Εκδήλωση στη Λαμία 2004

 ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ  ΑΓΩΝΕΣ 2004 :

Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές στο δομημένο περιβάλλον και το φυσικό τοπίο της Αττικής προωθήθηκαν με όχημα τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, μια θηριώδη επιχείρηση που λειτούργησε καταλυτικά εντείνοντας εγγενείς παθογένειες της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας σε πολλά επίπεδα.

  Συγκεντρώθηκαν κοινωνικοί πόροι και χορηγήθηκαν αφειδώς στον κατασκευαστικό τομέα και τους συναφείς κλάδους, ενισχύοντας τη μεγέθυνση και τη συγκεντροποίησή τους, στον τουριστικό τομέα στην ήδη κορεσμένη Αττική, στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, των Μ.Μ.Ε. , της διαφήμισης και των εν γένει υπηρεσιών. Τα τρις που κατευθύνθηκαν στην ολυμπιακή προετοιμασία και υποδομή αφαιρέθηκαν από δημόσιους και κοινωνικούς τομείς όπως η ασφάλιση, η υγεία, η παιδεία, δημιουργώντας ευκαιρίες πλουτισμού των ανώτερων εισοδηματικά στρωμάτων και περαιτέρω συμπίεση των φτωχών της πόλης και της υπαίθρου.

   Εντάθηκε η ιστορική εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας από τα οικοδομικά και τεχνικά έργα και τον τουρισμό, πριμοδοτήθηκε η ανισομέρεια στην ανάπτυξη των περιφερειών της χώρας και προκλήθηκαν μη αναστρέψιμες «παράπλευρες απώλειες», πρωτίστως αυτές που αφορούν το φυσικό περιβάλλον και τη μορφή της πόλης των Αθηνών και ευρύτερα της Αττικής.

Ο νεοφιλελευθερισμός βρήκε το αστικό και φυσικό τοπίο της Αττικής τραυματισμένο λόγω της τεράστιας υπερσυγκέντρωσης δραστηριοτήτων και πληθυσμού στο Λεκανοπέδιο.

Το ελληνικό πρότυπο ανάπτυξης είναι εξαιρετικά συγκεντρωτικό σε αντίθεση με αυτό άλλων ευρωπαϊκών χωρών όπως π.χ. της Ιταλίας ή της Γερμανίας και, ούτως ή άλλως, επιζήμιο για την κοινωνική, περιβαλλοντική και πληθυσμιακή ισορροπία. Επιπλέον, όμως, στην περίπτωση της Αθήνας αυτός ο συγκεντρωτισμός δεν περιορίστηκε από κανένα χωροταξικό, αναπτυξιακό ή άλλο πλαίσιο, όπως έγινε σε άλλες ευρωπαϊκές μητροπόλεις, με αποτέλεσμα να έχει πάρει εξαμβλωματικά  χαρακτηριστικά.

Αν τις τελευταίες δεκαετίες είχε επικαιροποιηθεί η προβληματική της αποσυγκέντρωσης και της ισόρροπης περιφερειακής ανάπτυξης και είχαν αρχίσει να λαμβάνονται ορισμένα μέτρα, οι Ολυμπιακοί Αγώνες μας επανέφεραν στο σημείο μηδέν και μάλιστα με πολύ δυσμενέστερους όρους έναντι του παρελθόντος. Όσο «χάνει « η Αθήνα «χάνουν» και οι άλλες ελληνικές πόλεις, πολύ περισσότερο που αποτελούν μικρογραφία της. Απ’ αυτή την άποψη η αποδοχή των Ολυμπιακών Αγώνων από τον ελληνικό λαό αποτελεί μέγιστη ανευθυνότητα και ακρισία και αποδεικνύει την εξάρτηση των κοινωνικών αντανακλαστικών από τις στρατηγικές στοχεύσεις των αστικών κομμάτων.

