Οι θέσεις της Ανοιχτής Πόλης για το ιστορικό κέντρο της Αθήνας
Α. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ
Η Αθήνα, πόλη κατ’ εξοχήν λαϊκή, δοκιμάζεται σήμερα από την κρίση και τις μνημονιακές πολιτικές που χρεοκοπούν την κοινωνία. Οι εκτεταμένοι θύλακες φτώχειας παίρνουν εκρηκτικές διαστάσεις , πολύ περισσότερο που η πόλη εγκαταλείπεται από τη δημοτική αρχή και οι κοινωνικές υπηρεσίες και ο δημόσιος χώρος καταρρέουν. Το Ιστορικό Κέντρο της Αθήνας και η Αθήνα είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Η πόλη τροφοδοτεί και ζωογονεί το κέντρο της και το κέντρο συμπυκνώνει και δίνει ταυτότητα στην πόλη. Το Ιστορικό Κέντρο αποτυπώνει ανάγλυφα την οικονομική κρίση, τη δραματική μείωση των εισοδημάτων, τη νέα φτώχεια, την εγκατάλειψη των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων και, ταυτόχρονα, την κερδοσκοπία στην πόλη και την ανεξέλεγκτη δράση του μαύρου χρήματος.
Το εμπόριο, η αναψυχή και ο πολιτισμός, που κυριάρχησαν μονομερώς ως κεντρικές λειτουργίες, πλήττονται από την ύφεση, ενώ η απομάκρυνση των δημόσιων υπηρεσιών, της μικρής μεταποιητικής παραγωγής και της κατοικίας, πολλαπλασιάζει τις μαύρες τρύπες εγκατάλειψης του Ιστορικού Κέντρου και των γειτονικών περιοχών. Όσον αφορά τον τουρισμό, στον οποίο προσβλέπει παραδοσιακά η χώρα και η Αθήνα, το μόνο μέτρο που εξαγγέλλεται είναι η καταστολή των «ανθρώπινων αποβλήτων» και των διαδηλώσεων. Με άλλα λόγια, το κέντρο τροφοδοτείται κατ’ αρχήν από την κοινωνία πόλης και η κοινωνία σήμερα δυσκολεύεται να επιβιώσει.
Οι δημόσιες παρεμβάσεις στο Ιστορικό Κέντρο και ευρύτερα στις ιστορικές γειτονιές της Αθήνας σπανίζουν και ο χώρος μετασχηματίζεται λειτουργικά, οικονομικά και κοινωνικά με τους νόμους της αγοράς, που δρουν σε καθεστώς πολεοδομικής αυθαιρεσίας και επιβολής του ιδιωτικού σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος. Για παράδειγμα, στο παρελθόν υπήρχε εκτεταμένο πρόγραμμα επιδότησης διατηρητέων κτηρίων, με πολύ χαμηλότοκα δάνεια και μεταφορά του συντελεστή δόμησης, που απέδωσε θετικά στην επανάχρηση του οικιστικού αποθέματος της πόλης και στην ενίσχυση της ιστορικής της ταυτότητας. Σήμερα δεν υπάρχει κανένα ανάλογο πρόγραμμα δημόσιας πολιτικής. Εξάλλου, το πρόγραμμα της Ε.Ε.Α.Χ.Α. δεν έχει ολοκληρωθεί στα τμήματά του που συνδέουν τους κεντρικούς με τους περιφερειακούς αρχαιολογικούς χώρους (Δημόσιο Σήμα, Ακαδημία Πλάτωνος, Ιππείος Κολωνός κλπ.) και στην πραγματικότητα η εταιρεία δεν παράγει σήμερα έργο.
Ο δήμος Αθηναίων παραμένει χωρίς πόρους και, σε συνδυασμό με την ανυπαρξία πολιτικής βούλησης από τη δημοτική αρχή, δεν διαθέτει πολιτικό σχέδιο για κοινωνικές παρεμβάσεις στήριξης της πόλης και των κατοίκων της και αντιμετώπισης των προβλημάτων του Ιστορικού Κέντρου. Από το 2008 έως το 2011 έχουμε μείωση της κρατικής επιχορήγησης κατά 130 εκατ. ευρώ, του προγράμματος επενδύσεων και του τεχνικού προγράμματος από 18,8 εκατ. ευρώ το 2008 σε 1,3 εκατ. ευρώ το 2011. Στην κοινωνική πολιτική γίνονται σοβαρές περικοπές ενώ οι ανάγκες πολλαπλασιάζονται. Στο βρεφοκομείο από 43 εκατ. ευρώ το 2011 δόθηκαν 10 εκατ. ευρώ λιγότερα. Στο Κέντρο Υποδοχής και Αλληλεγγύης δόθηκαν 450 χιλ ευρώ λιγότερα αντί να ενισχυθεί ο ρόλος και η λειτουργία του. Στον νέο οργανισμό για τον πολιτισμό και τον αθλητισμό, ενώ είχαν προϋπολογιστεί 37,7 εκατ. ευρώ για το 2011, δόθηκαν 34 εκατ. ευρώ και για το 2012 προϋπολογίζονται 30 εκατ. ευρώ. Στη διεύθυνση Προληπτικής Ιατρικής και Υγείας, Κοινωνικής και Σχολικής Μέριμνας, ενώ είχαν προϋπολογιστεί 8,8 εκατ. ευρώ, δόθηκαν 1,8 εκατ. Η πολιτική αυτή των περικοπών σε βασικούς τομείς του δήμου και οι απολύσεις των εργαζομένων θα συνεχιστούν, όπως ήδη εξαγγέλλεται με τα νέα μέτρα που θα ληφθούν μετά τις εκλογές.
