αντοχή των πόλεων, τουλάχιστον στη συνείδηση των πολιτών τους, επαληθεύτηκε με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο στη Χάρτα του Παγκόσμιου Κοινωνικού Φόρουμ με τίτλο « Το Δικαίωμα στην Πόλη ». Στο κείμενο αυτό, που πήρε τον τίτλο του από την περίφημη διατύπωση του ανανεωτή μαρξιστή φιλόσοφου και κοινωνιολόγου Henry Lefebvre, οι πόλεις γίνονται πάλι επίδικα αντικείμενα των κοινωνικών τάξεων και ομάδων, στις οποίες το σύγχρονο εκμεταλλευτικό και αυταρχικό σύστημα παραγωγής και εξουσίας στερεί μια σειρά δικαιώματα κοινωνικά, πολιτικά και χωρικά, που συνδέονται με την πόλη.
Μαζί με την πυκνή διατύπωση Δικαίωμα στην Πόλη τα δύο συνθήματα του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος – «Η πόλη δεν είναι για πούλημα» και «Οι άνθρωποι πάνω από τα κέρδη» – συνοψίζουν το στίγμα τόσο της σημερινής πραγματικότητας των πόλεων όσο και των αστικών κοινωνικών κινημάτων και των αντιστάσεων που εκδηλώνονται, θέματα στα οποία θα σταθώ αναλυτικότερα.
Ο νεοφιλελευθερισμός αποσύρει σήμερα τη δημόσια χρηματοδότηση των υπηρεσιών που ολοκλήρωναν το κοινωνικό κράτος, συνδέονταν με την πόλη και συνιστούσαν αυτό που ονομάστηκε κοινωνικός μισθός. Η αγορά, δηλαδή τα ιδιοτελή κριτήρια της μέγιστης κερδοφορίας των ιδιωτικών κεφαλαίων ρυθμίζουν αδιαμεσολάβητα την εργασιακή συνθήκη και την καθημερινή ζωή των πολιτών. Στο πλαίσιο αυτό ο δημόσιος χώρος της πόλης μετατρέπεται ολοκληρωτικά σε εμπόρευμα αλλά και ο ιδιωτικός αποτελεί αντικείμενο ανεξέλεγκτης κερδοσκοπίας, υπεράνω κανόνων και περιορισμών που θα απέβλεπαν στη διαφύλαξη του δημοσίου συμφέροντος και του χώρου ως συλλογικού αγαθού ανεξαρτήτως ιδιοκτησιακού καθεστώτος.
Η χώρα μας, χωρίς παράδοση δημοσίων ρυθμίσεων και υποδομών, με ισχυρά ερείσματα των μικρομεσαίων συμφερόντων στο κράτος και ισχυρές πελατειακές σχέσεις, που είχαν ήδη εγγράψει αρνητικές υποθήκες στο χώρο, ακολούθησε τη νεοφιλελεύθερη πολιτική της εμπορευματοποίησης και της παράδοσης στα μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα του χώρου, με όχημα τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Δεκάδες χιλιάδες στρέμματα δημόσιων χώρων δομήθηκαν, κυρίως στην Αττική και σχεδιάζεται να παραδοθούν σήμερα, μέσω του νόμου για τα Ολυμπιακά Ακίνητα, σε μικρό αριθμό μεγαλοεπιχειρηματιών που θα εκμεταλλευτούν αυτή την περιουσία του ελληνικού λαού επιβάλλοντας αντίτιμο χρήσης στους νόμιμους κατόχους της. Ήδη, όμως, μια άλλη τεράστια σε έκταση και σε περιβαλλοντική και πολιτιστική αξία δημόσια περιουσία είχε περάσει στην Ανώνυμη Εταιρεία Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα για την πιο βάναυση ιδιωτική εκμετάλλευση.
Η πόλη είναι μια σύνθετη οντότητα που χωρογραφείται από τους μεγάλους δημόσιους ελεύθερους χώρους, τους φυσικούς πνεύμονες που την περιβάλλουν – πράσινους, δασικούς και υγρούς – τα δημόσια κτίρια και τις συλλογικές εξυπηρετήσεις που προσφέρει στους πολίτες της.
Αυτή η πόλη, στο βαθμό που υπήρχε ή εν δυνάμει μπορούσε να πραγματοποιηθεί, χάνεται σήμερα μπροστά στα μάτια μας στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, την Πάτρα, τα Γιάννενα, το Ηράκλειο και οπουδήποτε αλλού στην επικράτεια οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές εμπορευματοποιούν τον χώρο, τις συλλογικές υποδομές και τις κοινωνικές υπηρεσίες, επιβάλλοντας ταυτόχρονα απαγορεύσεις και αποκλεισμούς.