Η πόλη, λοιπόν, των Αθηνών είχε, ήδη, πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες πάρει τη μορφή πυκνοδομημένων ή ασυνάρτητα δομημένων περιφερειών πρώτης και δεύτερης κατοικίας, που αναπτύχθηκαν ως συσσωρεύσεις ιδιωτικών κατασκευών, χωρίς δημόσια υποδομή, ανεξάρτητα από το φυσικό ανάγλυφο του εδάφους, πάνω στα ερείπια της ιστορικής κληρονομιάς, σπαταλώντας δάση, ακτές και γεωργική γη με ιστορία πολλών αιώνων.

Ο νεοφιλελευθερισμός αποτελεί πολιτική στρατηγική γενικευμένης επίθεσης στα δημόσια και συλλογικά αγαθά, ιδιωτικοποιεί και μετατρέπει σε εμπορεύματα το σύνολο της κοινωνικής παραγωγής μαζί με τις ανθρώπινες ανάγκες και επιθυμίες. Έτσι, στην περίπτωση της Αττικής, η χωρίς φραγμούς κερδοσκοπία στη γη και η ιδιωτικοποίηση και συρρίκνωση του δημόσιου χώρου αποτέλεσαν τις κινητήριες δυνάμεις αποδόμησης της πόλης τόσο ως χωρικής ενότητας όσο και ως πολιτικής κοινότητας, που, ενώ διατρέχεται από συγκρούσεις συμφερόντων και ανταγωνισμούς, δεν παύει να  παρέχει στους κατοίκους της την κοινή βάση της ιδιότητας του πολίτη.

Η πόλη αν και υπάρχει ιστορικά σε ανταγωνισμό με την ύπαιθρο, υπό την έννοια της εκμετάλλευσης των πόρων της, δεν μπορεί να ισορροπήσει χωρίς να σεβαστεί τα αναγκαία όρια προστασίας της, χωρίς να κρατήσει την απόσταση ασφαλείας  που επιτρέπει στη φύση να διατηρήσει τα χαρακτηριστικά της και ν’ αποτελέσει την ανάσα ζωής της πόλης.

Τα Ολυμπιακά οδικά έργα και αθλητικές εγκαταστάσεις, όλα μεγακατασκευές, διέρρηξαν από τη μια πλευρά το ήδη προβληματικό δομημένο περιβάλλον και την όποια αστική συνοχή και από την άλλη διατάραξαν τη σχέση του φυσικού τοπίου με την πόλη.

Ο Γάλλος φιλόσοφος Henry Lefebvre περιγράφει από τη δεκαετία του ’60 τη διαδικασία της αποαστικοποίησης – προαστιοποίησης που δημιουργεί ταυτόχρονα δύο απώλειες : από τη μια οι διαρκείς επεκτάσεις της πόλης χάνουν τα χαρακτηριστικά της αστικότητας, δηλαδή την κεντρικότητα και τη συνοχή και από την άλλη δεν προσλαμβάνουν ως προάστεια αληθινά χαρακτηριστικά φύσης.

Η οριοθετημένη ιστορική πόλη αρχίζει να μετασχηματίζεται ραγδαία με τον βιομηχανικό καπιταλισμό για να υποστεί την τελευταία εικοσαετία, ως παγκοσμιοποιούμενη οντότητα, αλλαγές τέτοιας έκτασης και ποιότητας ώστε να δοκιμάζεται από ένα υπαρξιακό ερώτημα : θα συνεχίσει ή όχι να υπάρχει ;

Ας επανέλθουμε στην Αθήνα.

Τα Ολυμπιακά οδικά έργα, δηλ. νέα έργα που εξυπηρετούν άμεσα τους αγώνες ή άλλα που είχαν σχεδιαστεί από παλιά και κατασκευάστηκαν τώρα για να καλύψουν κυκλοφοριακές ανάγκες των αγώνων, όχι μόνο διέσπασαν δομημένες περιοχές και φυσικά οικοσυστήματα αλλά, επιπλέον, λειτουργούν ως κινητήριες δυνάμεις νέας δόμησης απογειώνοντας τα μεγέθη της πολεοδομικής χωρητικότητας μέσω επεκτάσεων των σχεδίων και ανεξέλεγκτης, νόμιμης ή αυθαίρετης, δόμησης σε εκτάσεις πολλαπλάσιες αυτών που προκύπτουν από  τα πληθυσμιακά δεδομένα.