Η κυρίαρχη προσέγγιση του συντηρητικού πολιτικού φάσματος για το κέντρο της Αθήνας, αναδεικνύει τις πολιτικές στοχεύσεις της εξουσίας. Απέναντι στην πολιτική, που παράγει διαρκώς νέα φτώχεια, χρησιμοποιείται το αποτέλεσμα της πολιτικής, δηλαδή η υποβάθμιση και καλλιεργούνται ο φόβος, η ανασφάλεια και ο ρατσισμός για τον αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης από τις αιτίες των προβλημάτων και τους τρόπους που μπορούν πραγματικά να αντιμετωπιστούν. Με αποδιοπομπαίο τράγο τους μετανάστες, τους χρήστες εξαρτησιογόνων ουσιών, τους απόρους των συσσιτίων και τους αστέγους, επιχειρείται να λειτουργήσει ο κοινωνικός αυτοματισμός, να δημιουργηθούν κοινωνικές πολώσεις και πολιτικές συγκρούσεις. Είναι η στρατηγική της έντασης του συντηρητικού λαϊκισμού για να εξυπηρετούνται πολιτικές σκοπιμότητες και να γίνονται επιθέσεις στην αριστερά, η οποία αντιπαραθέτει στη δυναστεία του χρήματος το μέτωπο των λαϊκών τάξεων που πλήττονται σήμερα συνολικά από την κρίση, ανεξαρτήτως εθνικότητας. Είναι φανερό ότι, όταν υποβαθμίζεται οικονομικά, κοινωνικά και πολεοδομικά η πόλη, εμφανίζονται νομοτελειακά και τα φαινόμενα κοινωνικής παρακμής και υποβάθμισης, με αποτέλεσμα η μέχρι τώρα οικονομική και περιβαλλοντική κρίση να προσλαμβάνει ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές διαστάσεις.
Η υποβάθμιση αυτή στο Ιστορικό Κέντρο και τις γειτνιάζουσες γειτονιές έχει ενεργοποιήσει σταδιακά διαδικασίες κερδοσκοπίας στη γη και στα ακίνητα. Εκατοντάδες κτήρια αγοράζονται κοψοτιμής, ενοικιάζονται σε αλλοδαπούς πολύ ακριβά, με το κεφάλι και περιμένουν την αξιοποίησή τους σε μελλοντικό χρόνο, όταν το περιβάλλον θα αναβαθμιστεί και τα τμήματα αυτά της πόλης θα «εξευγενιστούν».
Β. ΣΕ ΤΙ ΣΥΝΙΣΤΑΤΑΙ Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ
Β1. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΗ ΥΠΟΒΑΘΜΙΣΗ
Τα φαινόμενα της εγκατάλειψης του κέντρου θα μπορούσαν να καταγραφούν σε πολλαπλά επίπεδα. Κυρίαρχο στοιχείο είναι η απομάκρυνση από το Ιστορικό Κέντρο και τις γειτονικές περιοχές, όπως ο Ψυρρής, το Γκάζι και το Μεταξουργείο, των χρήσεων κατοικίας, παραγωγής και υπηρεσιών, με περισσότερα από 500 κτήρια εγκαταλελειμμένα. Η κυριαρχία του καταναλωτικού προτύπου ανάπτυξης και η μετατροπή του κέντρου σε τόπο κατανάλωσης συμβαδίζουν με την υποβάθμιση των κοινωνικών υπηρεσιών, των ελεύθερων χώρων και την παντελή απουσία αστικών αναπλάσεων σε κλίμακα γειτονιάς, με τη μείωση δηλαδή των δημοσίων επενδύσεων σε υποδομές για την εξισορρόπηση των κοινωνικών ανισοτήτων στην πόλη. Το αποτέλεσμα είναι η γήρανση του πληθυσμού, η επέκταση της φτώχειας και ο πολλαπλασιασμός των χωρικών ανισοτήτων. Η στοιχειώδης ρυθμιστική παρέμβαση στην πόλη με τα διατάγματα χρήσεων γης δεν εφαρμόστηκε και, όπου έγινε, παραβιάστηκε εξαρχής.