Κάθε μέρα στη χώρα μας ένας δημόσιος χώρος απελευθερώνεται ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς, τους όρους και τις προϋποθέσεις εκμετάλλευσής του και εμπορευματοποιείται. Αυτό γίνεται στις παραλίες, τις πλατείες και τους πεζοδρόμους, που γεμίζουν τραπεζοκαθίσματα και στους αδόμητους δημόσιους χώρους που παραχωρούνται σε ιδιώτες. Νεότερα, διατηρητέα μνημεία κατεδαφίζονται, διατηρητέα κτίσματα αποχαρακτηρίζονται, η δόμηση πλησιάζει σε απόσταση αναπνοής αρχαιολογικούς χώρους, όπως στην Κνωσό, τα σχέδια πόλης επεκτείνονται στα δάση, τα δάση καίγονται ή αποχαρακτηρίζονται ως δημόσια περιουσία ελλείψει κτηματολογίου μαζί με μη δασικές εκτάσεις για τις οποίες το δημόσιο δεν υπερασπίζεται τους τίτλους ιδιοκτησίας του. Ρέματα μέσα στις πόλεις κτίζονται, προκαλώντας πλημμύρες, βιότοποι κοντά σε αστικά περιβάλλοντα καταστρέφονται, χιλιάδες δέντρα κόβονται για λόγους τσιμεντόστρωσης δημόσιων χώρων ή κατασκευής κτιρίων και γκαράζ χωρίς να γίνονται πουθενά εκτεταμένες νέες φυτεύσεις.
Οι πόλεις αλλάζουν χέρια. Και δεν πρόκειται μόνο για τις εμφανέστατες μικρές ή μεγάλες περιπτώσεις που αναφέραμε. Μέσω θεσμικών ρυθμίσεων και των μηχανισμών της αγοράς, που κατευθύνουν τις προηγούμενες παρεμβάσεις, συντελείται, επίσης, μια εκτεταμένη κερδοσκοπία στο χώρο – real estate market όπως λέγεται εκσυγχρονιστικά – με επιπτώσεις στις τιμές της κατοικίας, στο κόστος των υποδομών και των μετακινήσεων, στην ενεργειακή κατανάλωση και την περιβαλλοντική ρύπανση.
Οι καταστροφικές αυτές διαδικασίες, μέσω των οποίων μεταφέρεται εισόδημα από τους πολλούς στους λίγους, είναι ταυτόχρονα πλήγματα στις υλικές προϋποθέσεις του πολιτισμού που είναι οι πόλεις και στις συλλογικές αξίες και το νόημα του αστικού – το νόημα της πόλης. Για τον νεοφιλελευθερισμό δεν υπάρχουν αξίες που η πόλη συμβολίζει ιστορικά ή υποδείχθηκαν στη διάρκεια των κοινωνικών και πολιτικών συγκρούσεων μέσα στις οποίες υφαίνονται τα εναλλακτικά σχέδια και πρότυπα ζωής. Υπάρχει μόνο η αγορά και οι αξίες της : το κέρδος, ο ανταγωνισμός και ο άνθρωπος ως καταναλωτικό ζώον αντί του αριστοτέλειου πολιτικού ζώου. Μπορούμε να μιλάμε για μετάλλαξη ανθρωπολογικού χαρακτήρα
Σ’ αυτές τις ίδιες πόλεις, όμως, που ο νεοφιλελευθερισμός σήμερα επιτίθεται, αναπτύσσονται και τα αστικά κοινωνικά κινήματα και οι αντιστάσεις των πολιτών. Η θεωρία και η ιστορία των κοινωνικών κινημάτων της πόλης καταγράφουν από πολύ παλιά την ύπαρξη αυτών των κινημάτων και τον άρρηκτα συνδεδεμένο με την πόλη χαρακτήρα μεγάλων πολιτικών εξεγέρσεων, όπως της Κομμούνας, που αποτέλεσαν σταθμούς στη διαδρομή των λαϊκών αγώνων.
Οι πόλεις της Ευρώπης και της Αμερικής είναι το πεδίο έρευνας του κριτικού μαρξιστή κοινωνιολόγου Manuel Castells, που μελέτησε τα αστικά κοινωνικά κινήματα μέσα από παραδείγματα – τομές και διατύπωσε θεωρητικές αρχές κατανόησής τους σε πολλά έργα του και ιδιαίτερα στο : Η Πόλη και οι Αποκάτω.
