Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εποχή, 19/11/2004

Ο κ. Κωνσταντόπουλος έχει ξεκινήσει το προσωπικό του ταξίδι μετάβασης από το ανώτερο για έναν αριστερό αξίωμα – αυτό της προεδρείας του Συνασπισμού στη θέση του προέδρου της ελληνικής Δημοκρατίας.

 Αν και, όπως θα εξηγήσω, ακολουθεί μια στρατηγική προσωπικής ανέλιξης, η απόφασή του αυτή εμπλέκει εκόντες – άκοντες στις επιλογές του τόσο τα μέλη του κόμματός του όσο και όσους /όσες από τον κόσμο της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής αριστερά  πήραμε μέρος στο εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ. Ο πρόεδρος του Συνασπισμού εκτός από επικεφαλής του κόμματός του υπήρξε και επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ και τυπικά τουλάχιστον, γιατί ουσιαστικά έχει παραβιάσει με τη στάση του από την επομένη των εκλογών κάθε δημοκρατικό κανόνα, παραμένει εκλεγμένος με το ψηφοδέλτιο του Συνασπισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς. Χωρίς αυτή τη συνεργασία θα ήταν σήμερα ένας εξωκοινοβουλευτικός παράγων και θα μπορούσε χωρίς δουλείες αλλά και χωρίς ισχυρά προσόντα να επιδιώξει την ολοκλήρωση της καριέρας του καταλαμβάνοντας το ύπατο αξίωμα της ελληνικής Δημοκρατίας.

Αισθάνομαι βαθύτατα προσβεβλημένη – και εκτιμώ ότι δεν είμαι η μόνη – από την επιχειρηματολογία που αναπτύσσουν ορισμένοι υποστηρικτές της υποψηφιότητας του κ. Κωνσταντόπουλου απέναντι σ’ αυτούς /ες που είναι αντίθετοι σε μια τέτοια επιλογή : μας θεωρούν ότι επιφυλάσσουμε στην αριστερά την τύχη του γκρουπούσκουλου, ότι δεν αποδίδουμε την πρέπουσα βαρύτητα στους θεσμούς της δημοκρατίας , ότι εμποδίζουμε αριστερά στελέχη να προσφέρουν, ότι, τέλος πάντων, είμαστε άνθρωποι του περιθωρίου.

Επιστρέφω τους αστήρικτους αυτούς ισχυρισμούς στους εμπνευστές τους και αντιλέγω ότι οι απόψεις τους κινούνται στα επιφαινόμενα του θέματος , ηθικολογούν, και, επειδή ακριβώς δεν έχουν ουσιαστικά επιχειρήματα, ακολουθούν τη γνωστή μέθοδο : αποφεύγουν την αντιπαράθεση και χαρακτηρίζουν απαξιωτικά τους φορείς της άλλης άποψης.

Ο κ. Κωνσταντόπουλος ακολουθεί βέβαια διαφορετικό δρόμο. Κάνει σαν να μην γνωρίζει ότι υπάρχει αντίλογος στις επιλογές του μέσα στην αριστερά. Κινείται σαν να μην ανήκει οργανωτικά πουθενά, ως πρόσωπο που η υποψηφιότητά του αφορά τον πρωθυπουργό, τη ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ, τη μερίδα του τύπου που επενδύει σ’ αυτόν και τις δημοσκοπήσεις . Φτιάχνει απερίσπαστος από οργανικές και ανόργανες εντάξεις, από δημοκρατικές και θεσμικές δεσμεύσεις, τη στρατηγική του. Πότε ξεκίνησε αυτή η στρατηγική ;  Λίγο πριν, λίγο μετά τον ενταφιασμό του ΣΥΡΙΖΑ – δεν θα το μάθουμε ποτέ και άλλωστε αυτό δεν έχει σημασία. Αντίθετα, μεγάλη σημασία έχει για μας τους αριστερούς, άνδρες και γυναίκες σταθερά προσηλωμένους στη δημοκρατική νομιμότητα εντός της αριστεράς, το με ποιες διαδικασίες προτείνει η αριστερά , αν θέλει φυσικά να προτείνει, ως υποψήφιο πρόεδρο της Δημοκρατίας  ένα διακεκριμένο της στέλεχος.

Είναι τουλάχιστον ανακόλουθο, για να μην πω κωμικοτραγικό, να βάζει πλώρη ένας αριστερός για την Προεδρεία της Δημοκρατίας, με στόχο υποθέτω να την αναβαθμίσει, ενώ έχει προηγουμένως τσαλακώσει οποιοδήποτε συλλογικό κανόνα και αποποιηθεί οποιαδήποτε δέσμευση από το οργανωμένο σύνολο στο οποίο, μαζί φυσικά με την προσωπική του δράση, οφείλει την πολιτική του ύπαρξη. Γιατί πρέπει να θεωρεί ο ελληνικός λαός ότι ο κ. Κωνσταντόπουλος θα σεβαστεί με την ιδιαίτερη ευαισθησία και, κυρίως, την πολιτική δέσμευση του αριστερού τον προεδρικό θεσμό όταν δεν σέβεται το κόμμα του και τον χώρο με τον οποίο συνεργάστηκε ; Που ακούστηκε ότι οι αριστεροί μπορεί να γίνονται από την μία στιγμή στην άλλη αυτοδύναμοι εθνικοί παράγοντες κατάλληλοι για κάθε ρόλο ;