Το πρόγραμμα αποκέντρωσης των δημοσίων υπηρεσιών και υπουργείων, με τη μεταφορά τους στην περιφέρεια, αποδόμησε την πολιτική ιστορικά λειτουργία του κέντρου της Αθήνας – υπήρξαν προτάσεις να μεταφερθεί η Βουλή στο Φάληρο – και κάποια θετικά αποτελέσματα, όπως η μείωση της κυκλοφορίας στο κέντρο, εξανεμίστηκαν από τις αρνητικές συνέπειες. Σε συνθήκες οικονομικής ασφυξίας η εγκατάλειψη ενός σημαντικού αποθέματος κτηρίων κατάλληλων για υπηρεσίες, χάριν της διαρκούς επέκτασης της πόλης στα προάστια, υποβαθμίζει τόσο το κέντρο όσο και τα προάστια και εντείνει την έλλειψη κοινωνικών υποδομών και την περιβαλλοντική κρίση.
Η πολυλειτουργικότητα του κέντρου είναι βασική αρχή ποιότητας ζωής και αντοχής στις οικονομικές μεταπτώσεις. Τελικά, το πρότυπο ανάπτυξης με εμπόριο, ψυχαγωγία και τουρισμό, που επικράτησε, χωρίς δημόσιους μηχανισμούς ελέγχου αλλά μόνο με τους νόμους της αγοράς, σήμερα καταρρέει. Σε συνθήκες κρίσης, οι επιχειρήσεις στους παραπάνω τομείς δοκιμάζονται από την ύφεση, την τραπεζική πολιτική, τα χαράτσια, τη δραματική μείωση της αγοραστικής δύναμης ευρύτατων κοινωνικών στρωμάτων, τις υψηλές τιμές ενοικίων και τον ανταγωνισμό των malls, που χωροθετήθηκαν απαράδεκτα στην κορεσμένη Αττική και, για τους λόγους αυτούς, αναγκάζονται να κλείσουν. Τα λουκέτα πολλαπλασιάζουν το τεράστιο πρόβλημα της ανεργίας και γενικεύουν το καθεστώς της ανασφάλιστης, ευέλικτης εργασίας.
Η πολιτική των μνημονίων διαμορφώνει ένα νέο τοπίο στις παραγωγικές και εμπορικές λειτουργίες και την απασχόληση στην Αθήνα. Εμπορικοί δρόμοι, όπως η Σταδίου, η Αιόλου, η Αθηνάς, όπως και το ευρύτερο εμπορικό κέντρο, νεκρώνονται σταδιακά. Συγκεκριμένα, ο Δείκτης Διαθεσιμότητας Εμπορικών Χώρων Αθήνας (2009) ανέρχεται σε 18,8% (Έρευνα ΕΣΑ, 2009), με τη διαθεσιμότητα να αγγίζει το 25% στα Εξάρχεια – Νεάπολη, το 5% στο Κολωνάκι, το 16.4% στους κεντρικούς εμπορικούς δρόμους και το 17% στο Ιστορικό Τρίγωνο. Στον εμπορικό τομέα που περικλείεται από την Πλατεία Ομονοίας – Αγ. Κωνσταντίνου – Αχιλλέως – Κολοκυνθούς – Ευριπίδου – Αθηνάς – Πλατεία Ομονοίας, εκτιμάται ότι η πτώση του τζίρου ξεπερνά το 30% της συνολικής εμπορικής δραστηριότητας, με αυξητικές τάσεις. Ειδικότερα στις αγορές των οδών Σοφοκλέους, Σωκράτους, Ευριπίδου, Κολοκυνθούς, το ποσοστό ανέρχεται στο 40%. Η πτώση αυτή σε κατ’ εξοχήν περιοχές εμπορίου για τα λαϊκά στρώματα, προφανώς οφείλεται στην αδυναμία τους να καταναλώσουν εμπορεύματα εκτός από τα στοιχειώδη είδη διατροφής και όχι στην αυξημένη παρουσία αλλοδαπών επιχειρήσεων, όπως υποστηρίζει ο κυρίαρχος λόγος.
Η μειωμένη εμπορική ζήτηση συνοδεύεται από τη μείωση της βιοτεχνικής δραστηριότητας. Παραδοσιακοί βιομηχανικοί κλάδοι, όπως αυτοί του υφάσματος, του δέρματος και των ενδυμάτων, καταστράφηκαν. Από τις 1.300 βιοτεχνίες που υπήρχαν μέχρι τις αρχές του 1990, έχουν παραμείνει 300. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι στο διάστημα 1991-2001 η απασχόληση στη βιοτεχνία μειώθηκε από 55.000 σε 37.000 εργαζομένους (δηλαδή κατά περίπου 30%). Αντίθετα, η απασχόληση σε μπαρ και εστιατόρια αυξήθηκε από 27.000 σε 47.000 εργαζόμενους, δηλαδή περίπου κατά 90%. Πρόκειται για ένα αγοραίο και βραχυπρόθεσμα αποδοτικό προσανατολισμό των οικονομικών δραστηριοτήτων στην ευρύτερη περιοχή του κέντρου της Αθήνας.