Τα Μεσόγεια είναι πια ένα ασυνάρτητο πολεοδομικό συνεχές. H παραγωγική γη των Μεσογείων που διατηρήθηκε επί αιώνες καταστράφηκε από το αεροδρόμιο των Σπάτων, το οποίο κάλλιστα μπορούσε να χωροθετηθεί στην Τανάγρα στο στρατιωτικό αεροδρόμιο, με έτοιμη την υποδομή (τραίνο, εθνική οδό) και ελάχιστες δαπάνες για κτιριακά έργα. Ο υδροβιότοπος του Σχινιά και ο ιστορικός τόπος του Μαραθώνα έγιναν κωπηλατοδρόμιο και θα γεμίσουν οικοδομές τα αρχαία θάφτηκαν στη Μερέντα, ο Υμηττός διαλύθηκε από τη λεωφόρο ταχείας κυκλοφορίας, το Μαρούσι, το Γαλάτσι, η Νίκαια και άλλες περιοχές  υπερδομήθηκαν βάναυσα και κακόγουστα, στην Πάρνηθα μιά νέα πόλη 10.000 κατοίκων αποκλήθηκε κατ’ ευφημισμόν (Ολυμπιακό) «Χωριό», το ιδιωτικό αυτοκίνητο κινείται και σκαρφαλώνει παντού. Όπως είπε, πριν λίγες μέρες στην Ελευθεροτυπία, ο καθηγητής του Πολυτεχνείου συγκοινωνιολόγος κ. Γκιόλας  η εικόνα θα βελτιωθεί προσωρινά, αλλά υπολογίζουμε ότι το 2008 θα έχουμε το ίδιο πρόβλημα, ακόμα και αν προωθηθούν κυκλοφοριακές ρυθμίσεις και δοθεί έμφαση να στραφεί το κοινό στα μέσα μαζικής μεταφοράς.

Υπολογίζεται ότι τα 430 Ι.Χ. αυτοκίνητα ανά 1000 κατοίκους, το 2001, θα εκτιναχθούν στα 550, το 2009. Ισχύει η πασίγνωστη  αρχή : οι δρόμοι φέρνουν αυτοκίνητα και φυσικά πόλη με συνοχή, πόλη ανθρώπων και όχι επωχούμενων ιδιωτών, δεν μπορεί να υπάρξει μέσα στη φοβερή ερημία του πλήθους των αυτοκινήτων.

Η παραλία του Σαρωνικού, από το Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας μέχρι τη Γλυφάδα, που εφάπτεται σε περιοχές πρώτης κατοικίας είχε τη φυσική, ποσοτική και ποιοτική, επάρκεια ν’ αποτελέσει μιά εκτεταμένη ζώνη αναψυχής για τους κατοίκους των εγγύς δήμων αλλά και όλης της πόλης, με απόλυτη προστασία του τοπίου όπου αυτό είχε διατηρηθεί στη φυσική του κατάσταση και με, κατά το δυνατόν, αποκατάστασή του, με ψηλή και χαμηλή φύτευση, χωρίς καθόλου τσιμεντοστρώσεις, χωρίς κατασκευές, χωρίς έργα : ένα θαλάσσιο πάρκο δηλαδή όπως αυτά που φτιάχνονται σ’ όλες τις πόλεις του κόσμου. Στην Αθήνα δεν έχουμε γενικά μεγάλης έκτασης δημόσιους χώρους. Ένας φυσικός δημόσιος χώρος με τη μορφή της παραλιακής ζώνης θα έφερνε την πόλη στη θάλασσα και θα εξισορροπούσε, με την ηπιότητα και τον πολιτισμό της φύσης, τις επιθετικές δυνάμεις που εκβάλλει το δομημένο στο φυσικό περιβάλλον. Είχαμε μια μοναδική ευκαιρία που σπαταλήθηκε.