Θα αναχωρήσει, μας λένε ο κ. Κωνσταντόπουλος από την προεδρεία του Συνασπισμού. Ε , ας αναχωρήσει πρώτα, ας ιδιωτεύσει και μετά ας αποφασίσει προσωπικά  να γίνει πρόεδρος της Δημοκρατίας ή ότι άλλο θεωρήσει επωφελές για τον λαό και τον τόπο. Προς ώρας μας οφείλει εξηγήσεις. Αλλά επειδή εμείς, που ζητάμε σεβασμό στη δημοκρατία, θεωρουμαστε περιθώριο ο πρόεδρος του Συνασπισμού δίνει εξηγήσεις στην ΟΝΝΕΔ, το ΠΑΣΟΚ, τη ΝΔ και σε όποιον άλλο βγάζει πρόεδρο, αναπτύσσοντας μία επιχειρηματολογία λάστιχο που ξαναγράφει την ιστορία.

Και μόνο αυτή η  διαδικασία, που για τους δημοκράτες της αριστεράς είναι απαρέγκλιτη ουσία, θα έφτανε να αποδείξει ότι η προεδροποίηση ενός αριστερού στις μέρες μας μπορεί να μετατρέπει την κρίση του πολιτικού συστήματος σε ηθική κρίση της αριστεράς. Θα έφτανε να κάνει φανερό ότι ο δρόμος σε μια εξουσία, δοτή από την άλλη όχθη των διαχωριστικών γραμμών, είναι σπαρμένος με αγκάθια. Και δεν ξέρω αν τα αγκάθια αγκυλώνουν τους υποψήφιους προέδρους , πάντως την αξιοπρέπεια χιλιάδων αριστερών και κυρίως των νέων ανθρώπων με το ήθος της νεολαίας του Συνασπισμού την τραυματίζουν βαθιά. Αλλά ποιος νοιάζεται για τους νέους ; Αυτοί /ες μπορούν ν’ αμφισβητούν και οι μεσήλικες και οι υπερήλικες να κάνουν τη δουλειά τους.

Ας προχωρήσουμε όμως περισσότερο. Αν μόνο και μόνο για να προαλείφεται κανείς για υποψήφιος πρόεδρος χρειάζεται ν’ αλλάζει την θέση του κόμματός του για τους Ολυμπιακούς , να στηρίζει τον τέως υπουργό Εθνικής Άμυνας, τις αποφάσεις του οποίου για τους εξοπλισμούς είχε ο Συνασπισμός καταγγείλει, να ξαναγράφει το «βρώμικο ‘89», να αναγάγει τη διαπλοκή σε μήνυμα του Πολυτεχνείου και να θεωρεί τη συναίνεση ως λυδία λίθο στην εποχή του άκρατου νεοφιλελευθερισμού, αν, λοιπόν, αυτά συμβαίνουν μόνο και μόνο για να τεθεί μια υποψηφιότητα καταλαβαίνουμε τι θα συμβεί αν ένας αριστερός εκλεγεί πρόεδρος. Ή, ορθότερα, καταλαβαίνουμε γιατί μπορεί και ένας αριστερός να παίζει σήμερα για πρόεδρος της δημοκρατίας. Απλούστατα, γιατί σ’ αυτή την ιστορία δεν μπορεί να παραμείνει αριστερός.

Ο κ. Καραμανλής που υποστηρίζει την υποψηφιότητα Κωνσταντόπουλου δεν ψάχνει προφανώς για αριστερό πρόεδρο. Έχει ήδη καταφέρει να δημιουργήσει τουλάχιστον αμηχανία ή και να εκθέσει την αριστερά αλλά κυρίως να διασπάσει το ΠΑΣΟΚ. Ούτε βέβαια η μερίδα του ΠΑΣΟΚ που αρνείται την υποψηφιότητα Κωνσταντόπουλου, εξαπολύοντας με θράσος αήθεις επιθέσεις, ενδιαφέρεται, όπως ισχυρίζεται, να αποτρέψει δεξιές πολιτικές. Όλοι έχουν τους τακτικούς και στρατηγικούς τους στόχους και ο αριστερός προορίζεται για κερασάκι στην τούρτα του δικομματισμού.

Θα ήταν , όμως, άχαρο παρ’ ότι η επικαιρότητα και οι διαδικασίες βοούν, να μην συζητάμε, ταυτόχρονα, επί της αρχής, τη σχέση της αριστεράς με τους θεσμούς. Θα έμοιαζε με υπεκφυγή και επιπλέον θα ήταν εύκολο οι ασεβείς των θεσμών να μας κατηγορήσουν για αντιθεσμικούς αντιρρησίες.