Αναπτύχθηκε η βιομηχανία της νυκτερινής διασκέδασης με την εγκατάσταση πλήθους κέντρων, που επιβαρύνουν τον αστικό χώρο, αποδυναμώνουν την κλίμακα της γειτονιάς και καταλαμβάνουν, λόγω παρελκόμενων δραστηριοτήτων τους, πολύτιμα τμήματα του δημόσιου χώρου (π.χ. πεζοδρόμια). Διαμορφώθηκαν νέες περιοχές (Ψυρρής), που σήμερα εγκαταλείπονται και τα διασκεδαστήρια διαχέονται στο σύνολο της πόλης (Γκάζι, Θησείο, Πετράλωνα, Ρουφ, Κολωνάκι κλπ). Πολιτιστικές χρήσεις μικρής κλίμακας, όπως θέατρα και γκαλερί, δοκιμάζονται από την κρίση.
Β.2 ΟΙ ΝΕΟΠΤΩΧΟΙ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ
Η πολιτική κυβέρνησης και τρόικας γεννά τις μεγαλύτερες μορφές ανισότητας και ακραίας φτώχειας, που αφορούν όχι μόνο μεμονωμένες περιπτώσεις αλλά ολόκληρες κοινωνικές ομάδες. Η αύξηση του αριθμού των αστέγων στο κέντρο της Αθήνας είναι μεγάλη και τείνει να αλλάξει ριζικά τον κοινωνικό χαρακτήρα του. Οι μακροχρόνια άνεργοι και οι συμπολίτες μας, που απώλεσαν αιφνιδίως κάθε έρεισμα στοιχειώδους διαβίωσης, οδηγούνται στο δρόμο, είναι οι νέοι «άθλιοι» της ελληνικής κοινωνίας. Η ένταση του φαινομένου φαίνεται να είναι δυσανάλογα μεγαλύτερη για την Αθήνα και μάλιστα το κέντρο της, καθώς άποροι από την περιφέρεια καταφεύγουν στην επαιτεία, για τις ελάχιστες δυνατότητες επιβίωσης, μέσω της ανωνυμίας που προσφέρει η πρωτεύουσα. Οι νεόπτωχοι – νεοάστεγοι ήρθαν να προστεθούν στους παραδοσιακούς φτωχούς – αστέγους (λόγω παραβατικότητας, χρήσης ουσιών κλπ.), ενώ έως πρόσφατα ανήκαν σε ενταγμένα στον κοινωνικό ιστό στρώματα.
Οι μετανάστες και οι πρόσφυγες δοκιμάζονται από ακραίες μορφές φτώχειας και αδυνατούν να επιβιώσουν. Θύματα των πολέμων, στους οποίους και η χώρα μας συμμετέχει, των δικτατορικών καθεστώτων, της πείνας και της εκμετάλλευσης στις χώρες καταγωγής τους, εξαναγκάζονται να τις εγκαταλείψουν, αναζητώντας δυνατότητες επιβίωσης στον «αναπτυγμένο» κόσμο. Παλαιότερα αποτέλεσαν φτηνό εργατικό δυναμικό στις χώρες της Ευρώπης και την Ελλάδα, όπου απασχολήθηκαν στις κατώτερες χειρωνακτικά εργασίες, με εξαιρετικά χαμηλούς μισθούς και χωρίς καμιά ασφάλιση. Πολλοί από αυτούς πήραν άδεια παραμονής και εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην χώρα μας. Σήμερα, όμως, τα απαιτούμενα ένσημα για την άδεια είναι αδύνατον να συγκεντρωθούν ακόμα και από ντόπιους εργαζόμενους με σχετικά σταθερή εργασία, λόγω της κρίσης. Εξάλλου, οι διαδικασίες πολιτικού ασύλου για τους πρόσφυγες λιμνάζουν, με αποτέλεσμα αυτοί να βρίσκονται σε καθεστώς μη νομιμότητας, ενώ η συνθήκη Δουβλίνο ΙΙ εγκλωβίζει στην Ελλάδα-χώρα εισόδου στην Ευρώπη-πρόσφυγες και μετανάστες. Έτσι, της γης οι κολασμένοι γίνονται οι αποδιοπομπαίοι τράγοι του κυρίαρχου πολιτικού συστήματος που, έχοντας οδηγήσει την κοινωνία στη χρεοκοπία, επιχειρεί να πείσει ότι οι μετανάστες δημιουργούν την ανεργία, απομυζούν κοινωνικούς πόρους και ευθύνονται για την υποβάθμιση της πόλης.
Η μεγάλη συσσώρευσή τους στο κέντρο οφείλεται στην αναζήτηση από φτωχούς απέλπιδες ανθρώπους ελάχιστου μεροκάματου, κοινωνικών υπηρεσιών, συσσιτίων και παλιών εγκαταλειμμένων ή ενοικιαζόμενων κατοικιών για να μείνουν.