Τα αστικά κοινωνικά κινήματα είναι, κατά τον Castells, πολυταξικά, αν και σε πολλές περιπτώσεις, όπως παραδείγματος χάριν στις κινητοποιήσεις για την κατοικία, οι πρωταγωνίστριες – γιατί γυναίκες είναι στα κινήματα αυτά μπροστά – προέρχονται από τον λαϊκό εργατικό κόσμο, είναι ενοικιαστές που δεν μπορούν να πληρώσουν το ενοίκιο κατοικίας, ένοικοι των μεγάλων απρόσωπων, υποβαθμισμένων οικιστικών συγκροτημάτων, κάτοικοι των παραγκουπόλεων της Λατινικής Αμερικής.
Τα αστικά κοινωνικά κινήματα υποκινούνται από τις διακρίσεις που υπάρχουν στην πόλη με βάση την τάξη, το φύλο, τη φυλή ή τις διαφορετικές θρησκείες και κουλτούρες, οι οποίες ενεργοποιούνται για να οργανώσουν το σύστημα εκμετάλλευσης των αποκάτω στο χώρο της εργασίας και της καθημερινής ζωής.
Η εμπορευματοποίηση του χώρου λειτουργεί καταλυτικά τόσο για τις χωρικο-κοινωνικές αναδιατάξεις όσο και για την εμφάνιση κινημάτων και αντιστάσεων. Είναι παγκόσμια πρακτική οι διαδικασίες εξωραϊσμού (gentrification) υποβαθμισμένων περιοχών των πόλεων – στις οποίες κατοικούν φτωχοί, μαύροι ή μετανάστες – εξωραϊσμού που γίνεται με όρους αγοράς, ώστε οι περιοχές αυτές να καθίστανται κερδοφόρα εμπορεύματα για τους ιδιώτες επενδυτές και να πωλούνται σε εύπορα κοινωνικά στρώματα, αφού, μέσω τον αγοραίων μηχανισμών, έχουν αποβληθεί οι προηγούμενοι κάτοικοί τους.
Έτσι έγινε στις κεντρικές περιοχές πολλών πόλεων της Ευρώπης και της Αμερικής, στο Μαραί στο Παρίσι, στον Τάμεση στο Λονδίνο και με ανάλογους τρόπους στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας. Ανάπλαση του Θησείου, του Ψυρρή ή της Πειραιώς, με όρους κερδοσκοπίας, σημαίνει απομάκρυνση των λαϊκών στρωμάτων, της μικρής παραγωγής, των πομάκων και όσων άλλων γίνονται απόβλητοι χάριν των νέων καταναλωτικών χρήσεων διασκέδασης και εμπορίου. Αντίθετα, δεν έγινε έτσι στη Μπολώνια και σε άλλες περιπτώσεις αριστερών δήμων στην Ευρώπη όπου η παραγόμενη υπεραξία από τα έργα αναβάθμισης του χώρου κοινωνικοποιήθηκε και οι κάτοικοι παρέμειναν στις γειτονιές τους.
Τέτοιες μεγάλες, κερδοσκοπικού χαρακτήρα ρυθμίσεις, πυροδότησαν, πάντως, σημαντικά κοινωνικά κινήματα στις ευρωπαϊκές πόλεις στις 10ετίες του ’60 και ’70, που συνεχίστηκαν στη 10ετία του ’80 και εμπλουτίστηκαν με θέματα που αφορούν τη συλλογική κατανάλωση και διαχείριση του χώρου. Από τον αγώνα για να μην κατεδαφιστεί η περίφημη αγορά του Παρισιού – οι Halles – φτάνουμε στον πρόσφατο αγώνα των κατοίκων της Φρανκφούρτης για να μην ιδιωτικοποιηθεί το μετρό, περνώντας από τις μαζικές εξεγέρσεις για τις δημόσιες υπηρεσίες στην Ιταλία, από καταλήψεις σπιτιών στη Γερμανία, την Ολλανδία, τη Δανία και αλλού, από κινήματα γυναικών, μεταναστών και ομοφυλόφιλων για άρση των αποκλεισμών στο χώρο, από ενώσεις γειτονιάς, εναλλακτικά δίκτυα πολιτισμού, κοινοβιακά εγχειρήματα και αυτοδιαχειριστικές πρακτικές. Ανάλογες κινητοποιήσεις έχουν υπάρξει και στη χώρα μας.