Ας δούμε, λοιπόν, τον θεσμό του προέδρου της Δημοκρατίας . Τι πρέπει να κάνει ένας πρόεδρος που σέβεται το σύνταγμα ;  Να το τηρεί, δηλαδή να επικυρώνει τις υπουργικές αποφάσεις και τους νόμους και να επιβλέπει την έκδοση των προεδρικών διαταγμάτων σε εφαρμογή των νόμων και των αποφάσεων. Έχει περιθώρια παρεμβάσεων ; Οι δημοκράτες στην αριστερά δεν συμπαθούμε καθόλου τις υπερβάσεις των συνταγματικών κανόνων εκτός βέβαια σε περίπτωση πολιτικών ρήξεων ή επαναστατικών τομών αλλά τέτοιες αλλαγές δεν θα ξεκινήσουν από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας και, πάντως, δεν είναι αρμοδιότητά του.

 Επειδή οι αρμοδιότητες του προέδρου δεν είναι λάστιχο ο σύντροφος Θόδωρος Παρασκευόπουλος είχε παλαιότερα εγκαλέσει στα συνταγματικά του όρια τον κ. Στεφανόπουλο όταν προέτρεψε σε εφαρμογή των κριτηρίων του Μάαστριχ και της ΟΝΕ. Φαντάζομαι ότι η δημοκρατική του προσήλωση θα του επιβάλλει, αν ο κ. Κωνσταντόπουλος λέει τα δικά του, παρ’ ότι ενδεχομένως αυτά θα είναι και δικά μας, να επαναφέρει και αυτόν στη συνταγματική τάξη. Δεν αστειεύομαι. Οι περισσότεροι που διαφωνούμε με την προεδροποίηση αριστερών σήμερα λέμε κάτι προφανές και ρεαλιστικό : οι αρμοδιότητες του προέδρου ασκούνται στο πλαίσιο των αποφάσεων της σημερινής συντριπτικής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας η οποία προκύπτει από τη σύγκλιση των δύο μεγάλων κομμάτων σύμφωνα με τα διατυπωμένα προγράμματά τους και την πρακτική τους . Γι’ αυτή τη σύγκλιση είχε μιλήσει και ο κ. Κωνσταντόπουλος επί εποχής ΣΥΡΙΖΑ. Αν τώρα οι υποστηρικτές της υποψηφιότητάς του πιστεύουν ότι, παραταύτα, μπορεί ή πρέπει να κάνει τα δικά του ας μας το πουν  για να δούμε ποιοι επιτέλους σέβονται τους θεσμούς και ποιοι όχι. Αν πάλι βολεύονται με άνευρους λόγους – μνημεία αοριστίας , που εκφωνούνται με διάφορες εθνικές ευκαιρίες, τότε, πάλι πρέπει να διαχωρίσουμε τη θέση μας από την δική τους. Δεν μας ενδιαφέρουν καθόλου τέτοιες προεδρικές συμβολές, αφού και τώρα, όταν ο πρόεδρος του Συνασπισμού ρητορεύει αοριστολογώντας,  βγάζουμε σπυράκια.

Ίσως τέλος οι αριστεροί πρόεδροι να είναι καταλληλότεροι από τους δεξιούς όταν εκπροσωπούν τη χώρα στις διεθνείς συναντήσεις και έχουν επαφές στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Μπορεί, αλλά κανείς άνθρωπος δεν θα ήθελε να βρεθεί στη θέση ενός αριστερού προέδρου καθισμένου δίπλα στον Μπους ή τον Πούτιν.    

Δυστυχώς ή ευτυχώς το ερώτημα του ρόλου της αριστεράς σήμερα δεν μπορεί ν’ απαντηθεί στην κατεύθυνση της συμμετοχής της σε θέσεις εξουσίας. Για ένα και μόνο απλούστατο λόγο, αν και ενδεχομένως υπάρχουν και πολλοί άλλοι : γιατί η αριστερά δεν έχει με το μέρος της κανένα κοινωνικό συσχετισμό που θα απέτρεπε την ενσωμάτωσή της στο σύστημα.

Το δυστύχημα είναι ότι δεν ενδιαφέρεται καθόλου να δημιουργήσει νέους συσχετισμούς. Δεν ενδιαφέρεται ούτε στην αυτοοργάνωση του λαϊκού κόσμου να συμβάλλει, ούτε τον θεσμικό, δημοκρατικό ρόλο της αντιπολίτευσης να ασκήσει, ούτε να διατυπώσει προγράμματα, ούτε να δώσει τις δικές της κοινωνικές και πολιτικές μάχες μόνη ή σε συμμαχία με άλλες δυνάμεις.

   Έτσι, όμως, θα φυτοζωεί μέχρι να φυλλορροήσει και θα τροφοδοτεί συνεχώς με πρόσωπα δικά της ή πρώην δικά της αλλότριες υποθέσεις.