Από τη στιγμή που δεν παρέχονται στοιχειώδες λύσεις στα προβλήματα των μεταναστών χωρίς χαρτιά και των προσφύγων, οι ίδιοι ζουν σε συνθήκες εξαθλίωσης, ενώ οι κάτοικοι του κέντρου και των γειτονικών περιοχών διαμονής τους υφίστανται τις επιπτώσεις από τη δύσκολη συγκατοίκηση με ανθρώπους απολύτως αβοήθητους από τις δημόσιες και δημοτικές υπηρεσίες. Στις συνθήκες αυτές, οι αλλοδαποί γίνονται τα εύκολα θύματα εγκληματικών μαφιών λαθρεμπορίου ναρκωτικών, όπλων, διαφόρων ειδών φτηνού εμπορίου, καθώς και μαφιών κλοπών, επαιτείας και καταναγκαστικής πορνείας, στις οποίες εμπλέκονται εξίσου και ντόπιοι. Οι αστυνομικές αρχές και το πολιτικό σύστημα γενικότερα αρνούνται να πατάξουν το οργανωμένο έγκλημα, που διακινεί δεκάδες δισεκατομμύρια μαύρου χρήματος, επειδή ακριβώς για τον σημερινό, μαφιόζικο καπιταλισμό το χρήμα δεν έχει χρώμα. Έτσι, το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα, αδυνατώντας να λύσει την αντίφαση ανάμεσα στις διακηρύξεις του περί αναβάθμισης του Ιστορικού Κέντρου και στην ασυλία που παρέχει στις μαφίες του μαύρου χρήματος, επιχειρεί να εξαντλήσει την πυγμή του στις διώξεις των «ανθρώπινων αποβλήτων», μεταναστών και φτωχών, προχωρώντας στις λεγόμενες επιχειρήσεις «σκούπας»- λέξη που δηλώνει ευθέως ότι οι άνθρωποι είναι σκουπίδια- και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης που εξαγγέλλει. Στη βάση αυτή του θεσμικού ρατσισμού αναπτύσσεται ο εγκληματικός ρατσισμός της Χρυσής Αυγής και του ΛΑΟΣ και αναγορεύονται σε υπουργούς της κυβέρνησης και τηλεοπτικούς αστέρες πρόσωπα με ρατσιστική και φασιστική δράση.
Η διακίνηση των ναρκωτικών στην Αθήνα και ιδιαίτερα στο κέντρο αποτελεί μια ακόμα πληγή για τα θύματα των εξαρτησιογόνων ουσιών και τη λειτουργία της πόλης. Τα τελευταία χρόνια υπάρχει αύξηση της χρήσης και ταυτόχρονα δραματική μείωση στη χρηματοδότηση των δομών πρόληψης, στήριξης και θεραπείας των χρηστών εξαρτησιογόνων ουσιών. Στο κέντρο της πόλης, με την ανοχή του κράτους, διαμορφώθηκαν ελεύθερες «πιάτσες» διακίνησης και χρήσης ουσιών, που συνοδεύονται από επαιτεία ή μικροπαραβατικότητα των χρηστών, οι οποίοι διώκονται και φυλακίζονται, ενώ οι έμποροι ναρκωτικών και η διακήνηση μένουν στο απυρόβλητο. Η εγκατάλειψή τους χωρίς ιατρική βοήθεια οδηγεί εκατοντάδες νέους ανθρώπους στο θάνατο και διευκολύνει τη διάδοση μολυσματικών ασθενειών.
Η καταναγκαστική πορνεία (trafficking), δηλαδή η παράνομη διακίνηση και εμπορία ανθρώπων, αποτελεί μια από τις σοβαρότερες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ευρώπη. Ετησίως χιλιάδες άνθρωποι, κυρίως γυναίκες και παιδιά, πέφτουν θύματα της παράνομης διακίνησης για σεξουαλική εκμετάλλευση. Ο «ροζ» ευρωπαϊκός τζίρος ξεπερνά ήδη αυτόν των ναρκωτικών και των όπλων, ενώ τείνει να κυριαρχήσει ένας νέος τύπος μαστροπού – επιχειρηματία – δουλεμπόρου, ο οποίος διακινεί μεγάλο αριθμό γυναικών και παιδιών. Η Ελλάδα, είναι χώρα διέλευσης και προορισμού θυμάτων καταναγκαστικής πορνείας ανθρώπων, κυρίως από τη Νοτιοανατολική και Ανατολική Ευρώπη, αλλά και από την Αφρική και, σε μικρότερο βαθμό, από την Ασία.