Αν περιπατήσει κανείς σήμερα από το στάδιο Ειρήνης και Φιλίας μέχρι τη Γλυφάδα δεν βλέπει φύση σχεδόν πουθενά. Αντίθετα σε μπαζωμένες ή υπάρχουσες εκχερσωμένες πλατφόρμες εδάφους επικάθονται Ολυμπιακά μεγαθήρια που επικοινωνούν με ογκώδεις γέφυρες από οπλισμένο σκυρόδεμα με την πόλη. Το παραλιακό όριο έχει κατακλυστεί από παλιές και νέες μαρίνες, ότι πράσινο υπήρχε έχει σε μεγάλο βαθμό κοπεί, ερειπωμένα κτίρια και μικροκατασκευές χάσκουν μέσα στα εργοτάξια ενώ το δαιμόνιο πνεύμα των νεοελλήνων έχει οδηγήσει χιλιάδες αυτοκίνητα σε αυτοσχέδια parking ελεύθερης πρόσβασης. Η παραλία του Σαρωνικού δεν υπάρχει πιά.

Η Αττική είναι κυριολεκτικά  βομβαρδισμένο τοπίο, ο σύγχρονος πολεμικός καπιταλισμός έχει πολλά πρόσωπα. Στην πόλη της Αθήνας χάθηκε κάθε μέτρο – πολιτικό, κοινωνικό, ηθικό, περιβαλλοντικό, συλλογικό.

Ο Oriel Bohigas, ένας από τους σημαντικούς αρχιτέκτονες της Βαρκελώνης που συμμετείχε στα εκεί έργα των Ολυμπιακών Αγώνων, είχε διατυπώσει τη θέση : οι δημόσιοι χώροι να γίνουν πρωταγωνιστές στην ανασυγκρότηση του κατακερματισμένου ιστού της πόλης.

Τα Ολυμπιακά έργα απέσπασαν όλους τους δημόσιους θηλάκους χώρου που θα μπορούσαν ν’ ανακουφίσουν και να σημασιοδοτήσουν το δημόσιο πρόσωπο της πόλης και τους παρέδωσαν στη δόμηση και την ιδιωτική κερδοσκοπία. Δεν διαθέτουμε τώρα υλικά  εργαλεία ανασυγκρότησης της πόλης.

Το νεοφιλελεύθερο αναπτυξιακό πρότυπο και ειδικότερα αυτό των Ολυμπιακών Αγώνων διαμορφώνουν μιά πρακτικο-αισθητή πραγματικότητα πόλης η οποία εκφράζει, σηματοδοτεί και συμπυκνώνει ένα επίπεδο πολιτισμού. Ο πολιτισμός των εκατομμυρίων που κατοικούν το Λεκανοπέδιο δεν μπορεί να είναι ανεξάρτητος από τον πολιτισμό της εξαρθρωμένης αστικότητας, της σπαταλημένης φύσης και των άμορφων πολεοδομικών συνεχών της Αττικής.

   Απ΄ αυτή τη σκοπιά είναι υποκριτικό να προβάλλεται η πολιτιστική Ολυμπιάδα ως παράλληλη πτυχή των Ολυμπιακών Αγώνων. Ακόμα και αν γίνουν μερικές άξιες λόγου εκδηλώσεις, πάντα βέβαια μέσα από το σύστημα της διαπλοκής διανοουμένων και καλλιτεχνών με την κεντρική εξουσία, που αποτελεί ένα είδος εξαγοράς και φίμωσής τους , το μείζον έχει χαθεί. Οι δυνάμεις της σύγχρονης αγοραίας ανάπτυξης έχουν διαβρώσει το υποκείμενο της διαμόρφωσης και εκφοράς του πολιτισμού που είναι η πόλη και οι περιοχές που την περιβάλλουν.

Έχοντας αποδομήσει την πόλη ως χωρική οντότητα έχουν ταυτόχρονα καταφέρει καίριο πλήγμα στην πολιτική κοινότητα την οποία η πόλη στεγάζει. Η πολιτική έχει εγκαταλείψει τον χώρο του δημοσίου συμφέροντος και του συλλογικού οράματος και έχει γίνει προσχηματική διαδικασία για την ιδιωτική κυριαρχία. Απ’ αυτή τη σκοπιά οι αγώνες για την πόλη είναι πολιτικοί αγώνες που εκτείνονται συνολικά στην επικράτεια του πολιτισμού.

                                                                                                   Ελένη  Πορτάλιου