Δεν έχουν όλες αυτές οι εξεγέρσεις, οι αναταραχές και τα ξεσπάσματα κοινούς στόχους, ούτε αποτελούν, όπως θα έλεγε και ο Manuel Castells, πάντα αστικά κοινωνικά κινήματα, τα οποία χαρακτηρίζει ως τέτοια εφ’ όσον αρθρώνονται γύρω από τρία στοιχεία : 1. τη διεκδίκηση και απόκτηση από τους κατοίκους μιας πόλης που βασίζεται στην αξία χρήσης σε αντίθεση με την αντίληψη της αστικής ζωής και των υπηρεσιών ως εμπορευμάτων, που είναι η λογική της ανταλλακτικής αξίας 2. την αναζήτηση μιας ιδιαίτερης ταυτότητας που αμφισβητεί την ομογενοποιητική κουλτούρα των μέσων και τη διαμόρφωση μιας κοινότητας σ’ αυτή τη βάση. 3. την αναζήτηση αυτονομίας της τοπικής εξουσίας, αποκέντρωσης έναντι του συγκεντρωτικού κράτους και αυτοδιαχείρισης, αντικείμενα που επιδιώκονται με τη συγκρότηση κινημάτων πολιτών για μια ελεύθερη πόλη.
Παρά το ότι και στη χώρα μας δεν μπορούμε να μιλάμε για αστικά κοινωνικά κινήματα με διάρκεια και μεγάλη μαζικότητα, που πληρούν τους προηγούμενους όρους του Castells, μπορούμε να διατυπώσουμε από την εμπειρία μας τον ισχυρισμό ότι καθημερινά ξεσπούν μικρότερες ή μεγαλύτερες αντιδράσεις και αντιστάσεις, ότι δημιουργούνται μαχητικές ομάδες πολιτών που επιδιώκουν να ευαισθητοποιήσουν την κοινωνία, ότι υπάρχει συντονισμός, ότι αμφισβητούνται τόσο μείζονες εθνικοί στόχοι, που προωθούν την εμπορευματοποίηση του χώρου, όπως οι Ολυμπιακοί Αγώνες, αλλά και πιο μικρής κλίμακας εντοπισμένες επιλογές, οι οποίες μάλιστα συχνά ανατρέπονται εξαιτίας αυτών των κινητοποιήσεων.
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η βάση της αμφισβήτησης της εμπορευματοποίησης του χώρου και της διεκδίκησης μιας πόλης βασισμένης στην αξία χρήσης είναι κοινωνική. Η πόλη παραμένει ένα κοινωνικό προϊόν που προκύπτει από τα συγκρουόμενα κοινωνικά συμφέροντα και αξίες. Μόνο, αυτόνομα από το κεντρικό και αποκεντρωμένο κράτος και τα κόμματα, αστικά κοινωνικά κινήματα, με όποια χαρακτηριστικά και αν τα ορίσουμε, σύμφωνα με τον Castells η με λιγότερο απόλυτο τρόπο, μπορούν να αποτρέψουν τη διάλυση της πόλης ως συλλογικής οντότητας και πολιτικής κοινότητας Το νόημα του αστικού δεν φωλιάζει σε ου-τοπίες, αντίθετα έχει την υλικότητα του τόπου που διαμορφώνει η δράση και τα οράματα των ανθρώπων.
Ο δρόμος για την υπεράσπιση των πόλεων είναι δύσβατος. Δεν είναι μόνο τα ισχυρά ιδιωτικά συμφέροντα με τα οποία συμπλέει η κεντρική και συχνότατα οι τοπικές εξουσίες. Είναι, επίσης, οι αντιλήψεις του ανταγωνισμού, του καταναλωτισμού, της ατομικής περιχαράκωσης και της απαξίωσης του συλλογικού που υποβάλλονται από τους κυρίαρχους ιδεολογικούς μηχανισμούς και πρωτίστως από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Είναι το ιδιωτικό μικροσυμφέρον και η ιδιωτική αυθαιρεσία σε βάρος της δημόσιας υλικής, πολιτιστικής και συναισθηματικής περιουσίας, που αποτελεί η πόλη για το σύνολο των πολιτών της. Τα αστικά κοινωνικά κινήματα αλλά και κάθε κίνηση αντίστασης πρέπει, λοιπόν, όχι μόνο να απομυθοποιήσουν την αγορά και την ανταλλακτική αξία ως μέτρα της ανθρώπινης ζωής αλλά και να επαναφέρουν τα αστικά νοήματα της κοινότητας, της συλλογικής ταυτότητας, του πολίτη και, εν τέλει, της πολιτικής ως υπόθεσης των πολλών για τον καθορισμό της ζωής τους.