Σύμφωνα με στοιχεία, η πορνεία έχει αυξηθεί κατά 1.500%, στην Αθήνα με νόμιμο ένα μόνο οίκο ανοχής και 20.000 παράνομα εκδιδόμενες γυναίκες, ενώ παρατηρήθηκε αύξηση και της ανδρικής πορνείας, κυρίως από αλλοδαπούς που προσφέρουν τις «υπηρεσίες» τους σε ομοφυλόφιλους. Έρευνα του τμήματος Εγκληματολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου, του ΕΚΚΕ και του Συνηγόρου του Πολίτη έδειξε ότι το γεγονός αυτό έχει οδηγήσει στην ανεξέλεγκτη αύξηση των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων, κυρίως του AIDS και των αφροδισίων, όπου καταγράφηκε αύξηση των περιστατικών μόλυνσης κατά 580%, ενώ η ηπατίτιδα εμφανίζεται αυξημένη κατά 360 %.
Τολεγόμενο παραεμπόριο αποτελεί μέρος της άτυπης οικονομίας ή παραοικονομίας και δεν είναι τυχαίο ότι ανθεί στη σημερινή περίοδο. Τα λαθραία εμπορεύματα διοχετεύονται στην κατανάλωση με δύο τρόπους: μέσα από εμπορικά καταστήματα και μέσω των αλλοδαπών μικροπωλητών (Πακιστανών, Μπαγκλαντεσιανών, Αφρικανών), οι οποίοι χρεώνονται μέρος του εμπορεύματος και το πωλούν έναντι μικρού κέρδους για να επιβιώσουν ή να βρουν τρόπο να γυρίσουν στην πατρίδα τους.
Όσον αφορά τη χώρα προέλευσης, το μεγαλύτερο μέρος των διακινούμενων ειδών προέρχεται από την Κίνα, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, την Αίγυπτο και την Κύπρο. Αφού παραχθούν σε εργοστάσια, με ελάχιστο εργατικό κόστος, εισάγονται λαθραία σε τεράστιες ποσότητες στην Ελλάδα και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, από θαλάσσιες ή χερσαίες οδούς. Λέγεται ότι η Cosco διακινεί λαθραία εμπορεύματα από το λιμάνι του Πειραιά που της έχει παραχωρηθεί. Τα προϊόντα αποθηκεύονται σε μυστικές αποθήκες στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις. Το κράτος αφήνει ανεξέλεγκτο το παράνομο κύκλωμα παραγωγής και διακίνησης, αντίθετα εξαπολύει, μαζί με το δήμο, διώξεις εναντίον των μικροπωλητών, οι οποίοι διακινούν, επίσης, εμπορεύματα από ελληνικά καταστήματα, που με αυτό τον τρόπο επιβιώνουν.
Β3. ΟΙ ΕΥΘΥΝΕΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΑΘΗΝΑΙΩΝ
Τα προβλήματα του κέντρου της πόλης, παρότι ορισμένα εξ’ αυτών δεν αφορούν άμεσα αρμοδιότητες του δήμου Αθηναίων, συνδέονται με την πολιτική της δημοτικής πλειοψηφίας και του δημάρχου κ. Καμίνη, που εφαρμόζουν απαρέγκλιτα τα μέτρα κυβέρνησης και τρόικας . Αποδέχονται αδιαμαρτύρητα την υπεξαίρεση από την κυβέρνηση των οφειλόμενων πόρων- 1.629.000.000 ευρώ συνολικά στους δήμους και τις νέες περικοπές-500.000 ευρώ, του δευτέρου μνημονίου. Έτσι, εκατοντάδες εργαζόμενοι απολύονται, οι κοινωνικές υπηρεσίες του δήμου συρρικνώνονται δραματικά, οι γειτονιές εγκαταλείπονται, σχεδόν κανένα έργο δεν υλοποιείται, τα μαγαζιά κλείνουν, πολλά παιδιά υποφέρουν από ασιτία, ενώ πολλαπλασιάζονται οι στρατιές των απόρων και αστέγων συμπολιτών μας.
Απέναντι στα δίκαια αιτήματα εργαζομένων και δημοτών, οι οποίοι κινητοποιούνται και αγωνίζονται, η δημοτική πλειοψηφία απαντά με αυταρχισμό, παίρνοντας πρωτοβουλίες αυτόνομα ή σε συνεργασία με το υπουργείο δημόσιας τάξης ( κατ’ ευφημισμόν προστασίας του πολίτη). Η κρίση του εμπορίου οφείλεται, κατά το δήμαρχο κ. Καμίνη, στον ανταγωνισμό των αλλοδαπών μικροπωλητών και στις διαδηλώσεις του λαού της πόλης εναντίον των πολιτικών που καταστρέφουν τη ζωή του. Έτσι προσέφυγε στα δικαστήρια κατά της απεργίας της ΠΟΕ-ΟΤΑ, προχώρησε σε επιχείρηση εκκαθάρισης των «αγανακτισμένων» στο Σύνταγμα, συμμετέχει με τη δημοτική αστυνομία σε επιχειρήσεις «σκούπας», υποβάλλει νομοσχέδιο περιορισμού των διαδηλώσεων, επίσης, καλεί τα ΜΑΤ εναντίον αστέγων και κινητοποιήσεων στις γειτονιές.
Ταυτόχρονα, η λειτουργία του δημοτικού συμβουλίου έχει συρρικνωθεί σε πολύ λίγες τυπικές συνεδριάσεις, ο διάλογος με την αντιπολίτευση, τους εργαζόμενους και τους δημότες έχει διακοπεί, πράγμα που σημαίνει κρίση των δημοκρατικών θεσμών στο δήμο Αθηναίων.
Γ. ΘΕΣΕΙΣ – ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΝΟΙΧΤΗΣ ΠΟΛΗΣ
Σήμερα η πολιτική των μνημονίων μεγενθύνει τις παλιές και γεννά νέες ανισότητες. Ενισχύεται η συγκέντρωση και η συγκεντροποίηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας και σχεδιάζονται νέες μορφές κερδοσκοπίας ακινήτων στο Ιστορικό Κέντρο της Αθήνας.
Ο νέος ΓΟΚ εξυπηρετεί μια τέτοια εξέλιξη. Αυτό που διαφαίνεται δεν είναι η αναβάθμιση και επανάχρηση του κτηριακού αποθέματος αλλά, μέσω fast track διαδικασιών, επιδιώκεται να δοθεί το φιλέτο της πόλης σε επενδυτές, χωρίς όρους και προϋποθέσεις, με σκοπό την περιπτωσιακή/σημειακή ανάπτυξη υπέρ του κεφαλαίου και σε βάρος της εργασίας. Σε ένα τέτοιο σχέδιο εντάσσεται η ανάπλαση Αμαλίας-Πανεπιστημίου-Πατησίων και παλαιότερα η πεζοδρόμηση της Αθηνάς. Όλα αυτά προωθούνται με τη συμμετοχή του ΣΕΒ, ώστε να διαμορφωθεί σταδιακά μια αποστεωμένη οικονομική ζώνη στο κέντρο της πόλης, κυρίως υπηρεσιών, τουρισμού και εμπορίου, προς όφελος του επιχειρηματικού κεφαλαίου. Για να ευδοκιμήσει ένα τέτοιο σχέδιο χρειάζεται να εξαφανιστεί η φτώχεια από το κέντρο, με αποκλειστικό όπλο την καταστολή. Παρόλα αυτά, όπως ήδη αναφέραμε, το μαύρο χρήμα δεν υπάρχει πρόθεση να παταχθεί και έτσι εμφανίζονται ισχυρότατες αντιφάσεις στους σχεδιασμούς του κυρίαρχου πολιτικού συστήματος (κυβέρνηση, συναρμόδια υπουργεία, δήμος Αθηναίων). Ταυτόχρονα, στο όνομα της απρόσκοπτης επιχειρηματικότητας, προωθείται η πολιτική αποστείρωση του κέντρου, η διαρκής αστυνομική επιτήρηση ευρύτατων περιοχών και η περιφρούρηση της πολιτικής εξουσίας από τη λαική οργή και τις μαζικές κινητοποιήσεις. Αφού δεν έχει να προσφέρει άρτον και θεάματα στο λαό, το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα προσφέρει μίσος, ρατσισμό και καταστολή των πιο αδύνατων θυμάτων της κρίσης, επιχειρώντας να ανασυντάξει τα καταρρέοντα ποσοστά του ενόψει των επικείμενων εκλογών.
Αντίθετα με τα παραπάνω, ως ριζοσπαστική αριστερά μας απασχολούν οι κοινωνικοχωρικές πολώσεις, η πολεοδομική υποβάθμιση του κέντρου, οι διευρυνόμενες παλιές και νέες μορφές φτώχειας, τα εντεινόμενα κοινωνικά προβλήματα των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, η ελεύθερη διακίνηση των ανθρώπων, χωρίς ελέγχους και μηχανισμούς επιτήρησης-καταστολής και η λειτουργία της δημοκρατίας του δρόμου.Οι απαντήσεις για το Ιστορικό Κέντρο και την πόλη είναι, σε τελευταία ανάλυση, πολιτικές και θα επιβληθούν με αγώνα σε μια αριστερή, ενωτική, αντιμνημονιακή στρατηγική ενάντια στις συντηρητικές επιλογές.
Σύμφωνα με τη δική μας προσέγγιση, η αναβάθμιση του Ιστορικού Κέντρου βασίζεται στις παρακάτω αρχές :
1. Ριζική αντιμετώπιση και επίλυση των ακραίων κοινωνικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι ευάλωτες κοινωνικές ομάδες και οι νεόπτωχοι των Αθηνών.
Σχετικά με το θέμα των αστέγων υποστηρίζουμε:
- Επιδότηση ενοικίου, ώστε να σταματήσει το φαινόμενο και ένταξη των ατόμων και οικογενειών που δεν μπορούν να καλύψουν τις στεγαστικές τους ανάγκες σε προγράμματα κοινωνικής κατοικίας. Είμαστε ριζικά αντίθετοι στη διάλυση του ΟΕΚ.
- Πάγωμα στεγαστικών δανείων
- Νυχτερινά καταφύγια σε δημοτικά και δημόσια κτήρια όπως : κτήριο Σωκράτους 65-67, ιδιοκτήτης ΤΕΑΙΤ (εμβ. 7.809 τ.μ.), Μαρίκας Κοτοπούλη 3 Ομόνοια , πρώην ξενοδοχείο La Mirage, ιδιοκτήτης Μετοχικό Ταμείο Αεροπορίας (εμβ. 9.392 τ.μ.).
Σχετικά με το θέμα της θεραπείας και απεξάρτησης χρηστών εξαρτησιογόνων ουσιών υποστηρίζουμε :
- Αύξηση της χρηματοδότησης του ΚΕΘΕΑ και πολλαπλασιασμός των κέντρων και των προγραμμάτων που εποπτεύει
- Ενίσχυση του ΟΚΑΝΑ ώστε να παρέχει ολοκληρωμένη φροντίδα στα προγράμματα μεθαδόνης
- Κινητές μονάδες φροντίδας (street work)
- Αποποινικοποίηση της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών και αποφυλάκιση των χρηστών
- Επανένταξη των απεξαρτημένων ατόμων
Σχετικά με τους πρόσφυγες μετανάστες προτείνουμε :
- Άμεσα άδεια παραμονής σε όλους όσους είχαν χαρτιά και τα έχασαν λόγω κρίσης
- Κατάργηση της συμφωνίας Δουβλίνο ΙΙ
- Γρήγορες διαδικασίες χορήγησης πολιτικού ασύλου στους πρόσφυγες που ζητούν
- Έγγραφα μετακίνησης σε όσους μετανάστες και πρόσφυγες θέλουν να εγκαταλείψουν τη χώρα
- Άδειες παραμονής σε όσους θα παραμείνουν
- Εξασφάλιση σίτισης , στέγασης και περίθαλψης σε όσους έχουν ανάγκη , με ενίσχυση των κοινωνικών δομών που καλύπτουν και τους ντόπιους.
Σχετικά με το θέμα της καταναγκαστικής πορνείας, ένα ελάχιστο μέτρο αποτελεί η δημιουργία δημοτικής στέγης φιλοξενίας θυμάτων trafficking.
2. Σχέδιο ανάπλασης/αναζωογόνησης του Ιστορικού Κέντρου, που θα βασίζεται σε σημαντικές δημόσιες παρεμβάσεις και άξονες πολιτικής, οι οποίοι θα ορίζουν και το πλαίσιο λειτουργίας της ιδιωτικής πρωτοβουλίας.
Πολιτική χρήσεων γης και επαναφορά της πολυλειτουργικότητας του κέντρου με κίνητρα εγκατάστασης της μικρής μεταποιητικής παραγωγής και της κατοικίας. Επίσης, επιδοτούμενα προγράμματα επανάχρησης κτηρίων για κοινωνική κατοικία, έλεγχος τιμών γης και ακινήτων καθώς και φορολογικά κίνητρα για τους ιδιώτες κατασκευαστές, διατηρητέων ή άλλων κτηρίων. Πάγωμα των δανειακών υποχρεώσεων σε ορισμένες περιπτώσεις επιχειρήσεων και πολιτική τραπεζικής στήριξης. Ενίσχυση και προβολή των θεσμών και χώρων πολιτισμού, μέσω και διεθνικών συνεργασιών, ώστε να λειτουργήσει πολυδιάστατα ο πολιτιστικός τουρισμός επ’ ωφελεία και των κατοίκων της πόλης.
Πλήρης απασχόληση και αμοιβή, όλα τα εργασιακά δικαιώματα στους εργαζόμενους σε νέους και παλαιούς τομείς παραγωγής και υπηρεσιών. Ενίσχυση συνεταιριστικών μορφών επιχειρήσεων και ενεργοποίηση μορφών κοινωνικής οικονομίας.
3. Διασφάλιση της ιστορικής πολιτικής διάστασης του Ιστορικού Κέντρου.
4. Συμμετοχή των κατοίκων της πόλης, των κοινωνικών φορέων, των επιτροπών γειτονιάς, των συλλόγων και των ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται σε σχετικά θέματα, στην εκπόνηση των σχεδίων παρέμβασης. Λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών στην πόλη.
5. Το Ιστορικό Κέντρο της Αθήνας και η Αθήνα αποτελούν, όπως ήδη αναφέραμε, συγκοινωνούντα δοχεία. Απ’ αυτή την άποψη χρειάζονται σχέδια στήριξης της καθημερινής ζωής στις γειτονιές, με αναπλάσεις του δημόσιου χώρου, αναβάθμιση του παλαιού οικιστικού αποθέματος και ενίσχυση των κοινωνικών υποδομών παιδείας, υγείας, πολιτισμού, αθλητισμού, φροντίδας ηλικιωμένων κλπ.